2124/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated2124/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά του τελευταίου αυτού (υπ'αριθ. 1.782/2005) εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων .... με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2124 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2124/2005
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ... , κατοίκου Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1782/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... .
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκμεβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, με αριθμό 307/26.6.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 38/27-12-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... , κατά του υπ'αριθ. 1.782/1-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής:
Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ'αριθ. 1.159/2005 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο ήταν εμπιστευμένο στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας και του οποίου η αξία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 98 §§ 1 & 2 και 375 §§ 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 του ίδιου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ.1 του άρθρου 375 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996), την οποία φέρεται ότι διέπραξε στη Θεσσαλονίκη με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά το χρονικό διάστημα από 2-5-2003 έως 16-8-2004, εις βάρος της εδρεύουσας στην Περαία Θεσσαλονίκης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ-ΓΕΡΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ-Α.ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε.".
Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ... άσκησε την υπ'αριθ. 69/27-10-2005 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθ. 1.782/1-12-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η προαναφερόμενη έφεση και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του τελευταίου αυτού (υπ'αριθ. 1.782/2005) εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων .... με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ.
με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε αυτή στις 27-12-2005, με δήλωση του ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος δικηγόρου ... ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 38/27-12-2005 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο με θυροκόλληση στις 4-1-2006 και στον αντίκλητο δικηγόρο του ...
αυτοπροσώπως στις 23-1-2006, και β) διαλαμβάνονται στην ίδια αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 § 1 περ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ).
Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ'αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1687/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 638, ΑΠ 336/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 978, ΑΠ 348/1996 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΜΖ΄ σελ. 33).
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει επιπροσθέτως και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734).
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 375 §§ 1 και 2 εδ. α΄ του ΠΚ, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι το πράγμα αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στο δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν γίνεται αυτή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξάρτητα από τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω καταστάσεις ή ιδιότητες, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των 73.000 ευρώ, ενώ εξ υποκειμένου απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία (ΑΠ 2328/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ.
ΝΕ΄ σελ. 811, ΑΠ 100/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 873). Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθίσταται υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως από μόνη τη διενέργεια εκ μέρους του αναλόγων πράξεων, οπότε πρόκειται για διαχειριστή εν τοις πράγμασι (ΑΠ 2328/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ.
ΝΕ΄ σελ. 811, ΑΠ 394/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 30). Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που τελέστηκε μετά τις 3-6-1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δ'αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 115/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ.
ΝΕ΄ σελ. 33).
ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 1.782/1-12-2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων σ'αυτήν κατ'είδος αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εφεσείων (...) και ο μηνυτής (... ) τυγχάνουν μέτοχοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ-ΓΕΡΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ-Α.ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης και έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση νευροψυχιατρικής και γεροντολογικής κλινικής και την εν γένει παροχή των αντίστοιχων ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και την περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών που χρήζουν ιατρικής παρακολούθησης.
Στις 22-6-2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το με αριθμό 66/22-7-2003 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της προαναφερόμενης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων-κατηγορούμενος ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής και ο μηνυτής τα καθήκοντα του αντιπροέδρου. Η εταιρεία είχε μεγάλο κύκλο εργασιών και καθώς ασχολούνταν με την οργάνωση και εκμετάλλευση της νευρολογικής κλινικής, η οποία απασχολούσε πολυάριθμο εργατικό, υπαλληλικό και επιστημονικό προσωπικό, διατηρούσε και οργανωμένο λογιστήριο και ταμείο.
Ο εφεσείων όμως κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2003 μέχρι 16-8-2004, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρείας νοσήλια συνολικού ύψους 82.683,70 ευρώ δεν εισέφερε το παραπάνω ποσό στο ταμείο της εταιρείας, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς κανένα δικαίωμα. Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά που περιήλθαν στην κατοχή του και τα ιδιοποιήθηκε (παράνομα) με την προεκτεθείσα ιδιότητά του έχουν κατά μήνα ως εξής: 1) Μάιος 2003, 3.860 ευρώ, 2) Ιούνιος 2003, 5.681 ευρώ, 3) Ιούλιος 2003, 4.543,47 ευρώ, 4) Αύγουστος 2003, 3.769 ευρώ, 5) Σεπτέμβριος 2003, 3.717,47 ευρώ, 6) Οκτώβριος 2003, 3.828,47 ευρώ, 7) Νοέμβριος 2003, 1.752 ευρώ, 8) Δεκέμβριος 2003, 5.342 ευρώ, 9) Ιανουάριος 2004, 5.328,47 ευρώ, 10) Φεβρουάριος 2004, 4.299,47 ευρώ, 11) Μάρτιος 2004, 5.349,47 ευρώ, 12) Απρίλιος 2004, 5.685,47 ευρώ, 13) Μάιος 2004, 4.252,47 ευρώ, 14) Ιούνιος 2004, 8.198,47 ευρώ, 15) Ιούλιος 2004, 11.456 ευρώ, και 16) Αύγουστος 2004, 5.620 ευρώ.
Το γεγονός της παρακράτησης και ιδιοποίησης των παραπάνω ποσών, μαρτυρείται και επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των προταθέντων μαρτύρων ... και .... , από τις οποίες η πρώτη είναι λογίστρια της νευρολογικής κλινικής και η δεύτερη υπάλληλος του γραφείου κίνησης αυτής. Μάλιστα, όπως καταθέτει ο μάρτυρας .... , ως έχων τη λογιστική επιστασία (τήρηση) των βιβλίων Γ΄ κατηγορίας της ανωτέρω εταιρείας, για την αμοιβή του προέδρου (μισθό ή αποζημίωση) απαιτείται, σύμφωνα με τη νομοθεσία "περί ανωνύμων εταιρειών" απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία, στη συνέχεια πρέπει να επικυρωθεί από την ετήσια τακτική γενική συνέλευση των μετόχων, τέτοια όμως απόφαση, μολονότι το θέμα ετέθη δύο φορές, δεν ελήφθη.
Ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι έλαβε τα προαναφερθέντα ποσά, για τα οποία υφίστανται άλλωστε οι σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς τους νοσηλευόμενους, πλην όμως αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται, ισχυριζόμενος ότι τις απολήψεις αυτές των χρηματικών ποσών διενήργησε ως αμοιβή του για την νυχθημερόν προσφορά του στην κλινική, σε επίπεδο τόσο επιστημονικό, όσο και διοικητικό, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται δόλος παράνομης ιδιοποίησης, αλλά τουναντίον πρόκειται για αστική διαφορά, για την οποία αρμόδια είναι τα αστικά δικαστήρια.
Επικαλείται μάλιστα το γεγονός ότι το Νοέμβριο του 1998, υπήρξε ατύπως συμφωνία μεταξύ αυτού και του μηνυτή, για λήψη αμοιβής 1.200.000 δρχ., ενώ ο τελευταίος του πρότεινε αμοιβή 800.000 δρχ., χωρίς όμως να ληφθεί κάποια απόφαση, έκτοτε δε ελάμβανε από την εταιρεία 3.000 ευρώ, μέχρι το Μάιο του 2003, με τη σιωπηρή συναίνεση του μηνυτή.
Ενώ όμως μέχρι το Μάιο του 2003 απέδιδε τα χρήματα αυτά στην εταιρεία, στη συνέχεια παρακρατούσε τα ποσά και δεν τα απέδιδε στην εταιρεία, αυξάνοντας μάλιστα την αντιμισθία του στο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως, παρά την αντίθεση του μηνυτή και την ανυπαρξία απόφασης των αρμοδίων οργάνων της εταιρείας.
IV.- Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω σκέψεις, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις (ενοχής) εις βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ... για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος που του αποδίδεται. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το παραπάνω Συμβούλιο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε (με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση) ότι προέκυψαν από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και το περιεχόμενο της κριθείσης εφέσεώς του.
Έκανε δε ιδιαίτερη μνεία στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ...., χωρίς να αναφέρει ο,τιδήποτε για άλλους μάρτυρες και για τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα. Όπως προκύπτει, όμως, από τον φάκελο της δικογραφίας, τον οποίο παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως εξετάστηκε κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης ως μάρτυρας εκτός των ανωτέρω και ο ψυχίατρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ-Α.ΚΑΡΙΠΗ" ...
και κατατέθηκαν μαζί με την ασκηθείσα από τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τα παρακάτω έγγραφα: 1) Η από 14-10-2005 βεβαίωση του λογιστή της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας ... , σύμφωνα με την οποία από τα τηρούμενα στην επιχείρησή της βιβλία προκύπτει ότι για τη λειτουργία της κλινικής πραγματοποιήθηκαν δαπάνες προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, εκτός των αμοιβών του απασχολουμένου προσωπικού α) κατά τον μήνα Μάιο 2003 το ποσό των 41.424,81 ευρώ, και β) κατά τον μήνα Ιούνιο 2003 το ποσό των 32.878,68 ευρώ και τα οποία ποσά έχουν καταβληθεί από την επιχείρηση στους δικαιούχους, και 2) το υπ'αριθ. 9/27-6-2004 πρακτικό της 6ης τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο η προαναφερόμενη γενική συνέλευση μετόχων, στην οποία συμμετείχε και ο μηνυτής ... , ενέκρινε ομόφωνα όλες τις πράξεις του διοικητικού συμβουλίου της συγκεκριμένης εταιρείας που αφορούσαν την οικονομική της διαχείριση και απάλλαξε, επίσης, ομόφωνα τα μέλη του ιδίου διοικητικού συμβουλίου και τους ελεγκτές από κάθε ευθύνη αποζημιώσεως για τη χρήση του έτους 2003 (από 1-1-2003 έως 31-12-2003).
Τα έγγραφα αυτά προσκόμισε και επικαλέστηκε με την κριθείσα κατ'εκείνο το χρόνο έφεσή του ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου με το πρώτο εξ αυτών να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι το μεγαλύτερο τμήμα του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος από τον ίδιο ποσού των 82.683,70 ευρώ το διέθεσε για την εξόφληση οφειλών της εκπροσωπούμενης από αυτόν ανώνυμης εταιρείας προς τρίτους και δεν το υπεξαίρεσε, ενώ με το δεύτερο τούτων επεδίωκε να καταδείξει την αντιφατική συμπεριφορά του μηνυτή του .... , ο οποίος ενώ τον κατεμήνυσε την 1-9-2004 για την αξιόποινη πράξη υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση που του αποδίδεται, ενέκρινε στις 27-6-2005 την οικονομική διαχείριση της ανώνυμης εταιρείας "ΝΕΥΡΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΛ.
ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ- ΑΛ. ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε." για το έτος 2003 ως καλώς έχουσα, αν και γνώριζε όλα τα στοιχειοθετούντα την ίδια ως άνω αξιόποινη πράξη υπεξαιρέσεως πραγματικά περιστατικά. Λαμβανομένου, ύστερα απ'όλα αυτά υπόψη ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία των παραπάνω εγγράφων, υπάρχει σ'αυτό ασάφεια, αφού δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, τα έλαβε, ως όφειλε, υπόψη του και τα συνεξετίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να στερείται τούτο της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 98 §§ 1 & 2 και 375 §§ 1 και 2 του ΠΚ, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 του ίδιου άρθρου προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως η παρ.1 του άρθρου 375 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996, οι οποίες παραβιάστηκαν έτσι εκ πλαγίου, ώστε να μην έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα νόμιμη βάση.
Περαιτέρω, αιτιολογείται μερικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ιδιότητας του διαχειριστή ξένης περιουσίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της παραπομπής του στο ακροατήριο για ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις κακουργηματικής υπεξαιρέσεως.
Ειδικότερα, γίνεται μεν δεκτό στο αιτιολογικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι στις 22-6-2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το υπ'αριθ. 66/22-7-2003 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας "ΝΕΥΡΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΛ. ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ- ΑΛ. ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε.", σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων-κατηγορούμενος άρχισε να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής και ο μηνυτής τα καθήκοντα του αντιπροέδρου από τις 22-7-2003 και εφεξής, δεν περιλαμβάνεται, όμως, στη συγκεκριμένη παραδοχή και το χρονικό διάστημα των μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2003, κατά το οποίο φέρονται ως τελεσθείσες τρεις (3) από τις δεκαέξι (16) συνολικά μερικότερες πράξεις υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση και δεν διευκρινίζεται αν και τότε ήταν ο ίδιος νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας.
Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αντικρούεται η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κατηγορία υπεξαιρέσεως εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας "ΝΕΥΡΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΛ. ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ- ΑΛ. ΚΑΡΙΠΗ Α.Ε." από τον επικαλούμενο από τον ίδιο ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο μέχρι τον Μάιο του έτους 2003 ελάμβανε ως μηνιαία αποζημίωση, για τις επιστημονικές και διοικητικές του υπηρεσίες που προσέφερε στην παραπάνω νευροψυχιατρική κλινική, το ποσό των 3.000 ευρώ, με την απόλυτη και σύμφωνη συναίνεση του μηνυτή του ... , καθόσον είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 23α § 2 του Ν. 2190/1920, η αντίστοιχη συμφωνία, χωρίς προηγούμενη ειδική έγκρισή της από τη γενική συνέλευση των μετόχων (ΑΠ 1802/2001 ΕλλΔνη έτους 2004 σελ. 1406), την έλλειψη εγκρίσεως της οποίας δεν θεραπεύει ούτε και η εκ των υστέρων παροχή της από τη γενική συνέλευση, έστω και δόθηκε η τελευταία ομόφωνα (ΑΠ 842/1999 ΕλλΔνη έτους 2000 σελ. 923).
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω είναι βάσιμοι οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ & δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρα 485 § 1 και 519 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να αναιρεθεί το υπ'αριθ. 1782/1-12-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση αίτηση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Αθήνα, 20 Ιουνίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά το φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικό ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή.
Περαιτέρω για την πληρότητα της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των βουλευμάτων σε σχέση με την έκθεση σ' αυτά των αποδείξεων στις οποίες το Συμβούλιο στήριξε την παραπεμπτική ή απαλλαγή κρίση του, αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και προσδιορισμός κατά κατηγορία των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), στην αξιολόγηση των οποίων στηρίχθηκε το βούλευμα, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη χωριστή μνεία του καθένα από αυτά, ή το συγκεκριμένο περιστατικό που προκύπτει από αυτά ούτε η ξεχωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
Αρκεί να προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν κατά την προδικασία και προέβη σε εκτίμηση αυτών και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει και το προσβαλλόμενο 1782/2005 βούλευμα, ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, ότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος, προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και ο μηνυτής τυγχάνουν μέτοχοι σε ποσοστό 50%, ο καθένας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΗ-ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ-ΓΕΡΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α. ΠΙΣΣΑΛΙΔΗ - Α. ΚΑΡΙΠΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Περαία Θεσσαλονίκης και έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση νευροψυχιατρικής και γεροντολογικής κλινικής και την εν γένει παροχή αντίστοιχων ιατρικών υπηρεσιών καθώς και την περίθαλψη και νοσηλεία ασθενών που χρήζουν ιατρικής παρακολούθησης.
Στις 22-6-04 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών με το με αριθμό 66/22-7-03 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσείων - κατηγορούμενος ασκεί τα καθήκοντα του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου και ο μηνυτής τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου. Η εταιρία είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, και καθώς ασχολούνταν με την οργάνωση και εκμετάλλευση της νευρολογικής κλινικής η οποία απασχολούσε πολυάριθμο εργατικό, υπαλληλικό και επιστημονικό προσωπικό, διατηρούσε και οργανωμένο λογιστήριο και ταμείο.
Ο εφεσείων όμως κατά το χρονικό διάστημα από το Μάϊο του 2003 μέχρι 16-8-04, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της εταιρίας από ασθενείς και πελάτες της εταιρίας νοσήλια συνολικού ύψους 82.683,70 ευρώ δεν εισέφερε το παραπάνω ποσό στο ταμείο της εταιρίας αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς κανένα δικαίωμα.
Ειδικότερα, τα χρηματικά ποσά που περιήλθαν στην κατοχή του και ιδιοποιήθηκε με την προεκτεθείσα ιδιότητά του έχουν κατά μήνα ως μήνα: 1) Μάιος 2003, 3860 ευρώ, 2) Ιούνιος 2003, 5861 ευρώ, 3) Ιούλιος 2003, 3860 ευρώ, 4) Αύγουστος 2003, 3769 ευρώ, 5) Σεπτέμβριος 2003, 3717,47 ευρώ, 6) Οκτώβριος 2003, 3828,47 ευρώ, 7) Νοέμβριος 2003, 1752 ευρώ, 8) Δεκέμβριος 2003, 5342 ευρώ, 9) Ιανουάριος 2004, 5328 ευρώ, 10) Φεβρουάριος 2004, 4299,47 ευρώ, 11) Μάρτιος 2004, 5349,47 ευρώ, 11) Απρίλιος 2004, 5685,47 ευρώ, 12) Μάιος 2004, 4252 ευρώ, 13) Ιούνιος 2004, 8198 ευρώ, 14) Ιούλιος 2004, 11456 ευρώ, 15) Αύγουστος 2004, 5620 ευρώ.
Το γεγονός της παρακράτησης και ιδιοποίησης των παραπάνω ποσών, μαρτυρείται και επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των προταθέντων μαρτύρων ... και ... , η πρώτη με την ιδιότητα της λογίστριας της νευρολογικής κλινικής και η δεύτερη ως υπάλληλος του γραφείου κίνησης. Μάλιστα, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ..., ως έχων τη λογιστική επιστασία (τήρηση) των βιβλίων Γ΄ κατηγορίας της ανωτέρω εταιρίας, για την αμοιβή του Προέδρου (μισθό η αποζημίωση) απαιτείται, σύμφωνα με τη Νομοθεσία "περί ανωνύμων εταιριών" απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία, στη συνέχεια θα έπρεπε να επικυρωθεί από την ετήσια τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων, τέτοια όμως απόφαση, μολονότι το θέμα αποδέχεται ότι έλαβε τα προαναφερθέντα ποσά για τα οποία υφίστανται άλλωστε οι σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προς τους νοσηλευόμενους, πλην όμως αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται, ισχυριζόμενος ότι τις απολήψεις αυτές των χρηματικών ποσών διενήργησε ως αμοιβή του για την νυχθημερόν προσφορά του στην κλινική, σε επίπεδο τόσο επιστημονικό όσο και διοικητικό, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται δόλος παράνομης ιδιοποίησης, αλλά τουναντίον πρόκειται για αστική διαφορά, για την οποία αρμόδια είναι τα Αστικά Δικαστήρια.
Επικαλείται μάλιστα το γεγονός ότι το Νοέμβριο του 1998, υπήρξε ατύπως συμφωνία μεταξύ αυτού και του μηνυτού, για λήψη αμοιβής 1.200.000 δρχ., ενώ ο τελευταίος του πρότεινε αμοιβή 800.000 δρχ., χωρίς όμως να ληφθεί κάποια απόφαση, έκτοτε δε ελάμβανε από την εταιρία 3.000 ευρώ, μέχρι τον Μάιο του 2003, με την σιωπηρή συναίνεση του μηνυτή.
Ενώ όμως, μέχρι το Μάιο του 2003 απέδιδε τα χρήματα αυτά στην εταιρία, στη συνέχεια παρακρατούσε τα ποσά, και δεν τα απέδιδε αυξάνοντας μάλιστα την αντιμισθία του στο ποσό των 5000 ευρώ, μηνιαίως, παρά την αντίθεση του μηνυτή και την ανυπαρξία απόφασης των αρμοδίων οργάνων της εταιρίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε την έφεση του κατά του 1159/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί Για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Όπως όμως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενο, για τον έλεγχο της βασιμότητας αναιρετικού λόγου πλην των καταθέσεων των μνημονευομένων ως άνω μαρτύρων υπάρχει διαφορετικό περιεχόμενο κατάθεσης του ψυχιάτρου και μέλους του διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω κλινικής ..., ως και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο κατηγορούμενος προς υποστήριξη της έφεσης που άσκησε κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος:
α) Η από 14-1-2005 βεβαίωση του εξετασθέντος προηγουμένως ως άνω μάρτυρος ..., λογιστή της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με την οποία από τα τηρούμενα στην επιχείρησή της βιβλία προκύπτει ότι για την λειτουργία της κλινικής πραγματοποιήθηκαν δαπάνες προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, εκτός των αμοιβών του απασχολουμένου προσωπικού α) κατά το μήνα Μάιο 2003 το ποσό των 41.424,81 ευρώ και β) κατά τον μήνα Ιούνιο 2003 το ποσό των 32.878,68 ευρώ και τα οποία ποσά έχουν καταβληθεί από την επιχείρηση στους δικαιούχους, και 2) το υπ' αριθ. 9/27-6-2004 πρακτικό της 6ης τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο η προαναφερόμενη γενική συνέλευση μετόχων, στην οποία συμμετείχε και ο μηνυτής ..., ενέκρινε ομόφωνα όλες τις πράξεις του διοικητικού συμβουλίου της συγκεκριμένης εταιρείας που αφορούσαν την οικονομική της διαχείριση και απάλλαξε, επίσης, ομόφωνα τα μέλή του ιδίου διοικητικού συμβουλίου και τους ελεγκτές από κάθε ευθύνη αποζημιώσεως για τη χρήση του έτους 2003 (από 1-1-2003 έως 31-12-2003).
Έτσι, όμως παρά την τυπική στην αρχή του αιτιολογικού του προσβαλλομένου βουλεύματος αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, η μη αναφορά ιδιαίτερα στο περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων της δικογραφίας, με το πρώτο από τα οποία ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι στο μεγαλύτερο ποσό από φερόμενο ως υπεξαιρεθέν απ' αυτό το διέθεσε για εξόφληση χρεών της εταιρίας, το δε υπόλοιπο που απέμεινε ανερχόμενο σε 8380,21 ευρώ (82.683.70-74.303,49) δεν προσδίδει στην πράξη που του αποδίδεται κακουργηματικό χαρακτήρα, με το δε δεύτερο επισημαίνει την όλως αντιφατική συμπεριφορά του μηνυτή, δημιουργεί ασάφεια στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, τα έλαβε και αυτά υπόψη του και τα εξετίμησε προκειμένου να καταλήξει στα παραπάνω κρίση του.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος στις 22-6-2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το υ π' αριθμ. 66/22-7-2003 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος άρχισε να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου από τις 22-7-2003 και εφεξής, δημιουργείται ασάφεια, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες παραπέμπεται αυτός στο ακροατήριο και που φέρονται ότι τελέσθηκε κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο 2003, αν και κατά το διάστημα αυτό, ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, ιδιότητα που προσδίδει στις πράξεις αυτές κάθε μια από τις οποίες είχαν αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κακουργηματικό χαρακτήρα.
Οι παραπάνω ασάφειες που προσβαλλομένου βουλεύματος στερούν αυτό από την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. μοναδικός λόγος της αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1782/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ