Legislator Case Law & Legislation
2123/2017 AI generated

2123/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2123/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/9/2008 και 15/9/2008 ανακοπές του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29/10/2008 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 1/6/2011 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Legislator headnote

AI generated

2123/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, από το να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ), μη καταδικαζόμενου του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους των τελευταίων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2123 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2123/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Νασιοθύμιου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Μακαρώνα και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ’ ης η ανακοπή, Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/9/2008 και 15/9/2008 ανακοπές του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 29/10/2008 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 1/6/2011 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/2/2016 αίτησή του και τους από 1/11/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ήτοι κληροδόχων. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει ν’ απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, καθιερώνει και η διάταξη του άρθρου 933§1 ΚΠολΔ από την οποία προκύπτει ότι, αν η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως εγείρεται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά τον υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστού, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας (ΟλΑΠ 11/92, ΑΠ 124/2006). Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους, ομοδίκους έχει αποτελέσματα, και για τους λοιπούς με συνέπεια η άσκηση αναιρέσεως, από ένα των αναγκαίων ομοδίκων να μη μπορεί να στραφεί, με την ποινή το απαράδεκτο, και κατά των λοιπών (αναγκαίων) ομοδίκων του, (με εξαίρεση την περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη διανομής (ΟλΑΠ 321/1983), αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαίος ομόδικος του αναιρεσείοντος, θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 863/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση, ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο δικόγραφο λόγους, της 435/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του ανακόπτοντος (οφειλέτου) και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου (Λ. Ν.), κατά των εφεσιβλήτων α. Β. Π., υπερθεματιστού και ήδη αναιρεσείοντος και β. της ... Α.Ε., επισπεύσασας το σχετικό πλειστηριασμό (ακινήτου της ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, ήδη δευτέρας του αναιρεσιβλήτου. Ενόψει, όμως τον χαρακτήρα της συνδέουσας τους παραπάνω εφεσιβλήτους ομοδικίας ως αναγκαστικής, ως εκ της φύσεως της καταχθείσης

????? κρίση διαφοράς αφορώσας σε ανακοπή ακυρώσεως πλειστηριασμού στρεφομένης κατά του υπερθεματιστού και της επισπεύδουσας δανείστριας (τράπεζας), η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του εκ των αναγκαίων ομοδίκων της κατ’ έφεση δίκης Β. Π. (υπερθεματισμένο), κρίνεται απορριπτέα, ως απαράδεκτη κατά το μέρος του στρέφεται κατά της αναγκαίας ομοδίκου του (επισπεύδουσας β’ του αναιρεσιβλήτου (...) εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και η τελευταία θεωρείται ως εκ της ιδιότητος της (αναγκαίας ομοδίκου) ως ασκήσασα την ένδικη κτήση αναιρέσεως, μη νομιμοποιουμένη συνακολούθως παθητικώς στην παρούσα δίκη, στην οποία παραδεκτώς συμμετέχει ως, κατ’ επιταγή της διατάξεως του άρθρου 76§2 ΚΠολΔ, κληθείσα από τον αναιρεσείοντα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569§2, 571§1 και 111§§1 και 2ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει όπως τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ’ αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης, επίδοσης και συζήτησης (ΟλΑΠ 33/1996). Επί αναγκαστικής ομοδικίας, η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται, επί

????? απαραδέκτου, εντός της ιδίας ως άνω προθεσμίας, σ’ όλους τους αναγκαίους ομοδίκους ΑΠ 722/2006 (Νοβ 2008 643). Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων, ή της μίας απ’ αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως, αποτέλεσμα το οποίο επίσης επιφέρει η μη προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως από την οποία να προκύπτει η εντός της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας, (εμπρόθεσμη) επίδοση των ασκηθέντων προσθέτων λόγων, (ΑΠ 785/2014, ΑΠ 599/2011, ΑΠ 897/2008). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι με το υπ’ αριθμ. εκθ. .../2015 δικόγραφο ασκηθέντες, από 1.11.2016, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης αφού, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι το σχετικό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου εμπροθέσμως (την 2.11.2016), δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (5.12.2016), δεν έχει επιδοθεί (βλ. βεβαίωση ανεπιδότου δικογράφου δικαστικής επιμελήτριας Πρωτ. Κορίνθου Μ. Σ. - Τ.), προς τον ΣΚ των αναιρεσιβλήτων Λ. Ν., ως προς τον οποίο η αναίρεση κρίνεται, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτώς ασκηθείσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς....δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης δοθέντος ότι περιέχει ανεπάρκεια και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού κρίνει ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου Λ.

Ν. είναι πειστικές, χωρίς καν να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται και έφτασε στη δικανική αυτή πεποίθηση ενώ εξ αντιθέτου κρίνει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μου Γ. Σ., Σ. Λ. και Α. Π., κρίνονται ως μη πειστικές χωρίς καν να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται για το σχηματισμό του συμπεράσματος αυτού.

Το μόνο που αναφέρει είναι, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η προσβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, αναγομένη αποκλειστικώς στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στη διατύπωση του....διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τη σαφήνεια του οποίου δεν προβάλλεται σχετική αιτίαση, δεν μπορεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσει (ιδρύσει) τον προβαλλόμενο (από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), αναιρετικό λόγο.

Από τις διατάξεις, του άρθρου 270, 559 αρ. 11α και 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι απ’ αυτές προβλεπόμενοι αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, για τον υπολογισμό των οποίων (ως τριών), αριθμούνται οι νόμιμες ένορκες βεβαιώσεις, εκείνες δηλαδή που συντάχθηκαν με την προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη, κλήτευση του αντιδίκου και υπό την έννοια αυτή συνιστούν το νόμιμο αποδεικτικό μέσον της ένορκης βεβαίωσης, ενώ αν δεν λάβει υπόψη κάποια από τις τρεις πρώτες νόμιμες ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε διάδικος υποπίπτει στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 218/2015).

Με το δεύτερο λόγο, της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 11α και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη, μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα τις από τον πρώτο αναιρεσίβλητο προσμομισθείσες τέσσερις (αντί των τριών) ένορκες βεβαίωσης του Γ.

Μ., Γ. - Φ. Φ., Γ. Α. και Κ. Μ., παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτών. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, η οποία όμως δεν συντρέχει, αφού από την επισκόπηση, αυτής και ιδίως από την έλλειψη αναφοράς (μνείας) σε ένορκες βεβαιώσεις, η οποία αποδεικνύει, να μην λάβει υπόψη τον εν λόγω αποδεικτικόν μέσον, προκύπτει το αλυσιτελές των προβαλλομένων αιτιάσεων.

Αλλά και αν ακόμη, ήθελε θεωρηθεί ότι δια της διαλαμβανομένης στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχής ότι "Τα παραπάνω βεβαιώνονται από τους παρόντες στον πλειστηριασμό Γ. Μ., Γ. - Μ. Φ., Γ. Α. και Κ. Μ.", η τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), αναφέρεται σε λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων και πάλι οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες αφού στη κατά την προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του (εκ των) ως άνω Γ.

Μ.", προκύπτει όχι από δοθείσα ένορκη βεβαίωση αυτού, αλλά από την ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου της ουσίας ένορκη μαρτυρική κατάθεσή του (.../2011 προσκομιζόμενα με επίκληση πρακτικά πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μον. Πρωτοδικείου Κορίνθου), με αποτέλεσμα να μη συντρέχει η επικαλουμένη παράνομη λήψη υπόψη (τεσσάρων και όχι τριών) ενόρκων βεβαιώσεων.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, από το να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ), μη καταδικαζόμενου του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους των τελευταίων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την [από 18.2.2016 και με αριθ. ...2016] αίτηση, και τους [από 1.11.2016 και με αριθμ. .../2016], αναιρέσεως της 435/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ