2124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του, που έγινε μετά τη συζήτηση, στην προσθήκη των προτάσεών του, παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως από παραδρομή ασκηθείσα κατ΄ αυτής, εφόσον δεν πληροί τους όρους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δεν έχει ως συνέπεια την κατάργηση της δίκης ως προς την εν λόγω (2η) αναιρεσίβλητη.
Full text
Απόφαση 2124 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2124/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανωνύμου Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) Ψ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κατσογιάννη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-1995, 20-3-1997, 1-10-1997, 25-2-1999, 10-8-1999, 31-12-2002, 14-1-2003, 23-9-2004, 28-9-2004 και 20-12-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2657/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο ΄Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 και 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ΄ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθμ. 169/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, ως προς μεν την τότε εφεσίβλητη - εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη (Ψ1 ) κήρυξε καταργημένη τη δίκη που είχε ανοιχτεί με αυτή με τις από 31-12-2002, 14-1-2003, 23-9-2004 και 20-12-2004 αγωγές του αναιρεσείοντος, ως προς δε την τότε εφεσίβλητη - εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ" και ήδη 1η αναιρεσίβλητη κήρυξε καταργημένη τη δίκη που είχε ανοιχτεί με αυτή με τις από 1-10-1997 και 31-12-2002 αγωγές του αναιρεσείοντος και ακολούθως δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμες κατά ένα μέρος τους τις καθοριζόμενες αγωγές του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Όμως στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως που περιέχονται στο αναιρετήριο αφορούν, όπως από αυτό προκύπτει, αποκλειστικά και μόνο το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αναφέρεται στις αγωγές που έγιναν κατά ένα μέρος δεκτές ως προς την 1η αναιρεσίβλητη.
Εξάλλου, η από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του, που έγινε μετά τη συζήτηση, στην προσθήκη των προτάσεών του, παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως από παραδρομή ασκηθείσα κατ΄ αυτής, εφόσον δεν πληροί τους όρους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δεν έχει ως συνέπεια την κατάργηση της δίκης ως προς την εν λόγω (2η) αναιρεσίβλητη.
Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως καθόσον απευθύνεται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης (Ψ1) πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.-
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων : α) Με την από 20-11-1995 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την από 23-9-2004 αγωγή του (με αριθμούς κατάθεσης 130121-389/2004), ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και τόκους για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο διάστημα από 1-1-1988 έως 20-11-1995, για το ποσό των 13.028.000 δραχμών, που του είχε επιδικαστεί τελεσιδίκως, από την άσκηση της εν λόγω (αρχικής) αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
β) Με την από 20-3-1997 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την αμέσως πιο πάνω από 23-9-2004 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και τόκους για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο διάστημα από 20-11-1995 έως 20-3-1997, για το ως άνω ποσό των 13.028.000 δραχμών, που του είχε επιδικαστεί τελεσιδίκως, από την άσκηση της εν λόγω (αρχικής) αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
γ) Με την από 27-4-1999 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την ίδια πιο πάνω από 23-9-2004 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και τόκους για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο διάστημα από 20-3-1997 έως 20-4-1999, για το ως άνω ποσό των 13.028.000 δραχμών, που του είχε επιδικαστεί τελεσιδίκως, από την άσκηση της εν λόγω (αρχικής) αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
δ) Με την από 20-8-2001 αγωγή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την από 28-9-2004 αγωγή του (με αριθμούς κατάθεσης 130099-388/2004), ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και τόκους για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο διάστημα από 20-4-1999 έως 20-8-2001, για το ως άνω ποσό των 13.028.000 δραχμών, που του είχε επιδικαστεί τελεσιδίκως, από την άσκηση της εν λόγω (αρχικής) αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
Και ε) με την από 14-1-2003 αγωγή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την ως άνω από 23-9-2004 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει και τόκους για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στο διάστημα από 20-8-2001 έως 14-1-2003, για το ως άνω ποσό των 13.028.000 δραχμών, που του είχε επιδικαστεί τελεσιδίκως, από την άσκηση της εν λόγω (αρχικής) αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους, Το Εφετείο, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθ. 169/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη την τελευταία αυτήν απόφαση, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμες κατά ένα μέρος τους ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη τις ως άνω (μαζί με άλλες συνεκδικασθείσες) ένδικες αγωγές και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, για τις στο αιτιολογικό της εν λόγω (προσβαλλόμενης) αποφάσεώς του αναφερόμενες αιτίες, το συνολικό ποσό των 175.430 ευρώ, με το νόμιμο τόκο "από το ληξιπρόθεσμο κάθε μηνιαίας οφειλής σύμφωνα με το σκεπτικό" (της αποφάσεώς του αυτής).
Όμως ουδέν διέλαβε στην προσβαλλόμενη αυτήν απόφασή του αναφορικά με το ιδιαίτερο αγωγικό αίτημα που περιεχόταν σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες ένδικες αγωγές για επιδίκαση τόκων για τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, οι οποίοι αντιστοιχούσαν στα πιο πάνω αναφερόμενα μερικότερα χρονικά διαστήματα, για το συνολικό ποσό των 13.068.000 δραχμών, που, κατά τον αναιρεσείοντα, είχε επιδικαστεί σ΄ αυτόν τελεσιδίκως με την προηγούμενη υπ΄ αριθ. 9774/1995 απόφασή του.
Ακόμη, το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούνταν να λάβει από την αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 175.430 ευρώ για μηνιαίες αντιμισθίες του ως δικηγόρου για το χρονικό διάστημα από 8-2-1994 μέχρι 9-6-2004, το οποίο χρηματικό ποσό και επιδίκασε υπέρ του πρώτου, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω απόφασή του σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Όμως ουδέν διέλαβε στην προσβαλλόμενη αυτήν απόφασή του αναφορικά με το ιδιαίτερο περαιτέρω (μερικότερο) αγωγικό αίτημα που περιεχόταν στην από 23-9-2004 αγωγή του (με αριθμούς καταθέσεως 130121-389/30-9-2004) για επιδίκαση του ποσού των 984.000 δραχμών μηνιαίως για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής.
Ενόψει τούτων, τόσο ο πρώτος (χωρίς αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το ως άνω ιδιαίτερο αγωγικό αίτημα που περιεχόταν σε κάθε μία από τις προαναφερόμενες ένδικες αγωγές για επιδίκαση τόκων για οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 296 παρ. 1 του ΑΚ, όσο και ο τρίτος (επίσης χωρίς αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του άφησε αδίκαστο το ως άνω ιδιαίτερο (μερικότερο) αγωγικό αίτημα που περιεχόταν στην από 23-9-2004 ένδικη αγωγή του (με αριθμούς καταθέσεως 130121-389/30-9-2004) για επιδίκαση του ποσού των 984.000 δραχμών μηνιαίως για πάγιες αμοιβές του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής, κατά το άρθρο 63 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", δηλαδή αμφότεροι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.
γ΄ ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ο αμέσως όμως πιο πάνω τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο το περαιτέρω (μερικότερο) αγωγικό αίτημα που περιεχόταν στην ως άνω από 23-9-2004 αγωγή του (με αριθμούς καταθέσεως 130121-389/30-9-2004) για επιδίκαση του ποσού των 984.000 δραχμών μηνιαίως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του και δη κατά μεν το τμήμα του μέρους του λόγου αυτού αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της αφέσεως αδίκαστης της αιτήσεως για επιδίκαση πάγιων αμοιβών για το χρονικό διάστημα από 1-2-2004 έως 9-6-2004 ως αβάσιμος, αφού η μερικότερη αυτή αίτηση δεν αφέθηκε αδίκαστη, κατά τα προεκτιθέμενα, κατά δε το τμήμα του μέρους του λόγου αυτού αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της αφέσεως αδίκαστης της αιτήσεως για επιδίκαση πάγιων αμοιβών για το από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και εφεξής μέχρι τις 9-6-2005 χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί το σχετικό αγωγικό αίτημα ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 στοιχ.
α΄ του ΚΠολΔ, απαράδεκτο, εφόσον, κατά την τελευταία διάταξη, αν η παροχή εξαρτάται από αντιπαροχή, όπως στη σύμβαση με δικηγόρο για την παροχή από αυτόν, υπό την ιδιότητά του αυτήν, νομικών υπηρεσιών με πάγια (ετήσια ή μηνιαία) αμοιβή (άρθρο 63 παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία, έστω και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, αν δεν είναι απαιτητό το δικαίωμα, έτσι ώστε στην προκειμένη περίπτωση να μην ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, έστω και αν το Εφετείο πράγματι αγνόησε το εν λόγω περαιτέρω αγωγικό αίτημα.
Περαιτέρω, με τον επίσης χωρίς αρίθμηση δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του άφησε αδίκαστο αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος, εφόσον "δεν του επιδίκασε το επίδομα των 60.000 δραχμών μηνιαίως για το διάστημα 2002 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, το οποίο ήταν αίτημά της".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 599 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν καθορίζονται σ΄ αυτόν, ούτε αν και στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή ότι υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αμέσως πιο πάνω αίτηση (κεφάλαιο) αγωγής, αλλ΄ ούτε και το ειδικότερο περιεχόμενο της αιτήσεως αυτής, καθώς και σε ποιά ή σε ποιές από τις περισσότερες συνεκδικασθείσες αγωγές περιεχόταν η εν λόγω αίτηση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αφενός αν πράγματι υποβλήθηκε η αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης.
Επίσης με τον τελευταίο χωρίς αρίθμηση λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως. Και αυτό γιατί, κατά τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με την ένδικη από 23-9-2004 αγωγή του ζήτησε κυρίως "να αναγνωριστεί ότι με την κοινοποιηθείσα απόφαση με επιταγή για 36.000.000 δραχ.
δεν εξοφλήθηκε και η οφειλή.... (της 1ης αναιρεσίβλητης) εκ δραχ. 2.765.000 για τόκους Ιούνιος 2000 έως 15-7-2002" και επικουρικώς "..... να υποχρεωθεί.... (η 1η αναιρεσίβλητη) να του καταβάλει το ποσό των 2.765.000 δρχ. ως αποζημίωσή του εντόκως από την υπογραφή της αποδείξεως από την ακυρότητα της εξοφλητικής αποδείξεως, άλλως να υποχρεωθεί.... (η 1η αναιρεσίβλητη) να του καταβάλει το ποσό των 2.765.000 δρχ.
κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού...." και δεν ζητούσε, όπως δέχτηκε το Εφετείο "να αναγνωριστεί η ακυρότητα εξοφλητικής απόδειξης με την οποία..... (η 1η αναιρεσίβλητη) του κατέβαλε το επιδικασθέν με την 9774/1995 τελεσίδικη απόφαση.... του (ίδιου) δικαστηρίου χρηματικό ποσό πλέον τόκων και να υποχρεωθεί να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 2.765.000 δραχμών νομιμοτόκως πλέον Φ.Π.Α.".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του και δη, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα : α) Αναφορικά με τις από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν μπορεί να εξακριβωθεί με ασφάλεια από τα αναφερόμενα στο λόγο αναιρέσεως σε ποια, κατ΄ αυτόν, συγκεκριμένη πλημμέλεια υπέπεσε το Εφετείο, αν δηλαδή αυτό, αντίστοιχα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη (και ποια) πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη (και ποια) πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) ή επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη (άρθρο 559 αριθ. 9 ίδιου Κώδικα), δεδομένου ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ούτε το σχετικό περιεχόμενο της ως άνω ένδικης αγωγής, αλλ΄ ούτε και το τι ακριβώς δέχτηκε (αναφορικά με τυχόν πλημμέλειες από τον αριθμό 9 περ.
α΄ και β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) το Εφετείο σχετικά με τα επίμαχα αγωγικά κεφάλαιο και αίτημα. Και β) αναφορικά με τις από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν προσδιορίζεται στο λόγο αναιρέσεως ούτε σε τι συνίσταται η από τον αριθμό 10 του εν λόγω άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλ΄ ούτε και ο λόγος εξαιτίας του οποίου υπέπεσε το Εφετείο στην πλημμέλεια του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, αν δηλαδή η πλημμέλεια αυτή συνίσταται στη λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών (και ποιων) μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει ή το δικαστήριο εκείνο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.-
3.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετικά από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με άλλο, επίσης χωρίς αρίθμηση, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της υπ΄ αριθ. ... επιταγής για ποσό 48.976.952 δραχμών που επιδόθηκε στις 18-10-2000, β) της υπ΄ αριθ. ....επιταγής για ποσά 36.395.351 και 2.765.000 δραχμών που επιδόθήκε στις 18-7-2002, γ) της υπ΄ αριθ. ....
κατασχετήριας έκθεσης και της υπ΄ αριθ. .... περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...., προφανώς, όπως εκτιμάται, όλων αυτών ως εγγράφων άλλων δικών, και δ) των από 7-1-2003 και 3-6-2003 αποδείξεων, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά.
Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ΄ αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ΄ απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους.-
4.- Επειδή με άλλο, επίσης χωρίς αρίθμηση, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, γιατί "επιδίκασε αίτημα για το ποσό των 2.765.000 δρχ. από το οποίο (ο αναιρεσείων) νομίμως παραιτήθηκε με το από 17-10-2005 εξώδικό του", καθώς και με τις από 10-10-2005, 24-11-2004 και 7-2-2005 "παραιτήσεις" του κατά τα περαιτέρω στο λόγο αυτόν αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως τέτοιος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός γιατί, από την εκδοχή ότι επιδικάστηκε υπέρ του αναιρεσείοντος το αμέσως πιο πάνω χρηματικό ποσό, ενώ δεν υπήρχε πλέον, ύστερα από τις επικαλούμενες ως άνω παραιτήσεις αυτού (αναιρεσείοντος) από το σχετικό αγωγικό αίτημα, τέτοιο αίτημα, ο τελευταίος δεν έχει, ως διάδικος που νίκησε, έννομο συμφέρον να προβάλει τη σχετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού δεν υφίσταται βλάβη του (άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ως τέτοιος από τον αριθμό 8 περ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ειδικότερα, όπως εκτιμάται, η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφασίστηκε δυσμενώς για τον αναιρεσείοντα ότι δεν υφίσταται πλέον η ύπαρξη της ως άνω απαιτήσεώς του, παρά το ότι αυτός είχε παραιτηθεί από το σχετικό αγωγικό αίτημα, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αγωγικό αίτημα για καταβολή του αναφερόμενου χρηματικού ποσού των 2.765.000 δραχμών, ενώ στην πραγματικότητα το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δεν έκρινε επί τέτοιου αγωγικού αιτήματος, αλλά επί ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, την οποία και δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη, για εξόφληση απαιτήσεως του αναιρεσείοντος για τόκους υπερημερίας της περιόδου Ιουνίου 2000 έως 15-7-2002 συνολικού ύψους 2.765.000 δραχμών.
5.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του 5ου Κεφαλαίου του ΚΠολΔ (άρθρα 552 - 582), ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, όπως είναι και εκείνη για ακυρότητα, για οποιοδήποτε λόγο της δικαιοπραξίας, δεν μπορεί να ασκηθεί αυτοτελώς ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπό την έννοια ότι ασκείται χωρίς να στηρίζει λόγο αναιρέσεως, αλλ΄ απλώς και μόνο μπορεί να στηρίξει λόγο αναιρέσεως υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στους πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, βαθμούς δικαιοδοσίας.
Ειδικότερα, τέτοια ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι η αναίρεση δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα και έτσι με την άσκηση αυτής δεν επαναφέρεται σε εκκρεμοδικία η αγωγή για επανεκδίκαση ολικά ή εν μέρει, αλλά ελέγχεται η απόφαση ως προς τα τυχόν νομικά σφάλματά της, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα εξετάσεως της ουσίας.
Μόνο μετά την αναίρεση της αποφάσεως εξετάζεται στο δικαστήριο της παραπομπής η ουσία της υποθέσεως κατά το όλο ή το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση. πρ. βλ. Ολ. ΑΠ 38/1996. Επομένως η με το αναιρετήριο αυτοτελώς, με την ως άνω έννοια, όπως εκτιμάται, προβαλλόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου ένσταση για ακυρότητα της προαναφερόμενης, στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως, από 3-6-2003 εξοφλητικής αποδείξεως, την οποία υπέγραψε δικηγόρος ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ως δοθείσας της αποδείξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται, κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας που είχε παρασχεθεί από τον τελευταίο στον εν λόγω δικηγόρο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως γιατί τέτοια ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί αυτοτελώς στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, αλλ΄ απλώς και μόνο θα μπορούσε να στηρίξει λόγο αναιρέσεως, αν ήταν (η ένσταση) ορισμένη και νομικά βάσιμη και είχε υποβληθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο.
Πρέπει, να σημειωθεί ότι πράγματι με την από 23-9-2004 ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εκεί αναφερόμενης εξοφλητικής αποδείξεως και να υποχρεωθεί η 1η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 2.765.000 δραχμών, ενώ με την άλλη από 20-12-2004 ένδικη αγωγή του ο ίδιος ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επίσης εκεί αναφερόμενης εξοφλητικής αποδείξεως και να υποχρεωθεί η 1η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 2.765.000 δραχμών, πλην όμως δεν προβάλλεται ειδικός λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ακυρότητα των αμέσως πιο πάνω έγγραφων αποδείξεων.-
6.- Επειδή όλες οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με το αναιρετήριο πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-
7.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το μέρος της κατά το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί επί του ιδιαίτερου αγωγικού αιτήματος που περιεχόταν σε κάθε μία από τις αναφερόμενες στη δεύτερη σκέψη της παρούσας αποφάσεως ένδικες αγωγές για επιδίκαση τόκων για οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, καθώς και επί του επίσης ιδιαίτερου (μερικότερου) αγωγικού αιτήματος που περιεχόταν στην από 23-9-2004 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος (με αριθμούς καταθέσεως 130121-389/30-9-2004) για επιδίκαση του ποσού των 984.000 δραχμών μηνιαίως για πάγιες αμοιβές του για το χρονικό διάστημα από 10-6-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής αυτής, κατά τους πρώτο και τρίτο κατά ένα μέρος του λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθέση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πρέπει να καταδικαστείς τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης αυτής, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα αυτού, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός από τους διαδίκους αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 2657/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθό μέρος η αίτηση αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Ψ1).- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Ψ1), την οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.-
Αναιρεί μερικώς ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ") και δη μόνο κατά το αναφερόμενο το αιτιολογικό μέρος της την αμέσως πιο πάνω υπ΄ αριθ. 2657/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αμέσως πιο πάνω πρώτη αναιρεσίβλητη (ανώνυμη βιομηχανική και εμπορική ετιαρεία με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ") σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ