Supreme Court partially allows appeal against compensation calculation for remaining property portion in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding compensation for expropriated property. The Court found the lower court failed to separately calculate the value reduction caused by each expropriation act, making the 60% reduction figure legally unclear. Consequently, the case was remanded to the Athens Court of Appeal for a new determination of compensation for the remaining property portion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7, 9, 14, 21, 29 of Law 2882/2001; The court must separately calculate the value reduction resulting from each expropriation act to ensure the legal clarity of the remaining property's compensation assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2125 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2125/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Φερομένης ως υπό εκκαθάριση τελούσης ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 4195/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/10/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 5/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. πρώτο, 9 παρ 4 εδ. δεύτερο, 14 παρ. 1, 21 και 29 παρ. 3 ου Ν. 2882/2001, συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή τον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά η οριστικά κατά τον ως άνω νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Όποιος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης αποζημίωσης κατά το άρθρο 21 του ίδιου νόμου μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Οι ως άνω διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχτηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 29 του νόμου αυτού.
Ενδιαφερόμενοι οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον και μπορούν να ζητήσουν δικαστικά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως είναι και εκείνοι οι οποίοι αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριωθέντος, το οποίο αρκεί να υπάρχει μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, εφόσον δεν κλήθηκαν και δεν παραστάθηκαν κατά τη δίκη του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης αφού στην περίπτωση αυτή έχουν αξίωση για τη διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης που ορίστηκε προσωρινά και της οριστικής, όπως και για την αποζημίωση του εναπομείναντος τμήματος της ιδιοκτησίας τους μετά την απαλλοτρίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Με την 1134377/8311/0010/9-12-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΚ, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης απαλλοτριώθηκε για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για τη διεύρυνση του οδικού Ανισόπεδου Κόμβου ..., στην περιοχή ...
έκταση συνολικού εμβαδού 141.036,65 μ.τ.. Στη συνέχεια με την 10396607/2433/0010/117401996 κοινή Υπουργική απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών απαλλοτριώθηκε συμπληρωματικά για την εκτέλεση του ως άνω έργου και άλλη έκταση συνεχόμενη της προηγούμενης στην ίδια περιοχή. Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν είναι και η με αριθμ.
Κ.Π. 17 της οποίας ιδιοκτήτρια εμφανίζονταν η ... Με το με αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, την οποία διατήρησε μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσής του. Σύμφωνα με τον Κτηματολογικό πίνακα της πρώτης απαλλοτρίωσης από την ως άνω ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε τμήμα της εμβαδού 927,50 μ.τ.
από την οποία το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση φέρεται υπόχρεο για αποζημίωση τμήματος της συνολικού εμβαδού 99,50 μ.τ. ενώ με τη δεύτερη απαλλοτρίωση άλλο τμήμα της εμβαδού 285 μ.τ. Με τις με αριθμ 866/1996 και 1729/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, έγινε ο προσωρινός και ο οριστικός καθορισμός της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων με την πρώτη απαλλοτρίωση και με τις 106/1997 και 908/1998 αποφάσεις των ίδιων δικαστηρίων ο καθορισμός της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων με την δεύτερη απαλλοτρίωση.
Σε όλες τις δίκες επί των οποίων εδόθηκαν οι ως άνω αποφάσεις η αναιρεσίβλητη δεν κλήθηκε ούτε και παραστάθηκε σε αυτές δεν αποδείχτηκε δε ότι έλαβε οποτεδήποτε γνώση των απαλλοτριώσεων και κατά συνέπεια η παραγραφή της αξίωσης της για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 που αρχίζει από την 6-5-2001, που άρχισε να ισχύει ο ανωτέρω νόμος.
Με την από 10-5-1999 αίτηση της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η αιτούσα ζήτησε απ ευθείας τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος με την πρώτη απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου της τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα αυτού μετά την απαλλοτρίωση και τον καθορισμό αποζημιώσεως για το φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο τμήμα του.
Με την 27/2000 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση απαλλοτριωθέντος και απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα για καθορισμό αποζημίωσης του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση. Με την από 24-5-2005 αίτηση της ενώπιον του ίδιου ως άνω Εφετείου ζήτησε τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας της μετά την πρώτη απαλλοτρίωση, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος τμήματος της με την δεύτερη απαλλοτρίωση και των επικειμένων του και εκείνων που δεν αναγράφονταν στον Κτηματολογικό Πίνακα και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα μετά τη δεύτερη απαλλοτρίωση.
Με βάση τις εν λόγω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι α) η αιτούσα είχε έννομο συμφέρον και υπήρχε ενεργητική νομιμοποίηση της για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αφού όπως δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ήταν κυρία του απαλλοτριωθέντος μέχρι και την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, β) ήταν παραδεκτό το αίτημα της αναιρεσίβλητης για τον καθορισμό αποζημίωσης και για τα επικείμενα των απαλλοτριωθέντων τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στον Κτηματολογικό Πίνακα, γ) απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία η περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος και προσδιορίστηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος μετά και τις δύο απαλλοτριώσεις.
Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον και ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση της αιτήσεως της εφόσον σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχτηκε ότι αυτή ήταν κυρία του απαλλοτριωθέντος μέχρι και την συντέλεση της απαλλοτριώσεως γεγονός το οποίο θεμελιώνει το έννομο συμφέρον και την ενεργητική νομιμοποίηση της σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά συνέπεια με την απόρριψη των αντίθετων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης δεν παραβίασε καμία από τις διατάξεις που επικαλείται το αναιρεσείον και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παρά 'το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση για έλλειψη εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 19 Κ.Πολ.Δ. με βάση τις ίδιες αιτιάσεις που αναφέρονται παραπάνω, σε κάθε περίπτωση είναι επίσης αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί εφόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του απαλλοτριωθέντος, υπάρχει πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις θετική αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Από το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος προκύπτει ότι το δικαστήριο. που δικάζει αίτηση για προσωρινό ή οριστικό καθορισμό αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης και για τα συστατικά του απαλλοτριωθέντος και αν δεν περιλαμβάνονται στο Κτηματολογικό Πίνακα και την ευχέρεια να διατάξει την συμπλήρωση του πίνακα, είτε να προχωρήσει στον προσδιορισμό της αποζημίωσης και για τα παραληφθέντα συστατικά με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 1543/2003).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα της αναιρεσίβλητης να καθοριστεί η αποζημίωση και για επικείμενα τα οποία δεν αναγράφονταν στον Κτηματολογικό πίνακα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον όπως αναφέρεται και στην ως άνω μείζονα σκέψη το Εφετείο νόμιμα δέχτηκε ότι το εν λόγω αίτημα ήταν παραδεκτό.
Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λογού της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι διέλαβε, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, το ποσοστό της μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος και της πραγματικής αξίας αυτού, ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος στην ουσία και πρέπει να γίνει δεκτός, εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ενώ το Εφετείο δέχεται ότι το ακίνητο της αναιρεσίβλητης απαλλοτριώθηκε με δύο πράξεις απαλλοτριώσεως και ότι το εναπομείναν τμήμα του μειώθηκε σταδιακά δεν διευκρινίζεται αν έγινε ή όχι χωριστός υπολογισμός του ποσοστού της μείωσης που επήλθε από την κάθε απαλλοτρίωση χωριστά ούτε και αν στο ποσοστό 60% στο οποίο ζητείται να προσδιοριστεί η μείωση της αξίας του εναπομείναντος περιλαμβάνεται ή όχι και το ποσοστό της μείωσης που προήλθε από την πρώτη απαλλοτρίωση με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Με το πρώτο μέρος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των διατάξεων του ν. 2882/2001, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης από τότε που δημοσιεύτηκαν οι απαλλοτριώσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος εφόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφενός μεν αφορούν παραβάσεις διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου αφετέρου δε με αυτές πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του ανωτέρω βάσιμου λόγου της μόνο ως προς το μέρος της που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο Αθηνών του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4195/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της κατά το οποίο καθορίστηκε αποζημίωση για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο Εφετείο Αθηνών το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ