Legislator Case Law & Legislation
2125/2013 AI generated

2125/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2125/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2125/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Ακόμη αυτοί δεν κατέθεσαν δήλωση μη παράστασής τους κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2125 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2125/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. συζ. Ν. Κ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., 2)Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., 3)Φ. χήρας Δ. Γ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 4)Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κολοβατιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τολοφώνος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/3/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 18/11/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα: α)τις υπ'αριθμ..../29-9-2011 και ...20-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγαίου …που αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη (Β. Κ. - Γ.), β)τις υπ'αρ..../12-11-2009 και .../16-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …που αφορούν το δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ν.

Σ. του Α. και γ)τις υπ'αριθμ..../28-9-2011, .../21-5-2013 και .../21-5-2013 εκθέσεις επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών και από τις υπηρεσιακά συσχετισμένες και υπάρχουσες στο φάκελο της κρινόμενης υπόθεσης βεβαιώσεις των αρμοδίων Καναδικών Αρχών που αφορούν την τρίτη αναιρεσίβλητη Φ.

χήρα Δ. Γ. το γένος Α. Σ., κάτοικο ..., προκύπτει οτι νόμιμα και εμπρόθεσμα (σύμφωνα και με το άρθρο 15 της από 15-11-1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης όσο αφορά τις επιδόσεις προς την τρίτη αναιρεσίβλητη που είναι κάτοικος εξωτερικού) επέδωσε ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της από 10-2-2012 κλήσης του αναιρεσείοντος με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής στους προαναφερόμενους τρείς (3) πρώτους αναιρεσιβλήτους.

Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Ακόμη αυτοί δεν κατέθεσαν δήλωση μη παράστασής τους κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων που έχουν νόμιμα κλητευθεί να παραστούν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.γ'ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ νόμιμο τίτλο προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία αποτελεί και η κληρονομιά υπό την προϋπόθεση ότι έχει μεταγραφεί η δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς ή το σχετικό κληρονομητήριο. Δεδομένου δε ότι εδώ η μεταγραφή ενεργεί αναδρομικά (άρθρο 1199 ΑΚ) αρκεί αυτή να γίνει και μεταγενεστέρως και δεν εμποδίζεται η χρησικτησία εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο της κτήσεως της νομής (ΑΠ 1789/2012, ΑΠ 485/2010, ΑΠ 849/2007, ΑΠ 448/2001, ΑΠ 408/1985).

Συνεπώς και εφόσον, προκειμένου περί ακινήτου, επακολουθήσει μεταγραφή της

αποδοχής της κληρονομιάς, η τακτική χρησικτησία υπολογίζεται από τη στιγμή κατά την οποία ο κάτοχος με καλή πίστη θα αρχίσει να εξουσιάζει φυσικώς το πράγμα με διάνοια κυρίου (ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και απεικονίζεται στο συνταχθέν το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-πολιτικού μηχανικού Θ.

Κ. με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-1, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του ομώνυμου Δήμου του Νομού .., έχει έκταση 3.200 τετραγωνικών μέτρων, και συνορεύει δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Α. και Β. Κ. (πρώην Ε. χήρας Κ. Κ.) και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. συζύγου Δ.

Κ. (πρώην Ε. χήρας Κ. Κ.), βόρεια με ρέμα, ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Π. του Θ. και νότια με αγροτική οδό. Κατά το παρελθόν, ο επίδικος αγρός ανήκε στην κυριότητα της Ε. Κ. του Ι., γεγονός το οποίο συνομολογείται από όλους τους διαδίκους, και η οποία απεβίωσε αδιάθετη στις 28.8.1959: και χωρίς να έχει σύζυγο και κατιόντες.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η προαναφερθείσα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο πατρικό σπίτι του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο επίδικος αγρός είχε περιέλθει κατά το έτος 1955 στην κυριότητα του πατερά του Ι. Α. Ζ. με αγορά από την Ε. Κ. δυνάμει ιδιωτικού έγγραφου, και ότι έκτοτε αυτός (Ι.

Ζ.) τον καλλιεργούσε νεμόμενος αυτόν συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι τις 16.4.1985, οπότε και απεβίωσε, καταστάς τοιουτοτρόπως κύριος αυτού (επίδικου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αποδείχθηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας, δεδομένου άλλωστε ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει το επικαλούμενο από αυτόν ιδιωτικό έγγραφο πώλησης του επιδίκου, ούτε όμως και η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης υπήρξε σαφής και ορισμένη σχετικά με τα προαναφερόμενα, καθόσον αυτός δεν ανέφερε αφενός το χρόνο σύναψης της επικαλούμενης σύμβασης ή τα υπόλοιπα επιμέρους στοιχεία αυτής, όπως το ύψος του τιμήματος, και αφετέρου ποιες ήταν οι πράξεις νομής που άσκησε ο Ι.

Ζ. επί του επίδικου ακινήτου, ενώ παράλληλα δεν έχει ιδία γνώση και αντίληψη των παραπάνω πραγματικών περιστατικών καθόσον όσα αυτός καταθέτει είναι προϊόν των συζητήσεων που είχε στο παρελθόν με το Γ. Ζ. Αλλά και οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες του ενάγοντος δεν επιβεβαίωσαν τα ως άνω υποστηριζόμενα από τον ενάγονα, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν αναφέρουν για το προλεχθέν ιδιωτικό έγγραφο καθώς και για πράξεις νομής από τον Ι.

Ζ. επί του επίδικου αγρού. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, ή, επιπρόσθετα από κάποια μαρτυρική κατάθεση ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε στη νομή του για μία εικοσαετία τον προαναφερόμενο αγρό, κατά τρόπο ώστε να καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ως εκ τούτου ούτε και ο ίδιος ο ενάγων κατέστη κύριος του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του πατερά του (Ι.

Ζ.) με κληρονομική διαδοχή, όπως αυτός διατείνεται. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του ενάγοντος πριν από το θάνατο του είχε συντάξει την από 3.7.1984 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 11.11.1987 με το με αριθμό …/6.11.1987 πρακτικό, καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …και κηρύχθηκε κυρία με την 1178/1987 απόφαση του ιδίου Πρωτοδικείου.

Στην τέταρτη δε σελίδα αυτής με το αριθμητικό στοιχείο Α12 ο διαθέτης αναφέρει ότι εγκαθιστά τον υιό του Α. (ενάγοντα) κληρονόμο μεταξύ άλλων και "επί ενός αγροκτήματος επιφανείας τριών στρεμμάτων κειμένου εις την αυτήν περιφέρειαν (...) και εις θέσιν ..., συνορευόμενον γύρωθεν (κενό) περιελθόντος εις εμε εξ αγοράς παρά της Ε.

Ι. Κ.. δυνάμει ιδιωτικού εγγράφου και εν πάσει περιπτώσει δυνάμει χρησικτησίας κατά το θάνατό της" Εξάλλου, ο ενάγων από το χρόνο δημοσίευσης της διαθήκης (6.11.1987), κατά τον οποίο και πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της, άρχισε να νέμεται το ως άνω ακίνητο (που αναφέρεται στο αριθμητικό στοιχείο ΑΙ2 της διαθήκης) με καλή πίστη, διότι θεωρούσε ευλόγα ότι ανήκε στην κυριότητα ίου πατέρα του, έχοντας αποκομίσει την εντύπωση ότι ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι οι θέσεις "..." και "..." ...

είναι όμορες χωρίς σαφώς προσδιορισμένα όρια μεταξύ των και έχουν κοινή πρόσβαση από τον επαρχιακό δρόμο Παραλίας Τολοφώνος (βλ. την 3180/26.8.2005 βεβαίωση του Δημάρχου του Δήμου Τολοφώνος.) Κατόπιν τούτων, ο ενάγων επέτρεπε Γ. Ά. να βόσκει σε αυτό τα ζώα του ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε φορά που ερχόταν (ο ενάγων) από την Αθήνα (τόπο κατοικίας του) στην Ερατεινή επισκεπτόταν και επέβλεπε τον επίδικο αγρό.

Επιπλέον, (ο εναγών) προέβη στις 18.4.1988 σε δήλωση του ως άνω ακινήτου στον αρμόδιο οικονομικό έφορο Λιδορικίου προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος κληρονομιάς, συμπεριέλαβε αυτό ως περιουσιακό στοιχείο στη φορολογική δήλωση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (Ε9) του οικονομικού έτους 1997 και έκτοτε το δηλώνει κάθε έτος στην αρμοδία δημόσια οικονομική υπηρεσία, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα μηχανικό Θ.

Κ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, κατά τρόπο ώστε να εμφαίνονται οι πλευρικές διαστάσεις και τα ακριβή όρια του, και αποδέχθηκε αυτό ως κληρονομιαίο ακίνητο με την .../15.9.1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, ο τίτλος αυτός μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τολοφώνος την 1η Αυγούστου του έτους 2005 και όχι κατά το έτος που συντάχθηκε, ήτοι το 1992.

Συνεπώς, ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το χρόνο που μεταγράφηκε η δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς (2005) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Σεπτέμβριος 2005) δεν παρήλθε η αναγκαία δεκαετής, καλόπιστη από μέρους του νομή του ακινήτου.

Επίσης δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου αγρού με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το μήνα Νοέμβριο του έτους 1987, που (ο ενάγων) άρχισε να ασκεί πράξεις φυσικής εξουσίασης σ' αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2005, που αναφέρεται ως χρόνος αποβολής από τη νομή του, αλλά και μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2005 που άσκησε την κρινόμενη αγωγή, δεν έχει συμπληρωθεί η εικοσαετία του άρθρου 1045 ΑΚ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δίκασαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική και διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων ως προς όλες τις βάσεις της και έτσι απέρριψε την από 27-9-2006 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.17/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τολοφώνος που είχε εκρίνει όμοια επί της ένδικης αγωγής.

Κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, ότι ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (ούτε) με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1846 ΑΚ, τις οποίες (εσφαλμένα) δεν εφάρμοσε, παρότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, τα οποία ανάγονται στη νομή του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του ενάγοντος με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (τη νομίμως μεταγραφείσα αποδοχή κληρονομιάς), αρκούσαν για την εφαρμογή τους και τη σύμφωνα με αυτές (διατάξεις) κτήση της κυριότητάς του από τον τελευταίο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, εφόσον επακολούθησε μεταγραφή της αποδοχής της προαναφερόμενης κληρονομιάς του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, η τακτική χρησικτησία υπολογίζεται από τη στιγμή κατά την οποία ο τελευταίος (ενάγων) με καλή πίστη άρχισε να εξουσιάζει φυσικώς το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ήτοι από 6-11-1987 και, συνεπώς, μέχρι το έτος 2005, (που αυτό καταλήφθηκε από τους εναγομένους και ασκήθηκε η ένδικη αγωγή) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της απαιτουμένης δεκαετίας και συνακόλουθα συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι επομένως βάσιμος ο σχετικός μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αρ.11/ΤΠ/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ