2125/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2125/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2125 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2125/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Απόστολος Παπανικολάου, που δήλωσε, ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 3-7-2006 και κληρονομήθηκε από τους μόνους και νόμιμους κληρονόμους του, α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν βάσει πληρεξουσίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου εκ του νόμου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΜΚΕ Α.Τ.Ε.", που έγινε με συγχώνευση δια απορροφήσεως και απορροφούμενη εταιρεία "ΑΤΕΜΚΕ Α.Τ.Ε." μη υφισταμένη και 3) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Γ.Ε.Κ. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ, ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου εκ του νόμου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.", που έγινε με συγχώνευση δι΄ απορροφήσεως σύμφωνα με τα άρθρα 74 και 75 του Κ. Νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων Εταιρειών" και με την υπ΄ αριθ. Κ2 - 4697/31-3-06 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης - ΦΕΚ 2198/31-3-06 - και απορροφούμενη εταιρεία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε." μη υφισταμένη. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2002 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Χ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2816/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4991/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντος με την από 20-6-2006 αίτηση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 2-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρεσείων Χ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δράμας, απεβίωσε στις 3-7-2006, οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, α) Χ1, β) Χ2 και γ) Χ3, γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους το ως άνω γεγονός με δήλωση τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ περαιτέρω δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 434/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίσης προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο αυξημένο τουλάχιστον: α) κατά 25% για τις μέχρι 60 ώρες.
β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι 120 ωρών και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση προς 100% του καταβαλλόμενου ημερομισθίου τους.
Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το ν. 133/1975 και της από 14-2-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81/1984), για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα εργασίας των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως, έστω και αν με την απασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής απασχολήσεως με τις ολιγότερες ώρες απασχολήσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομάδος.
Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός αν στην τελευταία υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, αναφορικά με την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας του ο ενάγων θα εργαζόταν επί πέντε ημέρες και 40 ώρες την εβδομάδα, αλλά παρά τα συμφωνηθέντα, εργαζόταν κατ' απαίτηση των εναγομένων επί 6 ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα μέχρι Σάββατο και επί δύο Κυριακές κάθε μήνα.
Ειδικότερα δε κατά τις ημέρες από Δευτέρα μέχρι και Σάββατο εργαζόταν από ώρα 07.00΄ έως 19.00΄, δηλαδή επί 12 ώρες ημερησίως, τις δε Κυριακές από ώρα 07.00΄ έως 15.00΄, δηλαδή επί 8 ώρες ημερησίως". Ακολούθως το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη μόνο την εργασία του αναιρεσείοντος κατά τις εργάσιμες ημέρες, έκρινε ότι αυτός πραγματοποιούσε κάθε εβδομάδα 60 ώρες εργασία (5Χ12), από τις οποίες οι πέντε ώρες (41η μέχρι 45η) αποτελούν υπερεργασία, και οι λοιπές τρεις, από την 46η έως την 48η ιδιόρρυθμη υπερωρία και οι υπόλοιπες 12 ώρες, νόμιμη υπερωρία (από την 49η μέχρι την 60η).
Στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο των υπερωριών για το ποσό των 1.048.320 δρχ. (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 26 εβδομάδες=312 ώρες Χ3360 ωρομίσθιο). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις αναφορικά με τον καθορισμό των ωρών υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος, οι οποίες ανέρχονται σε δεκαεννέα (19) την εβδομάδα και συγκεκριμένα σε δεκαπέντε (15) από Δευτέρα έως Παρασκευή (3Χ5) και σε τέσσερις (4) για το Σάββατο, ενώ ως προς τον υπολογισμό της υπερεργασίας, ορθά προέβη στον πιο πάνω υπολογισμό, ενόψει της παραδοχής περί συμφωνημένης παροχής πενθήμερης εργασίας.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ, 1 του Κ.Πολ.Δ. κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθεί κατά το δεύτερο μέρος του.
Σχετικά με τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος, για δώρο Χριστουγέννων, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 619.546 δρχ. ήτοι, 320.000 δρχ. ο συμφωνηθείς μισθός + 82.176 δρχ. για την παροχή υπερεργασίας 8 ωρών εβδομαδιαίως + 172.570 δρχ.
για αποζημίωση λόγω νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης 12 ωρών εβδομαδιαίως + 44800 δρχ. για την εργασία κατά δύο Κυριακές. Με βάση αυτά, ο ενάγων δικαιούται: 1) τις αποδοχές 14 ημερών για αποζημίωση αδείας και τις αποδοχές 12,5 ημερών για επίδομα αδείας και συνολικά αποδοχές 26,5 ημερών, ήτοι 656723 δρχ. και 2) για επίδομα Χριστουγέννων 1999 ποσό των 619.550 δρχ.
και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των 1.276.273 δρχ. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τις εναγόμενες απόδειξη γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία ......... προκύπτει ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις του ενάγοντος για αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας και Χριστουγέννων 1999, έχουν εξοφληθεί απ' αυτές δια καταβολής του ποσού στον Τραπεζικό λογαριασμό του πριν από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.
Η εξόφληση των απαιτήσεων του ενάγοντος από τις πιο πάνω αιτίες συνάγεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Γ1, ο οποίος με πειστικότητα κατέθεσε ότι "μέσω Τραπέζης πληρωνόταν ο ενάγων στην Ελλάδα και για ένα ποσό για έξοδα του στη Ρουμανία έγινε εκκαθάριση όταν ήρθε στην Ελλάδα". Κατά συνέπεια, καταλήγει το Εφετείο, ορθώς απέρριψε το πρωτόδικο δικαστήριο τα σχετικά κονδύλια της αγωγής.
Όμως όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι εναγόμενες ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταβάλει στον ενάγοντα για αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας το συνολικό ποσό των 556.682 δρχ.
και για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 525.173 δρχ. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι είχαν εξοφληθεί ενόλω οι πιο πάνω αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες κατά τις παραδοχές του, (παρά το γεγονός ότι, για τον υπολογισμό της υπερωριακής αμοιβής υπολογίστηκαν 12 ώρες ανά εβδομάδα, αντί του ορθού των 19 ωρών), ήταν υπέρτερες (656.723 και 619.550 δρχ.
αντίστοιχα), δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πιο πάνω κεφάλαια της, δηλαδή κατά το μέρος που επιδικάστηκαν με αυτή, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση, αποζημίωση λόγω μη λήψεως αδείας και επιδόματος αδείας και δώρο Χριστουγέννων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4991/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ