2123/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2123/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με την καταγγελία της σύμβασης (Εισαγ. Ν. ΑΚ 112§2), οπότε οφείλεται, με απόσβεση, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, των επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το, κλείσιμο του λογαριασμού, οριστικό κατάλοιπο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2123 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2123/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Α.-Ν. Α. ΟΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βούρβαχη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 498/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 11-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αντιδίκου του, για καταβολή υπολοίπου από το κλείσιμο του υπάρχοντος μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεου λογαριασμού, διαφορετικά, γιατί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος του, χωρίς νόμιμη αιτία.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Η νομική αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθμ. 1 του άρθρ.559 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 Εισαγ. Ν. ΑΚ, 669 Εμπ. Ν και 64-67 του Ν.Δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία, ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους, κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε, τελικά, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.
Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με την καταγγελία της σύμβασης (Εισαγ. Ν. ΑΚ 112§2), οπότε οφείλεται, με απόσβεση, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, των επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το, κλείσιμο του λογαριασμού, οριστικό κατάλοιπο.
Για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, είναι ανάγκη να υφίσταται, τουλάχιστον, δυνατότητα αποστολών και χρεώσεων και από τις δύο πλευρές και δεν ενδιαφέρει, αν, κατά τη διάρκεια του λογαριασμού, έγιναν, πράγματι, αποστολές και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή αν ένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη προέβη σε αποστολές (απλός ή ετεροσκελής λογαριασμός ολ.ΑΠ 31/1997).
Η ενοχή δε περί του καταλοίπου, το οποίο προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού γεννιέται ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα κονδύλιά του, όταν ο οφειλέτης, αφηρημένα, υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του, από το κατάλοιπο, ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή. 'Οταν ο δανειστής, ο οποίος ενάγει, επικαλείται σύμβαση αναγνώρισης καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε, υποχρεούται να προτείνει και να αποδείξει μόνον ότι η απαίτησή του προέρχεται από τέτοια αιτία, δηλαδή οφείλει να προτείνει και να αποδείξει τα στοιχεία των δύο συμβάσεων του αλληλόχρεου λογαριασμού και της αναγνώρισης του καταλοίπου του, όχι δε και της ύπαρξης έγκυρης βασικής σχέσης ή σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ δεν χρειάζεται, επίσης, να καθορίσει και αποδείξει και καθένα από τα κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού χωριστά, ούτε τα στοιχεία του, όπως το χρόνο και την αιτία αυτών (ΑΠ 715/2009, ΑΠ 1217/1995).
Στην παρούσα περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του, όπως νόμιμα (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.) το περιεχόμενό της επισκοπείται ο ενάγων - αναιρεσείων εκθέτει, πλην άλλων, ότι: α) στις 1.1.96 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, όπου θα καταχωρούνταν όλα τα ποσά από τη μεταξύ τους σχέση δηλαδή αγοραπωλησία υγρών καυσίμων (πωλητής ο ενάγων ως αντιπρόσωπος της εταιρείας ΕΛΔΑΕ και αγοραστής η εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια πρατηρίου υγρών καυσίμων).
β) παρατίθενται, στη συνέχεια, στην αγωγή καταστάσεις (καρτέλλες) και σωρεία τιμολογίων, γ) αναφέρεται, πως στις 1.9.2001, με άτυπη, προφορική καταγγελία του ήδη αναιρεσείοντος, έκλεισε ο λογαριασμός και ζητήθηκε, κυρίως μεν η καταβολή του καταλοίπου, επικουρικά δε λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε συναφώς τα εξής: "...
Η υπό κρίση αγωγή ως προς την κύρια βάση της ελέγχεται ως μη νόμιμη και, συνεπώς, απορριπτέα, διότι η αναφερθείσα σ'αυτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν αποτελεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, διότι από τη μεταξύ τους έννομη σχέση πωλητή και αγοράστριας, δεν υπήρχε τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και χρεώσεων και για τις δύο συμβαλλόμενες πλευρές, στοιχείο αναγκαίο για το χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως αλληλόχρεου λογαριασμού, παρά μόνον οφειλών και χρεώσεων αποκλειστικά υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της εναγομένης αντίστοιχα.
Κι αν ακόμη τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν χαρακτηρίσει τη σύμβαση σαν αλληλόχρεο λογαριασμό, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, διότι από τη φύση της συμβάσεως πωλήσεως, ο ενάγων μπορεί να είναι πιστωτής του τιμήματος, η δε εναγομένη οφειλέτης του τιμήματος, το οποίο έπρεπε να εξοφλήσει με τμηματικές καταβολές ...".
Με τις πιο πάνω παραδοχές και σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο ορθά έκρινε για τη νομική βασιμότητα της κυρίας βάσης της αγωγής. Ειδικότερα: 1) Ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να προέβησαν τα μέρη σε αμοιβαίες χρεωπιστώσεις, αλλά να υπήρχε η δυνατότητα να προβούν (βλ. και ΑΠ 857/2006), όμως ουδόλως από την εκτίμηση του περιεχομένου της πιο πάνω αγωγής μπορεί να εξαχθεί, έστω και in abstracto, τέτοια δυνατότητα. 2) Ουδόλως, άλλωστε, ο αναιρεσείων στο σχετικό παράπονό του αναφέρει, ούτε περιγράφει, ούτε αντιμετωπίζει τέτοια δυνατότητα της αντιδίκου του, περιοριζόμενος να παραθέτει το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και τις δικές του συναφείς εκτιμήσεις 3)ούτε από το περιεχόμενο της αγωγής που νόμιμα (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκοπείται, μπορεί να εξαχθεί τέτοια δυνατότητα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και ορισμένο 4) το Εφετείο, έκρινε το περιεχόμενο της αγωγής κατά τρόπο σαφή και νόμιμο και ουδόλως έλαβε υπ'όψιν του πράγματα μη προταθέντα.
Ο αναιρεσείων ποιείται μνεία "προκαταβολής" για μελλοντικές ποσότητες υγρών καυσίμων. Τούτο όμως, από το παρατιθέμενο απόσπασμα της απόφασης του Εφετείου, δεν προκύπτει. Το αν "εντελώς θεωρητικά", οι καταβολές θα ήταν δυνατόν να υπερβαίνουν το ύψος του τιμήματος των πωλουμένων υγρών καυσίμων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο αποτέλεσμα, γιατί το νόμιμο ή μη της αγωγής κρίνεται από το περιεχόμενο του δικογράφου της και όχι από τι μπορεί να αποκλειστεί ή δεν μπορεί να αποκλειστεί από όσα σ'αυτό αναφέρονται 5) το αν στην αγωγή γίνεται μνεία των στοιχείων της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν μπορεί να έχει την έννοια, πώς το δικαστήριο της ουσίας θα είχε την υποχρέωση να αποδεχθεί, άνευ άλλου, το νομικό χαρακτηρισμό που αποδίδει στη σύμβαση ο αναιρεσείων, και πώς, αν δεν τον αποδεχθεί, ακολουθώντας τις δικές του νομικές εκτιμήσεις, δεν λαμβάνει υπ'όψιν του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν 6) το ότι ο ενάγων, επιπρόσθετα, αναφέρει, πώς υπήρχε συμφωνία των μερών, την οποία αυτά κατονόμασαν ως τοιαύτη, πρόδηλα δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αφού, τούτο αποδίδει τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην αγωγή, ανεξάρτητα από τα όσα περί αυτού, εκθέτει ο διάδικος.
Στην παρούσα περίπτωση δε, το Εφετείο, κατά τα προαναφερθέντα, ορθώς εκτίμησε το ένδικο αγωγικό δικόγραφο. Κατά ταύτα, οι με στοιχεία 1 α,β,γ αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι προβάλλουν τις από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361, 874 ΑΚ, 112 Εισαγ. Ν. ΑΚ, 669 Εμπ.Ν και 64-67 του Ν.Δ. 17-7/13-8-1913) και τις από το άρθρ. 559 αρ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ Από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ορίζει, ότι, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή, αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη η ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη ή άκυρη οπότε, στο δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της, εντεύθεν, ωφελείας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 Κ.Πολ.Δ.) υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο, διότι η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί, μόνο, αν η ερειδόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης, για συγκεκριμένο λόγο. Άρα, δεν είναι αναγκαίο να γίνεται επίκληση του λόγου της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, που, προκειμένου να εξετασθεί η επικουρική βάση, έχει ήδη εξετασθεί δικαστικά στην ίδια δίκη. (Ολ.
ΑΠ 22/2003, ΑΠ 712/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της πιο πάνω αγωγής αναφέρονται (και) τα ακόλουθα: " Άλλως και όλως επικουρικώς και στην αδόκητη περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριό Σας πώς ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ εμού και της εναγομένης και ότι αυτή ουδέποτε λειτούργησε στις μεταξύ μας σχέσεις, εκθέτω τα ακόλουθα:
Με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως ...." Περαιτέρω αναφέρονται ότι: α) σε προηγούμενη, μεταξύ των αυτών διαδίκων δίκη, κρίθηκε, με την με αριθμό 220/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, πως οι αξιώσεις του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης είχαν εξοφληθεί β) ο ίδιος κατ' αντένσταση είχε προτείνει, πώς τα ποσά που προτάθηκαν ότι του δόθηκαν για εξόφληση, πράγματι αφορούσαν, όχι την τότε χρηστική περίοδο, αλλά προγενέστερα χρέη.
Η δε αντένστασή του, απερρίφθη, τελεσίδικα, ως αόριστη, γ)ήδη επανεισάγει τις πιο πάνω αξιώσεις του, επικουρικά, κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, συναφώς, τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο, υπό την αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσης (που στηρίζεται στην έγκυρη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού), δηλαδή αν ήθελε κριθεί, ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα, ως αόριστη, διότι δεν γίνεται, απλή έστω, επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, στοιχείο απαραίτητο για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί.
Πέραν αυτού, δεν προσδιορίζεται η μη νόμιμη αιτία, από την οποία προήλθε ο πλουτισμός της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος. Η αναφορά στην υπ'αριθμ. 220/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτό, ότι οι γενόμενες καταβολές καταλογίσθηκαν υπέρ των οφειλών της εναγομένης από τις μεταγενέστερες πωλήσεις από 2-8-2000 έως 14-11-2000 και όχι υπέρ των οφειλών από τις προγενέστερες πωλήσεις, από 27-4-2000 έως 28-7-2000, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι είχε συμφωνηθεί με την εναγομένη, δεν αποτελεί μη νόμιμη αιτία πλουτισμού της τελευταίας, που να αφορά την ύπαρξη ή το κύρος των συμβάσεων πωλήσεων.
Άλλωστε το δεδικασμένο αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού, δηλαδή επιβεβαιώνει, ότι υπήρχε ήδη νόμιμη αιτία υπέρ του διαδίκου που νικά ...". Εδώ, πρέπει να διευκρινιστούν τα ακόλουθα: α) η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, ισχύει, έστω και επικουρικά, αν δεν υφίσταται αιτία, η αν αυτή είναι παράνομη ή άκυρη ή ανήθικη ή έληξε ή δεν επακολούθησε, ή αν υπήρξε, αχρεωστήτως, παροχή.
Αιτία δε του πλουτισμού είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης. Η απουσία του σκοπού αυτού, επιφέρει την έλλειψη αιτίας (ΑΠ 180/2000) β) ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ούτε ακυρότητα, ούτε παράνομο της αιτίας, αλλά μόνο μη κατάρτιση σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού ή μη λειτουργία της. Όμως:
α) η μη κατάρτιση σύμβασης με τα στοιχεία του αλληλόχρεου λογαριασμού και μόνο, όπως ο αναιρεσείων εμμένει, δεν αποκλείει την ύπαρξη σύμβασης άλλου είδους β) η μη λειτουργία της σύμβασης, δεν σημαίνει ωσαύτως, πώς αυτή δεν υπήρχε. Η ύπαρξη, άλλωστε, ανενεργούς σύμβασης, δεν αποκλείει την ύπαρξή της 3) ο ίδιος ο αναιρεσείων, στην αγωγή του, καίτοι πρόβαλλε, επικουρικά, την από το άρθρο 904 ΑΚ αξίωσή του, αναφέρει ρητά ότι "...
με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως ..." δηλαδή ποιείται μνεία άλλου είδους σύμβασης 4) το Εφετείο, δεν αξίωσε, όπως ο αναιρεσείων υπολαμβάνει, να αναφερθεί ο λόγος της ακυρότητας, αλλά παρατηρεί, πώς δεν αναφέρεται καν, οιαδήποτε ακυρότητα της συγκεκριμένης σύμβασης. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει από την θεώρηση - επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, όπως προαναφέρθηκε 4)το αν υπάρχει διπλός υπολογισμός των καταβολών της αναιρεσίβλητης, είναι, πρόδηλα, θέμα ουσίας, στην οποία δεν εχώρησε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.) 5)για την προβολή της ανυπαρξίας της σύμβασης ή την μη λειτουργία της παράλληλα με την ταυτόχρονη διατύπωση ύπαρξης συμβάσεων πώλησης καυσίμων, ικανά, ήδη, εκτέθηκαν 6) ο αναιρεσείων, αποδέχεται δεδικασμένο από την πιο πάνω 220/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ως προς τη νομική και πραγματική αιτία καταβολής του επίδικου ποσού, ενώ, ταυτόχρονα, προβάλλει έλλειψη αιτίας, η οποία, πρόδηλα, αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση.
Συνακόλουθα, εν'όψει των προαναφερθέντων, ορθά το Εφετείο ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και τα για το αντίθετο προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα, με την παράθεση της από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειας στον δεύτερο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Σημειώνεται, πώς τα εκτενώς αναφερόμενα στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο, περί του είδους των γενομένων καταβολών, αν αφορούσαν προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, αν ορθώς ή μη έκρινε ή με αριθμ. 220/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, αν το καταβληθέν ποσό αναλώθηκε σε επίδικα ή άλλα χρέη, κείνται εκτός του πλαισίου της παρούσας δίκης και αφορούν θέματα ουσίας (άρθρ. 561§1 Κ.Πολ.Δ.).
Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου (ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Κουτρομάνος) έχει την γνώμη ότι ο δεύτερος ως άνω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Τούτο δε, διότι, αφενός μεν η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αξίωση νοείται και ως αυτοτελής τοιαύτη και όχι μόνον και κατ'ανάγκην ως "επιβοηθητική" άλλης, εκ συμβάσεως ή εξ αδικήματος, ενοχής στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγική βάση τελούσε υπό την "ενδοδιαδικαστική αίρεση", ότι θα κρινόταν από το Δικαστήριο "πως ουδέποτε καταρτίσθηκε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού" μεταξύ των διαδίκων ή ότι "αυτή ουδέποτε λειτούργησε στις μεταξύ τους σχέσεις" αφετέρου δε, διότι, αν υποτεθούν αληθή τα ιστορούμενα στην αγωγή, η εναγομένη όντως κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, αφού φέρεται ότι, για τα υγρά καύσιμα που ο τελευταίος της παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2000 μέχρι 18-7-2000 αυτή ουδέν αντάλλαγμα του κατέβαλε (και δεν υπήρξε επ'αυτού ουσιαστική κρίση).
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη (ΑΠ 877/2004, ΑΠ 1115/2013). Εδώ, ο αναιρεσείων εκθέτει, πώς κακώς το Εφετείο δέχτηκε δεδικασμένο με το στην απόφασή του μνημονευθέν περιεχόμενο, από την με αριθμό 220/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, και, έτσι, παραβίασε την πιο πάνω διάταξη.
Σημειώνονται εδώ, όμως, τα ακόλουθα: α) η πιο πάνω απόφαση δεν προσκομίζεται, έτσι ώστε, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί το περιεχόμενό της και να εκτιμηθούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τα αναιρετικά παράπονα β) σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για επικουρική αναφορά στο δεδικασμένο της πιο πάνω απόφασης, όπως εξάγεται από τη λέξη "άλλωστε", που προηγείται αυτής, σε συνέχεια άλλων αιτιολογιών του Εφετείου για το αυτό θέμα, το δε διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε κάθε μία αιτιολογία και όχι, συγχρόνως, σε όλες (ΑΠ 475/2005).
Εξ άλλου, το Εφετείο δέχτηκε, πως στην πιο πάνω απόφαση, γίνεται μνεία της αιτίας και δεν αναφέρθηκε στην ουσία των αξιώσεων του αναιρεσείοντος ως ο ίδιος υπολαμβάνει. Το αν το δεδικασμένο καλύπτει ή μη την νομιμότητα ή όχι του πλουτισμού, δεν είναι περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. 'Αρα και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος η δικαστική δαπάνη της αντιδίκου του, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.7.2010 αίτηση του Ο. Σ. του Ν. για αναίρεση της 498/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, από χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ