Supreme Court dismisses appeal against conviction for fraud and misuse of security titles due to lack of specific reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his protest. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding the harm to victims and confused the nature of the victim organization. The court rejected these claims, stating the lower court's reasoning was sufficient and the appellant's arguments were baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484 and 485 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against a decision rejecting a protest is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and the appellant's arguments regarding lack of specific reasoning or substantive violation are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2125 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2125/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.1306/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Ζ1 και 2. Ζ2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-3-2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 314/6-7-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 41/16-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, την οποία άσκησε επ'ονόματι και για λογαριασμό του ο ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπός του δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Δουβαράς του Αριστείδη, δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 15-3-2006 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τη δικηγόρο Κων/να Παπαγρηγορίου, κατά του υπ'αριθ. 1.306/19-1-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 5.480/2004 βούλευμά του, εκτός των άλλων διατάξεών του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για κακουργηματική απάτη και απόπειρα απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και για μη επιτρεπόμενη χρήση από τρίτους τίτλων των Σωμάτων Ασφαλείας, με σκοπό την κυκλοφορία εντύπων (άρθρα 13 εδ. στ΄, 42 § 1, 45, 83, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3α του ΠΚ, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999 και άρθρο 11 § 1 του Ν. 2622/1998), τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ1 κατά το από 14-1-2004 έως 25-2-2004 χρονικό διάστημα την πρώτη και στις 25-2-2004 τη δεύτερη.
Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ την υπ'αριθ. 662/23-12-2004 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 1.306/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε η έφεσή του τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, επικυρώθηκε δε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ'αριθ. 1.306/2005) στρέφεται ήδη ο ως άνω αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ.
με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε αυτή στις 16-3-2006, με δήλωση του ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Δουβαρά ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 41/16-3-2006 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 10-2-2006 και σε σύνοικο του ειδικού πληρεξουσίου και αντικλήτου του στις 8-3-2006, αφού δεν βρέθηκε τότε ο τελευταίος στην κατοικία του, και β) διαλαμβάνονται στην ίδια αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 § 1 περ.
β΄ και δ΄ του ΚΠΔ).
Aπό τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33).
Εξάλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
ΙΙ.- Kατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη του εδαφίου α΄ της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ.
ή των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1411/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ΄ σελ. 243, ΑΠ 1303/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 496).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια που αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεώς του και οδηγεί στην πραγμάτωσή του αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και κάθε ενέργεια που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (ΑΠ 456/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 144, ΑΠ 312/1997 ΠΧρ. ΜΗ΄ σελ. 50) .
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της απάτης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (βλ.
ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ., κατά την οποία "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης", συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη, ταυτόχρονη ή διαδοχική, σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που διαπράττεται με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν ή πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση άλλου (βλ. Α.Π. 462/2000 ΠΧρ. Ν΄ σελ.928).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 17/2004 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 594, ΑΠ 974/2001 ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 334).
ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1.306/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και δι'αυτής συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα (ΑΠ 348/1996 ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33), έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τα αξιόποινα αδικήματα της από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ1 τελέσεως της αξιόποινης πράξεως κακουργηματικής απάτης και απόπειρας απάτης κατ'εξακολούθηση και της παραβάσεως του άρθρου 11 § 1 του Ν. 2622/1998.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται ειδικώς στην τελευταία, αλλά και στο πρωτόδικο βούλευμα, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ...
και ..., τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ και τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Ζ1 καιΖ2, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ζ1 κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2004 μέχρι 25-2-2004, ενεργώντας στα πλαίσια εκπροσώπησης του ιδιωτικού σωματείου με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", του οποίου ο ίδιος είχε και έγγραφη εξουσιοδότηση, εμφανίστηκαν και παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε 400 τουλάχιστον άγνωστα στην ανάκριση άτομα, ότι δήθεν το σωματείο αυτό έχει σχέση με τον σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας και ότι εξυπηρετεί τους σκοπούς αυτού, δηλαδή την προβολή και ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς.
Ότι οι παραστάσεις αυτές ήσαν ψευδείς και ότι το ως άνω ιδιωτικό σωματείο ουδεμία σχέση έχει με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από την από 17-3-2004 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ... προέδρου της Ομοσπονδίας αυτής (βλ. την κατάθεση αυτή στη δικογραφία).
Με τον τρόπο αυτό ο εφεσείων και ο συγκατηγορούμενός του έπεισαν τα ανωτέρω άτομα να αγοράσουν προσκλήσεις χρηματικής αξίας 50 ευρώ η καθεμία για χορό που είχε οργανώσει το ανωτέρω ιδιωτικό σωματείο στο κέντρο διασκεδάσεως ... στις 2-4-2004, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.
Μάλιστα, μεταξύ των παθόντων ήταν και ο μάρτυρας..., στον οποίο οι κατηγορούμενοι με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις πώλησαν στις 19-2-2004 δύο προσκλήσεις αξίας 50 ευρώ η καθεμία (βλ. την κατάθεση τούτου και την από 25-2-2004 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης), ο οποίος πληροφορήθηκε από τον Διοικητή του Α.Τ. ... ότι το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης δεν γνώριζε το σωματείο τούτο και όταν οι κατηγορούμενοι τον επισκέφθηκαν και πάλι στις 25-2-2004 για να του πωλήσουν και άλλες προσκλήσεις, αυτός ειδοποίησε τους αστυνομικούς του ανωτέρω Τμήματος, οι οποίοι συνέλαβαν επ'αυτοφώρω τους κατηγορουμένους, στην κατοχή των οποίων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) ένα μπλοκ προσκλήσεων με 50 φύλλα αριθ.
από 0401 έως 0450, που φανερώνει ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τότε είχαν πωλήσει ήδη 400 προσκλήσεις, β) ένα μπλοκ με 21 φύλλα προσκλήσεις από 0480 έως 0500, γ) 6 αριθμημένες προσκλήσεις, δ) ένα μπλοκ με αποδείξεις συνδρομών "Σύνδεσμος Αναπήρων Συνταξιούχων Τροχαίας" αριθμημένο με αριθ. 0403 έως 0450, ε) ένα μπλοκ με αποδείξεις, διπλότυπο, του Πανελληνίου Συνδέσμου Συνταξιούχων Ελληνικής Αστυνομίας με αριθ. 0464 έως 0500, στ) ένα φύλλο απόδειξης συνδρομής Πανελληνίου Συνδέσμου Συνταξιούχων Χωροφυλακής με εμφανιζόμενο ποσό συνδρομής 200 ευρώ, ζ) 4 ημερολόγια έτους 2004 με ένδειξη "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων Ελληνικής Αστυνομίας", αξίας 10 ευρώ, και η) 19 ημερολόγια έτους 2004 με ένδειξη "Σύνδεσμος Αναπήρων Συνταξιούχων Τροχαίας", αξίας 15 ευρώ.
Επίσης σε σωματική έρευνα του εφεσείοντος βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 105 ευρώ (βλ. την από 25-2-2004 έκθεση κατάσχεσης και έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης υπό ίδια ημερομηνία). Την ανωτέρω πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση με συνολικό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ τέλεσε ο εφεσείων (μετά του συγκατηγορουμένου του Ζ1) κατ'επάγγελμα, γεγονός που προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση και την προεκτεθείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν σαφώς από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία και επιβεβαιώνονται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ... (βλ. τις καταθέσεις αυτές στη δικογραφία) και απ'αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εφεσείοντος (και των συγκατηγορουμένων του). Περαιτέρω, αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι παραπονείται ο ως άνω εφεσείων κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος, ισχυριζόμενος ότι εκπροσωπούσε νόμιμα το ιδιωτικό σωματείο "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" και ότι ο υποσχεθείς χορός πραγματοποιήθηκε, πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί, που είναι πράγματι αληθινοί, δεν ανατρέπουν την κατ'αυτού κατηγορία της απάτης, της οποίας δεν αποτελούν αντικειμενικά στοιχεία, (αφού) στοιχείο της προκειμένης απάτης είναι το ψευδές γεγονός, ότι το εν λόγω ιδιωτικό σωματείο έχει σχέση με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας και ότι εξυπηρετεί την προβολή και ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς.
Εξ αυτών προκύπτει ότι τόσο ο εφεσείων όσο και οι συγκατηγορούμενοί του στην προκειμένη περίπτωση εξυπηρετούσαν και ικανοποίησαν ίδια αυτών περιουσιακά οφέλη και όχι της ανωτέρω Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Απόστρατων Αξιωματικών. Εξ άλλου ο εφεσείων δηλώνει επάγγελμα αυτοκινητιστής (βλ. την ανακριτική απολογία του) και κατά συνέπεια δεν έχει κάποια ορατή σχέση με τους σκοπούς και τις νόμιμες επιδιώξεις των συνταξιούχων αστυνομικών (βλ.
και την από 17-3-2004 κατάθεση του μάρτυρα ..., Ταξίαρχου ε.α. και προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας). Με τις προεκτεθείσες πράξεις του ο εφεσείων (και οι συγκατηγορούμενοί του) παραπλάνησε και έβλαψε οικονομικά τα 400 άγνωστα πρόσωπα, που αγόρασαν τις προαναφερόμενες προσκλήσεις, τις οποίες, είναι ευνόητο, δεν θα αγόραζαν και δεν θα προέβαιναν στην ανάλογη δαπάνη, αν γνώριζαν τον πραγματικό χαρακτήρα του προμνησθέντος ιδιωτικού σωματείου, που αυτός εκπροσωπούσε, ιδία δε το γεγονός ότι αυτό δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας και τους σκοπούς αυτούς.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ των αποδιδόμενων σ'αυτόν αξιοποίνων πράξεων κακουργηματικής απάτης και απόπειρας απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και παραβάσεως του άρθρου 11 § 1 του Ν. 2622/1998 και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την υπ'αυτού ασκηθείσα κατά του υπ'αριθ. 5.480/2004 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό ως προς όλες τις διατάξεις του.
IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ αξιόποινες πράξεις κακουργηματικής απάτης και απόπειρας απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και παραβάσεως του άρθρου 11 § 1 του Ν. 2622/1998, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ΄, 42 § 1, 45, 83, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3α του ΠΚ, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999 και του άρθρου 11 § 1 του Ν. 2622/1998, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ισχυρίζεται, βέβαια, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ότι το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι αντιφατικό και ασαφές, αφού α) από τη μία πλευρά αναφέρει ότι παρέστησε αυτός ψευδώς προς τα προαναφερόμενα 400 άτομα ότι το ιδιωτικό σωματείο με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" έχει δήθεν σχέση με το "σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", ενώ από την άλλη δέχεται ότι η παράσταση αυτή είναι ψευδής και ότι το ως άνω ιδιωτικό σωματείο ουδεμία σχέση έχει με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας, και β) από τη μία πλευρά αναφέρει ότι διενεργούσε αυτός στα πλαίσια εκπροσώπησης του ιδιωτικού σωματείου με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", του οποίου είχε και έγγραφη εξουσιοδότηση, δεχόμενο έτσι ότι νόμιμα εκπροσωπούσε το σωματείο αυτό, αλλά στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά και με ασάφεια ότι το σωματείο αυτό δεν έχει σχέση με το "σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", συγχέοντας προφανώς τις έννοιες του σωματείου και της ομοσπονδίας ως προς τον τρόπο εκπροσωπήσεως τούτων.
Οι αιτιάσεις του, όμως, αυτές είναι αβάσιμες και εντεύθεν απορριπτέες, αφού αντιδιαστέλλεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η έννοια του "συνδέσμου συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", ο οποίος έχει ως σκοπό την προβολή και την ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς, τα μέλη είναι συνταξιούχοι αστυνομικοί και αποτελεί μέλος της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας", από το ιδιωτικό σωματείο με την παραπλανητική επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", το οποίο δεν έχει κάποια ορατή σχέση με τους σκοπούς και τις νόμιμες επιδιώξεις των συνταξιούχων αστυνομικών, δεν αποτελεί μέλος της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας" και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση και την ικανοποίηση των συμφερόντων του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, από τους οποίους ο πρώτος δηλώνει ότι είναι αυτοκινητιστής, ο δεύτερος μαραγκός και ο τρίτος (πρόεδρος του σωματείου) συνταξιούχος ΤΣΑ.
Επίσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με ασαφή αιτιολογία δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι πωλήθηκαν 400 προσκλήσεις, και μάλιστα σε άγνωστα πρόσωπα, χωρίς να γίνεται διευκρίνιση αν το σωματείο "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" είχε εξουσιοδοτήσει για τη διάθεση των προσκλήσεων και άλλο άγνωστο αριθμό πωλητών, εκτός από τον αναιρεσείοντα, γιατί πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου που το εξέδωσε.
Εν πάση δε περιπτώσει δεν επιβεβαιώνεται το γεγονός της υπάρξεως περισσοτέρων πωλητών προσκλήσεων από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Αντιθέτως, προκύπτει από την ανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Ζ2, ο οποίος ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ιδιωτικού σωματείου "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", ότι είχε εξουσιοδοτήσει αυτός για την πώληση των προσκλήσεων μόνο τον ..., στην έγγραφη εξουσιοδότηση του οποίου προστέθηκε εκ των υστέρων και το όνομα τουΧ.
Τέλος, είναι αβάσιμες και εντεύθεν απορριπτέες οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες είναι ελλιπής και ασαφής η θεμελίωση του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφορικώς προς την αιτιολόγηση του στοιχείου της βλάβης που προξενήθηκε από την πράξη της απάτης, αφού: 1) Από το συνημμένο στη δικογραφία υπ'αριθ. 2849/2-4-2004 τιμολόγιο πωλήσεως της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α.
ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΕ" προκύπτει ότι τα 200 από τα 400 συνολικά άτομα, που αγόρασαν προσκλήσεις, προσήλθαν στην εκδήλωση του σωματείου "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" και παρακολούθησαν το καλλιτεχνικό πρόγραμμα αντί των 50 ευρώ που διέθεσαν και επομένως δεν εξαπατήθηκαν, ούτε υπέστησαν βλάβη, και 2) δεν διευκρινίζεται, ούτε αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, γιατί υπέστησαν βλάβη όλα τα άγνωστα άτομα που αγόρασαν τις προσκλήσεις, αφού πραγματοποιήθηκε ο χορός για τον οποίο δόθηκαν αυτές και είχαν τα ίδια τη δυνατότητα να προσέλθουν και να παρακολουθήσουν την καλλιτεχνική εκδήλωση.
Τούτο, διότι: α) Προκύπτει μεν από το υπ'αριθ. 2849/2-4-2004 τιμολόγιο πωλήσεως της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΕ" ότι προσήλθαν στην εκδήλωση του σωματείου "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" και παρακολούθησαν το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του κέντρου διασκεδάσεως της εταιρείας αυτής 200 συνολικά άτομα, αλλά δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο στοιχείο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τα άτομα αυτά ταυτίζονται με τα μισά από εκείνα τα οποία αγόρασαν τις προσκλήσεις και τα οποία δεν ενδιαφέρονταν για την παρακολούθηση της ως άνω καλλιτεχνικής εκδηλώσεως, αλλά για την ενίσχυση του σωματείου (ενώσεως ή συνδέσμου) εκείνου που εξυπηρετούσε την προβολή και την ικανοποίηση των θεμάτων των συνταξιούχων αστυνομικών και όχι για την ενίσχυση του προαναφερόμενου ιδιωτικού σωματείου, και β) δεν ισοσταθμίζεται εν πάση περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση η αξία της παροχής ενός εκάστου εκ των 400 ατόμων που προμηθεύτηκαν προσκλήσεις για την παρακολούθηση της εκδήλωσης του σωματείου "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα και εμφανιζόμενη ως δήθεν ισάξια προς την παροχή αντιπαροχή, αφού ανέρχεται η αξία του "μενού" κατ'άτομο για την παρακολούθηση της παραπάνω εκδηλώσεως στο ποσό των 15 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθ. 2849/2-4-2004 τιμολόγιο πωλήσεως της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α.
ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΕ".
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμοι οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 483 § 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 41/16-3-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθ. 1.306/19-1-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και 2) Να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 29 Ιουνίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 41/16-3-2006 έκθεση αναιρέσεως του Χ κατά του 1306/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν η έφεση του κατά του 5480/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδι-κών Αθηνών, που παρέπεμψε τον ίδιο και τους συγκατηγορουμένους του Ζ1 και Ζ2, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της κακουργηματικής απάτης και απόπειρας στην πράξη αυτή, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και για μη επιτρεπόμενη από τρίτους χρήση τίτλων Σωμάτων ασφαλείας με σκοπό κυκλοφορία εντύπων, πράξεις τις οποίες φέρεται ότι διέπραξε από κοινού με τον πρώτο συγκατηγορούμενό του ( ο δεύτερος συγκατηγορούμενος του παραπέμφθηκε για άμεση συνέργεια στις πράξεις αυτές), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
ΙΙ Kατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός . Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Είναι, επίσης, δυνατόν από μία πράξη απάτης να είναι παθόντες πλείονες. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείται επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου , όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά δε την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ .
ΙΙΙ.- Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
ΙV.- Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη , οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί , βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης , όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών.
V.- Λόγο αναιρέσεως , κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ..β του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια , πληρότητα , και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και δι' αυτής συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'.αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ,τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "Ο εκκαλών - κατηγορούμενοςΧ, από κοινού με τον συγκατηγορούμενο του Ζ1 κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2004 μέχρι 25-2-2004 ενεργώντας στα πλαίσια εκπροσώπησης του ιδιωτικού σωματείου με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", του οποίου ο ίδιος είχε και έγγραφη εξουσιοδότηση, εμφανίστηκαν και παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε 400 τουλάχιστον άγνωστα στην ανάκριση άτομα, ότι δήθεν το σωματείο αυτό έχει σχέση με τον σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας και ότι εξυπηρετεί τους σκοπούς αυτού, δηλαδή την προβολή και ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς.
Ότι οι παραστάσεις αυτές ήσαν ψευδείς και ότι το ως άνω ιδιωτικό σωματείο ουδεμία σχέση έχει με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια από την από 17-3-2004 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ... προέδρου της Ομοσπονδίας αυτής (βλ. την κατάθεση αυτή στη δικογραφία).
Με τον τρόπο αυτό ο εφεσείων και ο συγκατηγορούμενός του έπεισαν τα ανωτέρω άτομα να αγοράσουν προσκλήσεις χρηματικής αξίας 50 ευρώ η καθεμία για χορό που είχε οργανώσει το ανωτέρω ιδιωτικό σωματείο στο κέντρο διασκεδάσεως ... στις 2-4-2004, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.
Μάλιστα, μεταξύ των παθόντων ήταν και ο μάρτυρας..., στον οποίο οι κατηγορούμενοι με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις πώλησαν στις 19-2-2004 δύο προσκλήσεις αξίας 50 ευρώ η καθεμία (βλ. την κατάθεση τούτου και την από 25-2-2004 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης), ο οποίος πληροφορήθηκε από τον Διοικητή του Α.Τ. ... ότι το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης δεν γνώριζε το σωματείο τούτο και όταν οι κατηγορούμενοι τον επισκέφθηκαν και πάλι στις 25-2-2004 για να του πωλήσουν και άλλες προσκλήσεις, αυτός ειδοποίησε τους αστυνομικούς του ανωτέρω Τμήματος, οι οποίοι συνέλαβαν επ'αυτοφώρω τους κατηγορουμένους, στην κατοχή των οποίων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν α) ένα μπλοκ προσκλήσεων με 50 φύλλα αριθ.
από 0401 έως 0450, που φανερώνει ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τότε είχαν πωλήσει ήδη 400 προσκλήσεις, β) ένα μπλοκ με 21 φύλλα προσκλήσεις από 0480 έως 0500, γ) 6 αριθμημένες προσκλήσεις, δ) ένα μπλοκ με αποδείξεις συνδρομών "Σύνδεσμος Αναπήρων Συνταξιούχων Τροχαίας" αριθμημένο με αριθ. 0403 έως 0450, ε) ένα μπλοκ με αποδείξεις, διπλότυπο, του Πανελληνίου Συνδέσμου Συνταξιούχων Ελληνικής Αστυνομίας με αριθ. 0464 έως 0500, στ) ένα φύλλο απόδειξης συνδρομής Πανελληνίου Συνδέσμου Συνταξιούχων Χωροφυλακής με εμφανιζόμενο ποσό συνδρομής 200 ευρώ, ζ) 4 ημερολόγια έτους 2004 με ένδειξη "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων Ελληνικής Αστυνομίας", αξίας 10 ευρώ, και η) 19 ημερολόγια έτους 2004 με ένδειξη "Σύνδεσμος Αναπήρων Συνταξιούχων Τροχαίας", αξίας 15 ευρώ.
Επίσης σε σωματική έρευνα του εφεσείοντος βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 105 ευρώ (βλ. την από 25-2-2004 έκθεση κατάσχεσης και έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης υπό ίδια ημερομηνία). Την ανωτέρω πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση με συνολικό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ τέλεσε ο εφεσείων (μετά του συγκατηγορουμένου του Ζ1) κατ'επάγγελμα, γεγονός που προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση και την προεκτεθείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει, αλλά και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν σαφώς από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία και επιβεβαιώνονται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ... (βλ. τις καταθέσεις αυτές στη δικογραφία) και απ'αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εφεσείοντος (και των συγκατηγορουμένων του). Περαιτέρω, αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι παραπονείται ο ως άνω εφεσείων κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος, ισχυριζόμενος ότι εκπροσωπούσε νόμιμα το ιδιωτικό σωματείο "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" και ότι ο υποσχεθείς χορός πραγματοποιήθηκε, πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί, που είναι πράγματι αληθινοί, δεν ανατρέπουν την κατ'αυτού κατηγορία της απάτης, της οποίας δεν αποτελούν αντικειμενικά στοιχεία, (αφού) στοιχείο της προκειμένης απάτης είναι το ψευδές γεγονός, ότι το εν λόγω ιδιωτικό σωματείο έχει σχέση με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Απόστρατων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας και ότι εξυπηρετεί την προβολή και ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς.
Εξ αυτών προκύπτει ότι τόσο ο εφεσείων όσο και οι συγκατηγορούμενοί του στην προκειμένη περίπτωση εξυπηρετούσαν και ικανοποίησαν ίδια αυτών περιουσιακά οφέλη και όχι της ανωτέρω Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Απόστρατων Αξιωματικών. Εξ άλλου ο εφεσείων δηλώνει επάγγελμα αυτοκινητιστής (βλ. την ανακριτική απολογία του) και κατά συνέπεια δεν έχει κάποια ορατή σχέση με τους σκοπούς και τις νόμιμες επιδιώξεις των συνταξιούχων αστυνομικών (βλ.
και την από 17-3-2004 κατάθεση του μάρτυρα ..., Ταξίαρχου ε.α. και προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας). Με τις προεκτεθείσες πράξεις του ο εφεσείων (και οι συγκατηγορούμενοί του) παραπλάνησε και έβλαψε οικονομικά τα 400 άγνωστα πρόσωπα, που αγόρασαν τις προαναφερόμενες προσκλήσεις, τις οποίες, είναι ευνόητο, δεν θα αγόραζαν και δεν θα προέβαιναν στην ανάλογη δαπάνη, αν γνώριζαν τον πραγματικό χαρακτήρα του προμνησθέντος ιδιωτικού σωματείου, που αυτός εκπροσωπούσε, ιδία δε το γεγονός ότι αυτό δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας και τους σκοπούς αυτούς...".
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της από κοινού με τον συγκατηγορουμενό του Ζ1 τελέσεως της κακουργηματικής απάτης και απόπειρας απάτης κατ'΄εξακολούθηση και της παραβάσεως του άρθρου 11 παρ.1 του ν. 2622/1998 ( μη επιτρεπόμενη από τρίτους χρήση τίτλων Σωμάτων Ασφαλείας με σκοπό κυκλοφορία εντύπων, για την οποία όμως παραπομπή, το εν λόγω βούλευμα δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως).
Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου 5480/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεως , τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ., 42 παρ.1, 45, 83, 98 παρ.1 και2, και 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως ισχύουν , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση ακόλουθα επί πλέον στοιχεία.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι αντιφατικό και ασαφές , διότι α) από τη μία πλευρά αναφέρει ότι παρέστησε αυτός ψευδώς προς τα προαναφερόμενα 400 άτομα, ότι το ιδιωτικό σωματείο με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" έχει δήθεν σχέση με το "σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας, ενώ από την άλλη δέχεται ότι η παράσταση αυτή είναι ψευδής και ότι το ως άνω ιδιωτικό σωματείο ουδεμία σχέση έχει με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας και β) από τη μια πλευρά αναφέρει ότι διενεργώντας στα πλαίσια εκπροσώπησης του ιδιωτικού σωματείου με την επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας" , του οποίου είχε και έγγραφη εξουσιοδότηση, δεχόμενο έτσι ότι νόμιμα εκπροσωπούσε το σωματείο αυτό, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά και με ασάφεια ότι το δήθεν σωματείο αυτό έχει σχέση με το σύνδεσμο συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας, όταν με την προηγούμενη σκέψη του δέχεται ότι το παραπάνω σωματείο είναι νόμιμο και το εκπροσωπούσε νόμιμα.
Επίσης, ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται σύγχυση των εννοιών σωματείου και ομοσπονδίας ως προς τον τρόπο εκπροσώπησης του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς διακρίνεται η έννοια του "συνδέσμου συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", ο οποίος έχει ως σκοπό την προβολή και ικανοποίηση των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς, και αποτελεί μέλος της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας", από την έννοια του ιδιωτικού σωματείου με την παραπλανητική επωνυμία "πανελλήνιος σύνδεσμος συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", το οποίο δεν αποτελούσε μέλος της πιο πάνω Ομοσπονδίας και δεν εξυπηρετούσε την προβολή των θεμάτων που αφορούν τους συνταξιούχους αστυνομικούς, αλλά εξυπηρετούσε και ικανοποιούσε τα ίδια των κατηγορουμένων περιουσιακά οφέλη και όχι της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Αξιωματικών" .
Συνακόλουθα, όπως συνάγεται, από τις πιο πάνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, δεν είχε σχέση και δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και του πραγματικού μέλους της εν λόγω ομοσπονδίας, δηλαδή του "συνδέσμου συνταξιούχων ελληνικής αστυνομίας", το πιο πάνω ιδιωτικό σωματείο, που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δηλώνει επάγγελμα αυτοκινητιστής και όχι συνταξιούχος αστυνομικός και κατά συνέπεια δεν είχε κάποια ορατή σχέση με τους σκοπούς και τις νόμιμες επιδιώξεις των συνταξιούχων αστυνομικών.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά τις οποίες α) δεν αιτιολογείται σαφώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα το στοιχείο της βλάβης των παθόντων καθόσον τα 200 (από 400) άτομα που αγόρασαν προσκλήσεις προσήλθαν στην εκδήλωση του Σωματείου και συνεπώς, δεν εξαπατήθηκαν και δεν υπέστησαν βλάβη, αφού παρακολούθησαν το καλλιτεχνικό πρόγραμμα και β) στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διευκρινίζεται αν οι 400 προσκλήσεις διατέθηκαν αποκλειστικά από τον ίδιο και όχι και από άλλα άτομα που είχαν εξουσιοδοτηθεί από το σωματείο , που αυτός εκπροσωπούσε, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση Συμβουλίου.
Επομένως ο από τη διάταξη του άρθρου 484 στοιχ. δ πρώτος λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας είναι αβάσιμος, και, πρέπει, να απορριφθεί. Επίσης απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος και ο συνοπτικά διατυπούμενος δεύτερος από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ, β λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον υφίσταται εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, λόγω των πιο πάνω αναφερομένων και στον πρώτο λόγο, ασαφειών, αντιφάσεων και ελλείψεων της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αιτιάσεις οι οποίες ήδη κρίθηκαν αβάσιμες.
Ακολούθως, μετά την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 41/16-3-2006 έκθεση αναιρέσεως του Χ, κατά του 1306/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα , στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ