Supreme Court allows appeal against second defendant for procedural error regarding death notification timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second defendant while dismissing the claim against the first defendant due to a procedural error. The appellant argued that the lower court failed to address an irrevocable prosecutor's indictment regarding defamation and insult, which relied on the same facts as the civil suit. The court found this argument valid because the indictment was submitted before the second-instance judgment became final, making the omission a procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a) and 287 of the Code of Civil Procedure; The death of a co-litigant causes a forceful suspension of the trial only if the fact and its legal notification occur before the oral hearing, and the trial continues normally against remaining co-litigants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2123 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2123/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥA2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Νικολουδάκου.Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Δ. του Ι. και 2) Ι. Δ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 12ης Φεβρουαρίου 2024 δηλώθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του 2ου των αναιρεσιβλήτων, όπως αναφέρεται στο πρακτικό με αριθμό 12/2024 του δικαστηρίου τούτου.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-03-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο … Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-07-2021 αίτησή του και τους από 20-12-2022 πρόσθετους λόγους.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΙ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.
Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, όπως είναι ο θάνατος του διαδίκου , όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.
Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 575/2020). Εξάλλου ο αντίδικος του υπερού η διακοπή της δίκης μπορεί να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο περί επανάληψης της βιαίως διακοπείσας δίκης (ΑΠ1283/2022, ΑΠ 649/2020).Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία , υπ' αριθ. 35/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου , η οποία απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 683/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου , με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα από τους ενάγοντες θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914,932 ΑΚ και 361,362 και 363 Π Κ αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση της εν λόγω από 12.7.2021 αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης στη δικάσιμο της 12.2.2024 εμφανίστηκε ο Ε. Δ., πληρεξούσιος δικηγόρος του δευτέρου εναγόμενου - αναιρεσίβλητου Ι. Δ., ο οποίος με προφορική δήλωση του, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα με αριθμό 12/2024 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ....2023 και κατέθεσε το από ....2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Ναυπλιέων του Νομού Αργολίδας.
Η γνωστοποίηση του θανάτου του ανωτέρω- που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης- του αντιδίκου αυτού είναι νόμιμη. Ενόψει τούτου και του ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ) πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ.
να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ανωτέρω δεύτερο -αναιρεσίβλητο, για τον οποίο, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς την συνδεόμενη με τον δεσμό της απλής ομοδικίας πρώτης αναιρεσίβλητης καθόσον, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη εξ αντιδιαστολής, από το άρθρο 288 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς 2.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ. αριθ. ....2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Α. Μ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και του υπ' αριθμ. 12/2024 πρακτικού συνεδρίασης του Αρείου Πάγου , σύμφωνα με το οποίο στη δικάσιμο της 12.3.2024 κατά την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παρέστη και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 28.4.2025 επιδόθηκε στην ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, δικάζοντας σαν να ήταν παρούσα και αυτή.3.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553.556,558, 564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 20.12.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20.12.2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21.2.2025 σύμφωνα με την προαναφερθείσα υπ’ αριθ. ....2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Α.
Μ. ,δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 παρ 2 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ 3 Κ.
Πολ. Δ.), και να συνεκδικασθούν με την ως άνω αναίρεση, εφόσον έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης [άρθρο 246 ΚΠολΔ] 4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επιπλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης συνδυασμός της με την προσβολή, καθώς και ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα.
Ειδικότερος προσδιορισμός στοιχείων, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές τους σχέσεις, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης του υπαιτίου κλπ, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες) και συνεπώς δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί αυτών διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 829/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη ως απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας, μολονότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία.
Ο ανωτέρω λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, εφόσον , υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία ,για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης , γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή.
Ώς προς την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων στην από 24.6.2014 και με αριθ καταθ. 22/2014 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 243/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου καθώς και στο από 1.10.2014 δικόγραφο των προτάσεων του που κατέθεσε στο πλαίσιο εκδίκασης της ως άνω έφεσής του διέλαβε τις αναλυτικά αναφερόμενες σ' αυτή εξυβριστικές και δυσφημιστικές αλλά και συκοφαντικές εις βάρος της εκφράσεις, προσβάλλοντας την τιμή και την υπόληψή της και την προσωπικότητά της και ότι από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου αυτή [ενάγουσα] υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας αιτήθηκε μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταφηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ.
Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ’ αυτήν τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρα 361, 362-363, ΠΚ και ειδικότερα αναφέρεται επαρκώς και με σαφήνεια το είδος της προσβολής με τις αναλυτικά αναφερόμενες σε αυτήν κατά περιεχόμενο πράξεις, οι οποίες προκάλεσαν την προσβολή της ενάγουσας , ο αιτιώδης σύνδεσμος της με αυτές, καθώς και το ότι ο προσβάλλων τελούσε σε υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση αυτών Μετά ταύτα ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, Συνεπώς ο τρίτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος. 5.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.
Α.Π. 23/2008, Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005, Α.Π. 688/2019, Α.Π. 895/2011). Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, παρέλειψε να αναφέρει κάποιο είδος αποδεικτικού μέσου ή αν, παρά τη γενική βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δημιουργείται αμφιβολία αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο [ΟλΑΠ 8/2016] , αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 964/2020,), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (Α.Π. 970/2017).
Στα έγγραφα που δεν ελήφθησαν υπόψη περιλαμβάνεται και η αντίθετη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου [ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1870/2014 ] , και δη η αμετάκλητη αθωωτική η οποία παρ' ότι δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης (Ολ.
Α.Π. 4/2020, ΑΠ 7/2022 , Α.Π. 964/2020, Α.Π. 68/2020, Α.Π. 365/2019). Εξάλλου στην έννοια της αθωωτικής ποινικής απόφασης περιλαμβάνεται και κάθε περίπτωση μη διαπιστωμένης ενοχής' [Α.Π. 208/2025, 1238/2021] , ως τέτοιας νοούμενης και της αμετάκλητης εισαγγελικής διάταξης με την οποία απερρίφθη κατ' ουσία έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο του σκέλος και τον συμπληρωματικό αυτού δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν έλαβε υπόψη του, και δεν συνεκτίμησε, πλέον των άλλων και τα υπ' αυτού νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι την υπ' αριθ. Γ14/280/195ΔΒ/20.11.2018 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου , με την οποία κατ' άρθρο 47 παρ 2-1 ΚΠΔ απορρίφθηκε κατ' ουσία η από ....2014 έγκληση της αναιρεσίβλητης και του αποβιώσαντος πατρός της κατ αυτού για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, με βάση τα ίδια με την επίδικη υπόθεση πραγματικά περιστατικά, και το υπ' αριθ.
πρωτ. ....2019 πιστοποιητικό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου σύμφωνα με το οποίο δεν ασκήθηκε κατά της εν λόγω διάταξης προσφυγή κατ' άρθρο 48 παρ. 1 ΚΠΔ Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, διέλαβε τα εξής: Οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες ξενοδοχειακής επιχείρησης ενοικιαζόμενων δωματίων με την επωνυμία "...
Bungalows", η οποία βρίσκεται επί οικοπέδου συγκυριότητάς τους, εκάστου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κείμενου στο Τολό Αργολίδας στη θέση "Κοκκινόβραχος", έκτασης 2.000 τ.μ. Μεταξύ των εφεσίβλητων και εναγόντων αφενός και του εκκαλούντος και εναγόμενου αφετέρου υφίσταται έντονη αντιδικία, στο πλαίσιο της οποίας οδηγήθηκαν τούτοι κατ' επανάληψη στα δικαστήρια, με αφορμή το γεγονός ότι ο εκκαλών και εναγόμενος, επικαλούμενος κυριότητα επί όμορου ακινήτου, έκτασης 1.439 τ.μ., παρεμπόδισε με κατασκευές του την διέλευση των οχημάτων των εφεσίβλητων και εναγόντων και των πελατών της επιχείρησής τους από τρεις οδούς που υπάρχουν στο εν λόγω ακίνητο, οι οποίες οδηγούν στα ενοικιαζόμενα δωμάτια των εφεσίβλητων και εναγόντων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες, επικαλούμενοι δημοτικό άλλως δημόσιο χαρακτήρα των επίδικων οδών, άλλως δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου σε αυτές, με την οποία (δουλεία διόδου) ήταν βεβαρημένο του ακίνητο του εκκαλούντος και εναγόμενου, με την από 7.4.2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να διαταχθούν τα πλέον πρόσφορα ασφαλιστικά μέτρα, ώστε να απομακρυνθούν οι αυθαίρετες εγκαταστάσεις του εδώ εκκαλούντος και εναγόμενου και να τους επιτραπεί και πάλι η χρήση των επίδικων οδών.
Η αίτηση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, κατά την τελευταία επικουρική της βάση, δηλαδή εκείνη της προστασίας του δικαιώματος οιονεί νομής δουλείας διόδου, με την 243/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, η οποία υποχρέωσε τον εδώ εκκαλούντα και εναγόμενο να καθαιρέσει, αμέσως και με δικά του έξοδα και δαπάνες, όλες τις κατασκευές και να εκριζώσει όλα τα φυτευθέντα από αυτόν δενδρύλλια και να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερα κατάσταση και δη:
α) να γκρεμίσει την κατασκευή με πασσάλους στερεωμένους σε μπετό, που έχει κάνει επάνω ακριβώς στις τρεις διόδους - δρόμους, β) να ξεριζώσει τα τέσσερα δένδρα που έχει φυτέψει και να κλείσει τους λάκκους, βάθους δύο μέτρων έκαστος, που έχει ανοίξει, ακριβώς στη μέση των δρόμων, προκειμένου να αποκλείσει τελείως την είσοδο και έξοδο οιουδήποτε αυτοκινήτου στην επιχείρηση, γ) να χτίσει πάλι το καθαιρεθέν τμήμα από τους τοίχους της αντιστήριξης που χρησιμεύουν για την συγκράτηση των χωμάτων και των υδάτων και για την συγκράτηση κατολισθήσεων, τους οποίους (τοίχους) είχε γκρεμίσει, δ) να απομακρύνει το συρματόπλεγμα που είχε βάλει στους δρόμους, ε) να απομακρύνει την κατασκευή με μπετά που είχε κάνει στις άκρες του συρματοπλέγματος, χρησιμοποιώντας τις πέτρες από τους τοίχους αντιστήριξης που προηγουμένως γκρέμισε, στ) να γκρεμίσει το αδιαπέραστο τοιχίο με στοιβαγμένες πέτρες που είχε τοποθετήσει στους τρεις δρόμους- διόδους και ζ) να αφαιρέσει τις μπετόβεργες που είχε τοποθετήσει στον επονομαζόμενο πάνω δρόμο (τον τρίτο δρόμο που οδηγεί στη δεξαμενή υδάτων).
Κατά της απόφασης αυτής, ο εδώ εκκαλών και εναγόμενος άσκησε την υπ' αρ. εκθ. καταθ. 22/2014 έφεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά την δικάσιμο της 1.10.2014 και επί της οποίας εκδόθηκε η 794/2014 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία η ως άνω έφεση, αφού έγινε τυπικά δεκτή, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, καθώς κρίθηκε, κατά πιθανολόγηση, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι εδώ εφεσίβλητοι και ενάγοντες αποβλήθηκαν παράνομα από την οιονεί νομή δουλείας διόδου, με την οποία ήταν βεβαρημένο το ακίνητο του εδώ εκκαλούντος και εναγόμενου, και έκανε δεκτή ως βάσιμη την αίτηση κατά την επικουρική βάση της, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.
Στο δικόγραφο της ως άνω έφεσής του, ο εδώ εκκαλών και εναγόμενος περιέλαβε, μεταξύ άλλων, για τους εφεσίβλητους και ενάγοντες τα εξής: "Τελικά "οι μαντικές ικανότητες" των αντιδίκων επιβεβαιώθηκαν, τρόπο τινά, με την έκδοση της εκκαλουμένης από "Η τον κ. Ειρηνοδίκη. (...) Ως επιστέγασμα της ιλαροτραγωδίας και του ευτελισμού των πάντων, που έχω βιώσει από την προαναφερθείσα εμπειρία μου στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου, αποτελεί η από 16.6.2014 εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου των αντιδίκων κας Ζ.
που συνόδευε την επίδοση της εκκαλουμένης, με την οποία μάλιστα με καλούσε να συμμορφωθώ με το διατακτικό της εκκαλουμένης, παρότι οι πελάτες της και αντίδικοι μου δεν είχαν αφήσει "τίποτα όρθιο". Εγώ άναυδος και με όση ηρεμία έχω προσπαθώ να καταλάβω τι λέει η εκκαλουμένη, τι ακριβώς πρέπει να κάνω, σε ποια περιοχή βρίσκονται οι αναφερόμενοι τρεις δρόμοι κ.λπ., πώς γίνεται να απορρίπτεται η αίτηση, αλλά να γίνεται δεκτό το αίτημα με ποια βάση της αιτήσεως βγήκε αυτή η απόφαση και πού βρίσκονται οι τρεις δίοδοι (...).
Μετά τα ανωτέρω κι επειδή πρέπει να επιδείξω ψυχραιμία και εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη με την παρούσα έφεσή μου ζητώ να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (...)". Οι χρησιμοποιούμενες ως άνω εκφράσεις αποτυπώνουν υποκειμενικές εκτιμήσεις και αξιολογικές κρίσεις του εδώ εκκαλούντος και εναγόμενου (και τότε εκκαλούντος επίσης), οι οποίες δεν στοιχειοθετούν τα ποινικά και αστικά αδικήματα της συκοφαντικής ή της απλής δυσφήμησης, αφού αυτές δεν αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά και "γεγονότα" με την έννοια των άρθρων 362 και 363 ΠΚ (συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενα στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτοντα στις αισθήσεις και δεκτικά αποδείξεως).
Ανεξαρτήτως, λοιπόν, της ορθότητας ή μη του περιεχομένου τους οι ως άνω εκφράσεις δεν υποκρύπτουν, αμέσως ή εμμέσως, δυσφημιστικά γεγονότα, τα οποία θα συνιστούσαν προσβολή της προσωπικότητας των εδώ εφεσίβλητων και εναγόντων (και τότε εφεσίβλητων επίσης). Επομένως, οι διατυπωθείσες στην ως άνω έφεση κρίσεις, στοιχειοθετούν μόνο το (ποινικό και) αστικό αδίκημα της εξύβρισης.
Λαμβανομένου, όμως, υπόψη του γεγονότος ότι οι ως άνω κρίσεις έγιναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά την διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας των διαδίκων και ενόψει αυτής, χάριν ενίσχυσης των απόψεων του εδώ εκκαλούντος και εναγόμενου, ως διαδίκου μέρους (εκκαλούντος τότε επίσης) που συμμετέχει σε αυτές, συντρέχει πράγματι, εν προκειμένω, περίπτωση άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης, άρσης δηλαδή του παρανόμου της οικείας αδικοπραξίας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 στ.
γ' του ΠΚ. Το δε ύφος και ο τρόπος εκδήλωσης των ανωτέρω κρίσεων δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο ούτε υποδηλώνει σκοπό εξύβρισης των εφεσίβλητων και εναγόντων. Αιρουμένου, δε, του άδικου χαρακτήρα της εξύβρισης, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται αδικοπραξία, κατά το μέρος τούτο.
Έπρεπε, επομένως, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 2 στ. β' ΠΚ αντένσταση που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες, να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 στ. γ' ΠΚ ένσταση που προέβαλε πρωτοδίκως ο εκκαλών και εναγόμενος και, εν συνεχεία, να απορριφθεί κατά το μέρος της αυτό, η ένδικη υπ' αρ.
εκθ. καταθ. ....2015 αγωγή ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Περαιτέρω, ο εκκαλών και εναγόμενος στο από 1.10.2014 δικόγραφο των προτάσεών του, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά την εκδίκαση της ως άνω έφεσής του, ανέφερε τα εξής: "Η κρινόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι επιλήψιμα ψευδής (...).
Τα ψεύδη όμως που κυρίως αφορούν την παρούσα διαδικασία και καταλύουν όλους τους ισχυρισμούς των αντιδίκων αναφέρονται στην κρινόμενη αίτηση ως ακολούθως: Το πρώτο στη σελ. 1 της αιτήσεως (...), το δεύτερο σημαντικό ψεύδος (...), το τρίτο ψεύδος των αιτούντων (...), το τέταρτο ψεύδος που καθηλώνει με το μέγεθος του, τη σύλληψή του και τη διατύπωσή του κάθε νοήμονα άνθρωπο (...), το πέμπτο ψεύδος των αντιδίκων (...).
Εκτιμώ ότι περιττεύει κάθε περαιτέρω σχόλιο για αυτά τα ουρανομήκη ψεύδη και παρατυπίες των αντιδίκων, καθότι υποτιμούν τη νοημοσύνη και δοκιμάζουν τις ψυχικές αντοχές κάθε εχέφρονα ανθρώπου. (...) Επίσης εξαναγκάζομαι εκ των πραγμάτων, καθόσον τόσο η κρινόμενη αίτηση, όσο και το από 13.5.2014 σημείωμα των αντιδίκων καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι αντίδικοι και τα αναφερόμενα ενώπιον σας κατά τη συζήτηση από την α' των αιτούντων αποτελούν συνονθύλευμα ασύστολων ψευδών, ύβρεων και συκοφαντικών ισχυρισμών, δικολαβίστικων ακτιβισμών παραθέτοντας αντί νομικών συλλογισμών και σχετικών νομικών διατάξεων, έναν ακατανόητο "αχταρμά" αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων ισχυρισμών και νομικών διατάξεων από όσες "βρήκανε μπροστά τους ή έχουν ακουστά" και υποχρεούμαι πλέον να παραθέσω (τα αυτονόητα) και τονίσω τις παρακάτω διατάξεις (...) Μήπως εντέλει οι αντίδικοι επιθυμούν να εξαφανιστούμε όλοι από την περιοχή για να κάνουν τις δουλειές τους, όπως τους βολεύει και εμείς να επιστρατευθούμε και να μεταφέρουμε στις πλάτες μας τους ταλαιπωρημένους τουρίστες, γιατί μόνο αυτό δεν μας έχει ζητηθεί ακόμη.
Αξίζει πράγματι να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή επίσης στις σελ. 22, 23 του σημειώματος των αντιδίκων για να γίνει αντιληπτό ότι οι αντίδικοι μας εμπαίζουν όλους (εμένα, το Δασαρχείο, την Πυροσβεστική, το Δήμο, την Αστυνομία, την Εισαγγελία, την Πολεοδομία, την Εφορία, τον EOT και το Δικαστήριο σας. (...) Οι αντίδικοι μου λοιπόν ψεύδονται και πάλι όταν δηλώνουν την περίφραξη την τοποθέτησα χωρίς άδεια.
Την άδεια αυτή την προσκόμισα μάλιστα στο αρμόδιο Αστυνομικό τμήμα του Τολού προτού προβώ σε οποιαδήποτε πράξη. (...) Οι αντίδικοι ευρισκόμενοι προφανώς σε πλήρη σύγχυση και δικονομική ζάλη, υπερθεματίζουν, ομολογούν και επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, που έχω προβάλλει (...).Εν προκειμένω προς άρση κάθε ασάφειας, που με επιμέλεια οι αντίδικοι προσπαθούν να προκαλέσουν στο Δικαστήριο σας αναφορικά με την ύπαρξη στην περιοχή δήθεν δημόσιων ή αγροτικών ή κοινοτικών δρόμων ή δρόμων για την πυροπροστασία, σας αναφέρω τα ακόλουθα (...).
Βάσει δε αυτής της δικαστικής αποφάσεως με την οποία έχουν αποδειχθεί και καθορισθεί οι ιδιοκτησίες όλων και ενώ οι αντίδικοι την γνωρίζουν ως διάδικοι, παρόλα αυτά με απύθμενο θράσος και στην προσπάθειά τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σας και να υφαρπάξουν κάποια ευνοϊκή γι' αυτούς απόφαση δεν φοβούνται και δεν σέβονται τίποτα και κανέναν, ούτε θεσμό ούτε τη Δικαιοσύνη. (...) Πώς άραγε επιθυμούν να χρησιμοποιούν το ακίνητο μου ως είσοδο για τα διαμερίσματα;
Θα εκπαιδεύσουν μήπως τους πελάτες τους στο άλμα επί κοντώ; (...) Δυστυχώς, όμως, για τους αντιδίκους ούτε και τώρα το "σώζουν" καθότι ψεύδονται και από τα πολλά ψέματά τους τελικά μπερδεύτηκαν και οι ίδιοι. Οι ψεύτες λένε πως πρέπει να διαθέτουν ισχυρή μνήμη κάτι που οι αντίδικοι φαίνεται πως δεν διαθέτουν. (...) Αντί αυτού υπενθυμίζω και πάλι την υπ' αρ. 169/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … , η οποία έχει επιλύσει οριστικά και τελεσίδικα (στις όποιες πονηρές και κακόβουλες σκέψεις των αντιδίκων).
Επειδή την εν λόγω απόφαση γνωρίζουν οι αντίδικοι (ως διάδικοι) συνάγεται και πάλι το θλιβερό συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα αναφέρουν οι αντίδικοι εν γνώσει τους για να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σας". Αναφορικά με τις ανωτέρω εκφράσεις, μόνον η φράση "Οι αντίδικοι μου λοιπόν ψεύδονται και πάλι όταν δηλώνουν την περίφραξη την τοποθέτησα χωρίς άδεια.
Την άδεια αυτή την προσκόμισα μάλιστα στο αρμόδιο Αστυνομικό τμήμα του Τολού προτού προβώ σε οποιαδήποτε πράξη." συνιστά ισχυρισμό γεγονότος, το οποίο, ωστόσο, (γεγονός) αποδείχθηκε αληθές, αφού το ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Π.Ε. Αργολίδας στην από 29.3.2016 συνεδρίασή του αποφάσισε να κάνει ομόφωνα δεκτή την ένσταση του εκκαλούντος και εναγόμενου, καθόσον υπήρχε έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται το (ποινικό αλλά και το) αστικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή και της απλής δυσφημήσεως κατά το άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ, το οποίο για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικώς και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τα άρθρα 57-59 και 914 επ.
ΑΚ. Εξάλλου, από τον τρόπο με τον οποίον διατυπώθηκε η εν λόγω φράση προκύπτει ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν εξυβριστική για τους εφεσίβλητους και ενάγοντες, δηλαδή πρόσφορη να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων. Αναφορικά με τις λοιπές ως άνω περικοπές, όπως αυτές αποσπασματικά τις παραθέτουν οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, οι αναφορές του εκκαλούντος και εναγόμενου ότι οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες ψεύδονται πολλάκις και προσπαθούν να παραπλανήσουν την Δικαιοσύνη δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του "γεγονότος" με την έννοια των άρθρων 362 και 363 Π Κ, γιατί, με τον τρόπο που έχουν απομονωθεί και εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, δεν δύνανται να συνδεθούν αμέσως ή εμμέσως με συμβάντα του εξωτερικού κόσμου και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, αναγόμενα στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτοντα στις αισθήσεις και δεκτικά αποδείξεως, αλλά συνιστούν απλώς αξιολογικές κρίσεις και πεποιθήσεις του εδώ εκκαλούντος και εναγόμενου, πρόσφορες να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εφεσίβλητων και εναγόντων.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι πρόκειται για ισχυρισμούς γεγονότων, δεν τίθεται θέμα τέλεσης εκ μέρους του εκκαλούντος και εναγόμενου των (ποινικών αλλά και των) αστικών αδικημάτων της συκοφαντικής και της απλής δυσφήμησης εις βάρος των εφεσίβλητων και εναγόντων, αλλά μόνον του (ποινικού και) αστικού αδικήματος της εξύβρισης, το άδικο του οποίου και, άρα, το παράνομο της οικείας αδικοπραξίας δεν αίρεται, εν προκειμένω, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 στ.
γ1 ΠΚ, καθόσον ο ως άνω τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς του εκκαλούντος και εναγόμενου, με την χρήση των εκφράσεων "ουρανομήκη ψεύδη", "πλήρη σύγχυση και δικονομική ζάλη", "απύθμενο θράσος", "προσπάθειά τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σας και να υφαρπάξουν κάποια ευνοϊκή γι' αυτούς απόφαση", "δεν φοβούνται και δεν σέβονται τίποτα και κανέναν, ούτε θεσμό ούτε τη Δικαιοσύνη", "συνονθύλευμα ασύστολων ψευδών ύβρεων και συκοφαντικών ισχυρισμών, δικολαβίστικων ακτιβισμών", "ακατανόητο "αχταρμά" αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων ισχυρισμών και νομικών διατάξεων από όσες "βρήκανε μπροστά τους ή έχουν ακουστά"", δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση της σκέψης του εκκαλούντος και εναγόμενου, ο οποίος αν και τελούσε σε επίγνωση τούτου, εντούτοις χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη των εδώ εφεσίβλητων και εναγόντων, όπως και πράγματι συνέβη, με αποτέλεσμα να προκύπτει σκοπός εξύβρισης των εναγόντων εκ μέρους του εναγόμενου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προεκτέθηκε ανωτέρω στην μείζονα πρόταση.
Έπρεπε, δηλαδή, αφού γίνει δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 2 στ. β' ΠΚ αντένσταση που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 στ. γ' ΠΚ ένσταση που προέβαλε πρωτοδίκως ο εκκαλών και εναγόμενος. Ακόμη, ο εκκαλών και εναγόμενος στο από 1.10.2014 δικόγραφο των προτάσεών του, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , ανέφερε τα εξής: "Θα σταθώ όμως και θα επισημάνω την παράγραφο 41 της σελ. 52 του σημειώματος των αντιδίκων, από όπου αποδεικνύεται ότι οι αντίδικοι μου, όχι μόνο είναι ψεύτες αλλά και αδίσταχτοι πλαστογράφοι.
Συγκεκριμένα οι αντίδικοι μου σας έχουν προσκομίσει, ως σχ. 41 και επικαλούνται το τοπογραφικό διάγραμμα (από 25.5.2001) του αείμνηστου τοπογράφου - μηχανικού Γ. Γ. , στο οποίο τοπογραφικό έχουν πλαστογραφήσει τον εργοδότη μετατρέποντας από το "Εργοδότης: Αφοί ..." σε 'Εργοδότης: Μ. Γ.". Προς απόδειξη της πλαστογραφίας αυτής σας προσκομίζω φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο του τοπογραφικού ως σχετ. 29, το οποίο πρωτότυπο μπορώ ανά πάσα στιγμή να σας το προσκομίσω.
Δηλαδή οι αντίδικοι μου προκειμένου να πετύχουν τους δόλιους στόχους τους και να τονίσουν "από το εν λόγω τοπογραφικό αποδεικνύεται το γεγονός πως ο αντίδικος είναι καταπατητής (...)" προέβησαν σε πλαστογραφία και χρησιμοποιούν το πλαστογραφημένο τοπογραφικό ενώπιον σας (...)." και "Η προσπάθεια αξιολόγησης των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισαν και επικαλούνται οι αντίδικοι μόνο θλίψη και λύπη για τους μάρτυρες αφήνει, οι οποίοι υπό την πρόδηλη πίεση της φιλίας ή της συγγένειας καθίστανται ψευδομάρτυρες, πιστεύοντας ότι έτσι θα βοηθήσουν τη Δ.
Δ. Εγώ, εκτός από το μάρτυρα Μ. Σ. σύζυγο της κας Δ. Δ. α' των αιτούντων, τον οποίο έχω δει μερικές φορές, τους άλλους τέσσερις μάρτυρες τους αγνοώ παντελώς και είμαι βέβαιος ότι και αυτοί με γνωρίζουν ούτε κατ' όψη. Επίσης, από τις πανομοιότυπες περιγραφές των μαρτύρων καταδεικνύεται η καθοδήγηση και η προσπάθεια για την συνταύτιση των καταθέσεων με τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση".
Οι παραπάνω διαληφθέντες στο δικόγραφο των προτάσεων του εκκαλούντος και εναγόμενου δυσφημιστικοί για τους εδώ εφεσίβλητους και ενάγοντες ισχυρισμοί, που περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως του γραμματέως και της Δικαστού του δικαστηρίου (περί του ότι στην έννοια του τρίτου περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κ.λπ.
που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως βλ. τις παραπομπές στην κρατούσα γνώμη της νομολογίας που προεκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα πρόταση), κατ’ αντικειμενική κρίση, μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εδώ εφεσίβλητων και εναγόντων, γεγονός που γνώριζε και αποδέχθηκε ο εδώ εκκαλών και εναγόμενος.
Και αυτό γιατί ο εκκαλών και εναγόμενος εμφανίζει τους εφεσίβλητους και ενάγοντες ως πλαστογράφους, ενώ αναφέρει εμμέσως αλλά σαφώς ότι τυγχάνουν ηθικοί αυτουργοί σε ψευδορκία μαρτύρων. Εξάλλου, ο εκκαλών και εναγόμενος ουδέν ισχυρίζεται, αναφορικά με το αληθές των επίμαχων ισχυρισμών του, ενώ από το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά το παρελθόν, γνώριζε τους εφεσίβλητους και ενάγοντες και είχε καλές σχέσεις με αυτούς (βλ.
στα πρακτικά ανωμοτί εξέταση του εκκαλούντος και εναγόμενου), προκύπτει ότι είχε σίγουρη και βέβαιη επίγνωση της αναλήθειας των ισχυρισμών του, με τους οποίους (ισχυρισμούς) επεδίωξε να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων, στο πλαίσιο της υφιστάμενης αντιδικίας του με αυτούς. Ενισχυτικό, εξάλλου, των ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι ο εκκαλών και εναγόμενος ουδέποτε υπέβαλε μήνυση ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών για τις αξιόποινες πράξεις, τις οποίες απέδωσε στους εφεσίβλητους και ενάγοντες ή, έστω, για την συμμετοχική τους δράση σε αυτές, την οποία ανέφερε εμμέσως αλλά σαφώς.
Επομένως, τελέστηκε από τον εκκαλούντα και εναγόμενο το (ποινικό αλλά και το) αστικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος των εφεσίβλητων και εναγόντων, με αποτέλεσμα να μην αίρεται το άδικο της πράξης του και το παράνομο της οικείας αδικοπραξίας κατ' άρθρο 367 παρ. 1 στ. γ' ΠΚ, η εφαρμογή του οποίου εκτοπίζεται από το άρθρο 367 παρ. 2 στ.
α' συνδ. 363 Π Κ. Έπρεπε, δηλαδή, αφού γίνει δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 2 στ. α' Π Κ αντένσταση που προέβαλαν πρωτοδίκως οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 στ. γ' ΠΚ ένσταση που προέβαλε πρωτοδίκως ο εκκαλών και εναγόμενος. Περαιτέρω, αφού ληφθούν υπόψη οι παραπάνω περιγραφόμενες συνθήκες τέλεσης των επίδικων αδικοπραξιών της εξυβρίσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της συνακόλουθης προσβολής της παράνομης προσωπικότητας των εφεσίβλητων και εναγόντων, το είδος της προσβολής αυτής, η σπουδαιότητα, η βαρύτητα και η ηθική και ποινική απαξία των ως άνω αδικοπραξιών, ο τόπος, ο χρόνος και τα μέσα με τα οποία τελέσθηκαν, ο βαθμός του πταίσματος του εκκαλούντος και εναγόμενου (δόλος), η έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος των εφεσίβλητων και εναγόντων, καθώς και η οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση τόσο των εφεσίβλητων και εναγόντων (η 1η τούτων είναι καθηγήτρια ξένων γλωσσών και διατηρεί την ως άνω τουριστική επιχείρηση στην οποία κυρίως αυτή δραστηριοποιείται και ο 2ος τούτων είναι συνταξιούχος τραπεζικός, έχοντας διατελέσει διευθυντής καταστήματος σε δύο τραπεζικά ιδρύματα και αυτός την ως άνω τουριστική επιχείρηση χωρίς έντονη δραστηριοποίησή του), όσο και του εκκαλούντος και εναγόμενου (ο τελευταίος είναι συνταξιούχος της ΔΕΗ) και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 206/1996 ΕλΔνη 37, 1544 ΑΠ 2008/1995 ΕλΔνη 37, 320) και το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κρίνει ότι οι εφεσίβλητοι και ενάγοντες για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστησαν από τις παραπάνω αδικοπραξίες, που τελέσθηκαν εις βάρος τους από τον εκκαλούντα και εναγόμενο, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία έπρεπε να προσδιοριστεί α) για μεν την 1η εξ αυτών στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ και β) για δε τον 2° εξ αυτών στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
Τα παραπάνω ποσά είναι εύλογα κατ’ άρθρο 932 εδ. α' και εδ. β' ΑΚ, δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ.
α' και εδ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης [ΟλΑΠ 6/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, α) η 1η των εφεσίβλητων και εναγόντων δικαιούται να απαιτήσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 7.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης του από τον εκκαλούντα και εναγόμενο και β) ο 2ος των εφεσίβλητων και εναγόντων δικαιούται να απαιτήσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 7.000 ευρώ λόγω της ηθικές βλάβης του από τον εκκαλούντα και εναγόμενο.
Επομένως, τα οικεία τραπέντα σε αναγνωριστικά κύρια αιτήματα της ένδικης υπ' αρ. εκθ. καταθ. ....2015 αγωγής εκ 50.000 ευρώ της 1ης εκ των εφεσίβλητων και εναγόντων και εκ 50.000 ευρώ του 2ου εξ’ αυτών έπρεπε να γίνουν δεκτά εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμα και δη κατά τα ανωτέρω ποσά των 7.000 ευρώ για την 1η εκ των εναγόντων και των 7.000 ευρώ για τον 2° εξ αυτών, ενώ έπρεπε να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα πέραν των ανωτέρω ποσών ίδια παραπάνω αγωγικά αιτήματα εκ 43.000 ευρώ της 1ης εκ των εναγόντων και εκ 43.000 ευρώ του 2ου εξ αυτών.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και δέχθηκε εν μέρει και δη κατά τα ανωτέρω ποσά τα ως άνω τραπέντα σε αναγνωριστικά κύρια αιτήματα της ένδικης αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο τηρώντας και την αρχή της αναλογικότητας και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την ηθική βλάβη.
Κατόπιν όλων αυτών είναι πρόδηλο ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε καταχρηστικά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, έπρεπε η ένδικη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ....2015 αγωγή να γίνει εν μέρει και δη κατά ανωτέρω ποσά δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Έπρεπε, δηλαδή, να αναγνωρισθεί ότι ο εκκαλών και εναγόμενος να καταβάλει α) στην 1η των εφεσίβλητων και εναγόντων το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις εις βάρος της αδικοπραξίες και β) στον 2° των εφεσίβλητων και εναγόντων το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις εις βάρος του αδικοπραξίες, αμφότερα δε τα ποσά τούτα με το νόμιμο τόκο τους από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και δέχθηκε εν μέρει και δη κατά τα ανωτέρω ποσά την ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι α) όλοι οι υπόλοιποι λόγοι του υπ' αρ.
εκθ. καταθ. 18/12.2.2019 κύριου δικογράφου της κρινόμενης έφεσης του εναγόμενου και β) όλοι οι υπόλοιποι πρόσθετοι λόγοι του υπ' αρ. εκθ. καταθ. 236/30.6.2020 ιδιαίτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων της κρινόμενης έφεσης του εναγόμενου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ζητείται η ολική, άλλως η μερική, απόρριψη της εναντίον του ένδικης αγωγής.
Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση του εναγόμενου να απορριφθεί κατ’ ουσίαν στο σύνολο της, δηλαδή τόσο α) κατά τους διαλαμβανόμενους στο υπ' αρ. εκθ. καταθ. 18/12.2.2019 κύριο δικόγραφο λόγους της, όσο και β) κατά τους διαλαμβανόμενους στο υπ' αρ. εκθ. καταθ. 236/30.6.2020 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους της.Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 683/21.8.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε σ’ αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, που προκάλεσε σ' αυτήν υπαιτίως ο αναιρεσείων το εύλογο ποσό των 7.000 ευρώ.
Πλην όμως, ανεξάρτητα από τη γενική βεβαίωση, που παρατίθεται στο προοίμιο της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης περί λήψης υπόψιν όλων των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων , από τις προεκτεθείσες παραδοχές αυτής, δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με το αν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την προσκομισθείσα και επικαλούμενη από τον ήδη αναιρεσείοντα προαναφερθείσα υπ' αριθ.
Γ14/280/195ΔΒ/20.11.2018 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου , με την οποία κατ' άρθρο 47 παρ 2-1 ΚΠΔ απορρίφθηκε [ και κατ' αυτής δεν ασκήθηκε προσφυγή] κατ' ουσία η από ....2014 έγκληση της αναιρεσίβλητης και του αποβιώσαντος πατρός της κατ' αυτού για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης , οι οποίες έχουν ως βάση τα ίδια με την επίδικη υπόθεση πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται η κατά τα άρθρα 914,019, 932, 57,59 ΑΚ, 361 και 363 ΠΚ ένδικη αξίωση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης- Και τούτο διότι, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή σχολιασμό της ως άνω αμετάκλητης εισαγγελικής διάταξης , παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο της ως άνω διάταξης πόρισμα.
Περαιτέρω επισημαίνεται ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίστηκαν με επίκληση από τον εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, (όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτά επισκόπηση τους), εφόσον συνέτρεχε εξαιρετική προς τούτο περίπτωση κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι η ανωτέρω εισαγγελική διάταξη εκδόθηκε στις 20.11.2018 και κατέστη αμετάκλητη, ήτοι μετά την δημοσίευση στις 21.8.2018 της πρωτόδικης με αριθμό 683/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , επί της οποίας μετά από άσκηση έφεσης κατ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας τούτου, παρέλκει η εξέταση του λοιπών διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων αλλά και αυτών των προσθέτων λόγων. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος απ' αυτού, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος , που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του (άρθρα 106,176,183 και 191 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τη βίαια διακοπή της δίκης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Συνεκδικάζει την από 12.7.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 20.12.2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 35/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο Δικαστής, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείονταΚαταδικάζει τη δευτέρα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ύφος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ