Legislator Case Law & Legislation
2123/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank judgment awarding consumer union damages for cheque processing fees.

Case Number 2123/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the Bank of Piraeus against a lower court judgment. The court rejected the consumer union's claim for damages but found the bank's argument regarding the independence of cheque processing contracts valid for two of its three appeal grounds. Consequently, the judgment was overturned only to the extent it awarded the consumer union 100,000 euros, while the case was remitted for further proceedings on that specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Articles 580(3), 178, 183 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially revoke a judgment and remit the case for retrial when the lower court's reasoning supports one party's claim but the factual basis for another party's counterclaim is insufficient, requiring a new assessment of the disputed damages.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal against judgment consumer protection banking fees partial revocation remittal for retrial legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2123 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2123/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελευθέριο Μάλλιο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσεσείοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σπυράκο και Γεώργιο Μεντή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χαρίκλεια Απαλαγάκη και Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χαρίκλεια Απαλαγάκη και Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σπυράκο και Γεώργιο Μεντή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2006 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 711/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3956/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 19/11/2008 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 30/4/2009 αίτησή της και τους από 1/7/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 17/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε Α) Την απόρριψη α) της από 19/11/2008 αίτησης αναίρεσης της "'Ενωσης Καταναλωτών η Ποιότητα της Ζωής", β) της από 30/4/2009 αίτησης αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς ως προς τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης και γ) του από 1/7/2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς, και Β) την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της Τράπεζας Πειραιώς και την αναίρεση της υπ.' αριθμ. 3950/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνον του διατακτικού της με το οποίο επιδικάσθηκε καταψηφηστικά υπέρ της ενάγουσας πιο πάνω ένωσης το ποσό των 100.000 ευρώ, αντί να επιδικαστεί μόνο αναγνωριστικά.

Οι πληρεξούσιοι του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της από 19/11/2008 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/4/2009 αιτήσεως και των από 1/7/2009 προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της 30/4/2009 αιτήσεως και των από 1/7/2009 προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 19/11/2008 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Επί της από 30-4-2009 αίτηση αναίρεσης και του από 1-7-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς:

Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το, δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαιούται και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου δε περί του Εφετείου μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων και όχι με τις προτάσεις του εκκαλούντος, και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του Κ.Πολ.Δ αναγκαία προϋπόθεση για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα απ' το Δικαστήριο, είναι η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντα, που θεμελιώνει το δικαίωμά του για την επιδίωξη της ένδικης αξίωσης, τα στοιχεία δε της νομιμοποίησης πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Όσον αφορά δε, ειδικότερα, την άσκηση συλλογικών αγωγών από τις ενώσεις καταναλωτών, οι προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης τους για την άσκηση της αγωγής προκύπτουν ευθέως από το άρθρο 10 παρ. 9 του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με το οποίο: "Ενώσεις καταναλωτών, που έχουν τουλάχιστον πεντακόσια ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων των καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη, μπορούν να ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή)", Με την διάταξη αυτή, καθορίζονται λεπτομερώς οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των ενώσεων καταναλωτών για την άσκηση συλλογικών αγωγών, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς και ειδικότερα:

α) η ασκούσα την συλλογική αγωγή ένωση πρέπει να έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2251/1994 και να έχει σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού, β) η ένωση να έχει εγγραφεί στο Μητρώο Καταναλωτών δύο χρόνια προ της εγέρσεως της αγωγής και γ) η ένωση να αριθμεί συνολικά τουλάχιστον 500 ενεργά μέλη.

Από τη διάταξη αυτή της παρ. 9 του άρθρου 10, που αναφέρεται μόνο στις παραπάνω προϋποθέσεις, προκύπτει ότι τα παραπάνω στοιχεία, αναφερόμενα στην αγωγή, επαρκούν για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ένωσης, χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε άλλο θεμελιωτικό αυτής στοιχείο. Και ναι μεν στην παράγραφο 10 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994 αναφέρεται ότι η συλλογική αγωγή ασκείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης, της οποίας ενεργά μέλη λογίζονται, όσα έχουν εκπληρώσει τις ταμειακές τους υποχρεώσεις και των οποίων ο αριθμός αποδεικνύεται με κοινή υπεύθυνη δήλωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης.

Τα στοιχεία όμως αυτά δεν είναι θεμελιωτικά της ενεργητικής νομιμοποίησης της ένωσης για την άσκηση της αγωγής, η οποία απορρέει ευθέως από την παράγραφο 9 του εν λόγω άρθρου. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης αποτελεί απαιτούμενη από το νόμο διαδικαστική προϋπόθεση για την εκ μέρους της ένωσης άσκηση της αγωγής και όχι στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης της τελευταίας.

Η πλήρωση της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, όπως και για άλλες παρόμοιες ανάλογες περιπτώσεις (π.χ προηγούμενη άδεια ή απόφαση ή εξουσιοδότηση για τη διεξαγωγή της δίκης), πρέπει να προκύπτει κατά τη συζήτηση της αγωγής, και είναι δεκτική η συμπλήρωση της αντίστοιχης έλλειψης στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 67 του Κ.Πολ.Δ, χωρίς πριν από τη συμπλήρωση να δημιουργείται απαράδεκτο, όπως αντίθετα συμβαίνει στις ελλείψεις που αφορούν την νομιμοποίηση του ενάγοντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 18-9-2006 ένδικης αγωγής, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της έχουν περιληφθεί όλα τα αναγκαία κατ' άρθρα 216, 117 και 118 Κ.Πολ.Δ και 10 παρ. 9 του Ν. 2251/1994 στοιχεία, ήτοι: η υπ' αριθμ. 2470/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας συστήθηκε το σωματείο προς το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και της εκπροσώπησης τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και των διοικητικών αρχών και η υπ' αριθμ. 2000/95 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε το καταστατικό του σωματείου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 16228, ο πέραν των πεντακοσίων αριθμός των ενεργών μελών του και η εγγραφή του σωματείου στο Μητρώο Καταναλωτών της αρμόδιας Νομαρχίας Αθηνών από 18-5-1995 με αύξοντα αριθμό 1, και έτσι προσδιορίζεται πλήρως η ενεργητική νομιμοποίησης της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται οποιαδήποτε αοριστία σχετικά με την έκθεση των περιστατικών εκείνων που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας ένωσης.

Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, που ήταν ανύπαρκτο, και ο αντίθετος από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της Τράπεζας κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από το γεγονός ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής που έχει σχέση με τον τέταρτο αγωγικό ισχυρισμό δεν εξειδικεύεται το στοιχείο της ανισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος των καταναλωτών πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί παρόμοιος ισχυρισμός για αοριστία δεν προβλήθηκε με το από 30-4-2009 εφετήριο της αναιρεσείουσας Τράπεζας όπως από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

επισκόπησή του προκύπτει.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η, δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 2 του ν. 2251/1994 περί "προστασίας των καταναλωτών" "όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (γενικοί όροι συναλλαγών: Γ.Ο.Σ) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει -πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2.

Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα, διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Εξαιρούνται οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών. 3. Έντυποι γενικοί όροι συναλλαγών εκτυπώνονται ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος ταυ εγγράφου της σύμβασης. 4. Όροι που συμφωνήθηκαν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικοί όροι) είναι επικρατέστεροι από τους αντίστοιχους γενικούς όρους. 5.

Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 6. Γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές" στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι: "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, "τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή".

Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ) είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της παρ, 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας), Ενόψει τούτου, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου Γ.Ο.Σ.

βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Με τους Γ.Ο.Σ. δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.

Καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος είναι κάθε Γ.Ο.Σ., ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του Γ,Ο.Σ.

αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός Γ.Ο.Σ., με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της.

Έτσι, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, στη νέα διατύπωσή της με το ν. 2741/1999, πρέπει να ερμηνεύεται, μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διαταράξεως" της συμβατικής ισορροπίας, Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών .

Η παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή Γ.Ο.Σ καθιστά αυτόν αδιαφανή και εντεύθεν καταχρηστικό, ως επίσης και η πρόσδοση σε τέτοιο όρο ορισμένου περιεχομένου, εξαγομένου από τη σιωπηρή συμπεριφορά του καταναλωτή (ΟλΑΠ 15/2007 και ΑΠ 1219/2001 και ΑΠ 1030/2001).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, που δίκασε αναφορικά με τους προβαλλόμενους με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου Σωματείου λόγους για ακυρότητα ως καταχρηστικών των επίδικων γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία στις τραπεζικές συναλλαγές και συμβάσεις, που αυτή συνάπτει στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της με τους πελάτες - καταναλωτές, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη Τράπεζα χρεώνει, σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο προμηθειών, με τον χαρακτηρισμό "Έξοδα Κινήσεων Λογαριασμών (Αναλήψεις, Καταθέσεις Μετρητών ή και Επιταγών στα Ταμεία)", σε "Λογαριασμούς ΕΥΡΩ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ή ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥΣ", την κάθε δηλαδή κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία με το ποσόν των 0,80 ευρώ ανά συναλλαγή, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπολογισμό έως 1.500 ευρώ, ή περισσότερες από έξι (6) το μήνα, όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 1.500,01 έως 30.000 ευρώ, ή περισσότερες από είκοσι (20) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ, ή περισσότερες από πενήντα (50) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ.

Ο όρος αυτός, κατά το μέρος που προβλέπει επιβάρυνση 0,80 ευρώ για κάθε κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία, είναι καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94. Ειδικότερα: Η ως άνω υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται στους πελάτες της Τράπεζας - καταναλωτές, συνιστά όρο που διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, ώστε να θεωρείται καταχρηστικός και επομένως άκυρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, οι συμβάσεις κατάθεσης που συνάπτουν οι καταναλωτές με τις τράπεζες φέρουν το νομικό χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης (ΑΚ 830), εφαρμοζομένων έτσι σ' αυτές των περί δανείου διατάξεων (ΑΚ 806). Κατά αυτήν την έννοια δεν τίθεται θέμα πληρωμής στο θεματοφύλακα ούτε αμοιβής (ΑΚ 822), ούτε δαπανών φυλάξεως και αποζημίωσης (ΑΚ 826).

Όπως και η εναγόμενη συνομολογεί, ο συγκεκριμένος όρος περί καταβολής εκ μέρους του καταναλωτή αμοιβής και εξόδων αποτελεί πράγματι απόκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 830 και 806 ΑΚ και καταρχήν κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό. Η συμφωνία όμως αυτή υπάγεται στον έλεγχο περί καταχρηστικότητας.

Αποδείχθηκε όμως πλήρως ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ, ως αποκλίνων από τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία και τούτο, διότι η Τράπεζα επιχειρεί να μετακυλίσει στον καταναλωτή έξοδα και λειτουργικά κόστη, τα οποία έχουν ήδη συνυπολογιστεί κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης μεταξύ τους, αντισταθμίζοντας η Τράπεζα τα προαναφερόμενα λειτουργικά κόστη με το προσφερόμενο στον καταναλωτή επιτόκιο καταθέσεων.

Έτσι, οι Τράπεζες δανείζονται χρήματα από τους καταναλωτές με πολύ ευνοϊκούς όρους - σε σχέση με τους όρους δανεισμού, που ισχύουν στη διατραπεζική χρηματαγορά, και χρεώνουν προκαταβολικά τα κόστη από την υπηρεσία φύλαξης και διαχείρισης των χρημάτων τους (των καταναλωτών). Άλλωστε ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, ότι μπορεί ο καταναλωτής να αποφύγει τη σχετική χρέωση για συναλλαγή του στο ταμείο της Τράπεζας, δεν ευσταθεί, καθόσον ο καταναλωτής προσερχόμενος σε ΑΤΜ μπορεί να καταθέσει ή να αναλάβει χρηματικά ποσά μέχρι κάποιου ύψους, πολλαπλάσια των χαρτονομισμάτων των 20 ή 50 €, γεγονός το οποίο δεν μπορεί πάντα να εξυπηρετεί τις ανάγκες του.

Επιπρόσθετα, η υποχρέωση επιβολής κάρτας ΑΤΜ με μυστικό ΡΙΝ αριθμό δεν μπορεί να επιβληθεί σε όλους ανεξαιρέτως τους καταναλωτές και θα πρέπει να είναι στη διακριτική τους ευχέρεια η χρησιμοποίηση ή μη αυτής της δυνατότητας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να καθίσταται εμμέσως υποχρεωτική.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η εν λόγω επιβάρυνση των πράξεων αναλήψεων και καταθέσεων στα ταμεία, τόσο για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου όσο και τρεχούμενου λογαριασμού, συνιστά μία αυτοτελή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από το πιστωτικό ίδρυμα, αυτοτελή συναλλαγή του πελάτη με την τράπεζα, για τις οποίες η τελευταία δικαιούται να χρεώνει αντίστοιχη αμοιβή.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω πράξη δεν είναι άλλη από την αυτονόητη απόσβεση της ενοχής της αρχικώς συναφθείσας σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, δηλαδή η υποχρέωση της τράπεζας να αποδώσει το ποσό της αιτούμενης ανάληψης στον δικαιούχο της. Με βάση τα ανωτέρω, ο ανωτέρω Γ.Ο.Σ διαψεύδει τις δικαιολογημένες και σημαντικές προσδοκίες του καταναλωτή ότι συνάπτοντας με το πιστωτικό ίδρυμα μία καταθετική σύμβαση, θα μπορεί να φυλάσσει στην Τράπεζα τα χρήματα του λαμβάνοντας το συμφωνηθέν επιτόκιο, γνωρίζοντας ότι αυτή χρησιμοποιεί τα κεφάλαια του αυξάνοντας τη ρευστότητα της και η τελευταία θα υποχρεούται να του τα επιστρέψει, όταν εκείνος τα ζητήσει, άνευ ανταλλάγματος σε εκπλήρωση αναληφθείσας υποχρέωσης της.

Έτσι, ο συγκεκριμένος Γ.Ο.Σ κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, διότι χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, στις οποίες απέβλεψαν οι τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη - καταναλωτή. Για τους προεκτεθέντες λόγους, λοιπόν, ο ένδικος ισχυρισμός της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο ο ελεγχόμενος ως άνω Γ.Ο.Σ πρέπει να απαλειφθεί από τις καταθετικές συμβάσεις, που συνάπτει η εναγομένη Τράπεζα με τους αντισυμβαλλομένους πελάτες της, ως καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, κρίνεται βάσιμος και σαν τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός.

Η εκκαλούσα με τον 2° λόγο της έφεσης της ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι είναι καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ, 6 Ν. 2251/94 ο προαναφερθείς όρος του σχετικού τιμολογίου προμηθειών της που προβλέπει "Έξοδα Κινήσεων Λογαριασμών (Αναλήψεις, Καταθέσεις Μετρητών η και Επιταγών στα Ταμεία), σε "Λογαριασμούς Ευρώ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ή ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥΣ", για την κάθε δηλαδή κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία με το ποσόν των 0,80 ευρώ ανά συναλλαγή, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο έως 1.500 ευρώ, ή περισσότερες από έξι (6) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 1.500,01 έως 30.000 ευρώ, ή περισσότερες από είκοσι (20) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ, ή περισσότερες από πενήντα (50) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ, γιατί η εν λόγω χρέωση δικαιολογείται από τη με αριθμό 2501/2002 Π.Δ.Τ.Ε. (Πράξη Δ/τη Τράπεζας της Ελλάδος), που ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν στοιχεία και πληροφορίες για τις προμήθειες, με τις οποίες επιβαρύνονται οι καταθέσεις για την τήρηση και κίνηση των λογαριασμών.

Επ' αυτού: Καταρχήν, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ως βασική αρμοδιότητα τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος ως προς την φερεγγυότητα του, δηλαδή τον έλεγχο των τραπεζών ως εταιρειών. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και των συναλλασσομένων με αυτές, η ΤτΕ έχει μία περιορισμένη δυνατότητα κανονιστικής παρέμβασης, καθώς, σύμφωνα με το, άρθρο 55α του καταστατικού της έχει περιορισμένη αρμοδιότητα εποπτείας στα εν λόγω θέματα συνιστάμενη "στη διαφάνεια των διαδικασιών και των όρων των συναλλαγών των υποκειμένων σε αυτή".

Επομένως, η αρμοδιότητα της ΤτΕ περιορίζεται σε θέματα ενημέρωσης, θεσπίζει υποχρεώσεις τυπικού χαρακτήρα και ασφαλώς δεν έχει αρμοδιότητα στον έλεγχο της καταχρηστικότητας των όρων. Έτσι και η Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 θεσπίζει, όπως καθιστά σαφές και ο τίτλος της, κανόνες για την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους".

Η Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 αναφέρεται, λοιπόν, στην ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση, θεσπίζει υποχρεώσεις τυπικού χαρακτήρα, χωρίς να αποκλείει υποχρεώσεις από άλλες ρητές διατάξεις ή την αρχή της καλής πίστης". Το άρθρο 2 Ν. 2251/94 αφορά, αντιθέτως τον ουσιαστικό έλεγχο του περιεχομένου των όρων. Η επιταγή μάλιστα της διαφάνειας που εμπεριέχεται στο άρθρο 2 Ν. 2251/94 θεωρείται ευρύτερη των υποχρεώσεων ενημέρωσης που καθιερώνει η Π.Δ.Τ.Ε., καθώς, πέραν από τον έλεγχο της σαφήνειας περιλαμβάνει και τον έλεγχο της αιτίας κάθε επιβάρυνσης, ενώ με βάση τον Ν. 2251/94 (άρθρο 2) εξετάζεται κατεξοχήν η ουσία της ρύθμισης των ΓΟΣ και ειδικότερα κατά πόσον αυτή αποδίδει μία δίκαιη ρύθμιση και εξισορρόπηση των συμφερόντων.

Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, τα αρμόδια για τη θέσπιση κανονιστικών διατάξεων όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούν να διαμορφώνουν μόνο πρόσθετες υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πεδίο της ενημέρωσης, δίχως ασφαλώς να περιορίζουν τις υποχρεώσεις, που προκύπτουν με βάση άλλες διατάξεις νόμου, καθορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο και το πεδίο εφαρμογής των κυρώσεων που επιβάλλονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα.

Ούτε η κίνηση λογαριασμού των καταθετών αποτελεί αυτοτελή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από το πιστωτικό ίδρυμα, δηλαδή αυτοτελή, σε σχέση με την αρχική κατάθεση, συναλλαγή του πελάτη με την τράπεζα και ότι, εφόσον πρόκειται για αυτοτελή συμβατική σχέση, είναι επιτρεπτή (άρθρο 361 ΑΚ) η συνομολόγηση ιδιαιτέρων όρων χρεώσεως για την επιπλέον, πέραν του συνήθους, παροχή υπηρεσιών στον πελάτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Με τον ανωτέρω όρο χρεώνονται πράξεις ανάληψης ή κατάθεσης μετρητών στο λογαριασμοί τόσο σε λογαριασμό, ταμιευτηρίου όσο και σε τρεχούμενους λογαριασμούς. Δεν αφορά, επομένως, κινήσεις για την μέσω των τραπεζών διενέργεια όλων των πληρωμών και την εξόφληση υποχρεώσεων του καταθέτη ή με χρεώσεις δαπανών από τη χρήση πιστωτικών καρτών, που χαρακτηρίζει τον τρεχούμενο λογαριασμό και για τις οποίες μπορεί και να συμφωνείται επιβάρυνση.

Ωστόσο, στην περίπτωση της ανάληψης μετρητών από τον κάτοχο του λογαριασμού, η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να αποδώσει το ποσόν της αιτούμενης αναλήψεως στον δικαιούχο της, είτε πρόκειται για μέρος του ποσού είτε για ολόκληρο το ποσόν της κατάθεσης. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός, που επικαλείται η εκκαλούσα με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής της, ότι η ως άνω χρέωση με τον προαναφερθέντα όρο δικαιολογείται από το αυξημένο κόστος για την τράπεζα, διότι απαιτείται ετοιμότητα του ανθρώπινου και μηχανογραφικού εξοπλισμού, καθότι μάλιστα οι ταμίες εισπράττουν ειδικό επίδομα διαχειριστικών λαθών.

Αυτά όμως ουδεμία επιρροή μπορούν να έχουν για τη δικαιολόγηση της χρέωσης, γιατί κάθε συμβαλλόμενο μέρος φέρει το βάρος των δικών του ενεργειών. Η τράπεζα δεν μπορεί να αξιώνει επιπλέον τίμημα για μία ενέργεια, στην οποία προβαίνει για να εξυπηρετήσει το δικό της συμφέρον. Ο έλεγχος που προβαίνει η τράπεζα για το ύψος του ποσού κατάθεσης ή ανάληψης είναι υποχρέωσή της και εξυπηρετεί αποκλειστικά το δικό της συμφέρον και ασφάλεια, με βάση τη συμβατική κατανομή υποχρεώσεων και δικαιωμάτων.

Εφόσον, λοιπόν, είναι υποχρέωση της τράπεζας με βάση τη σύμβαση κατάθεσης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κάνει αυτή λόγο για (νέα ή άλλη) αυτοτελή σύμβαση που συνάπτει ο πελάτης με την τράπεζα ή να μετακυλίει στους καταναλωτές κόστος από την εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων, γιατί κάθε υποκείμενο δικαίου υποχρεούται να εκπληρώνει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του, χωρίς να δικαιούται να αξιώσει ξεχωριστό αντάλλαγμα γι' αυτό".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά παραδοχή αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης ένωσης, κρίθηκε ως καταχρηστικός ο ερευνώμενος πιο πάνω Γ.Ο.Σ δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και 281, 288, 361, 822 επ.

του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας του ως άνω Γ.Ο.Σ, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το πρώτο σκέλος του και κατά τα δύο μέρη του ίδιου σκέλους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.

Τα όσα δε προβάλλονται από την αναιρεσείουσα Τράπεζα που έχουν σχέση: 1) με το περιεχόμενο και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 822 επ ΑΚ, 2) της υπ' αριθ. 2501/31-10-2002ΠΔ/ΤΕ και της νεότερης με αριθ. 243/16-5-2007 ΠΔ/ΤΕ, που επανέλαβε παρόμοια ρύθμιση 178/19-7-2004 απόφαση της Ε.Τ.Π.Θ. της τράπεζας της Ελλάδος, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με αντίστοιχους ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν και στο Εφετείο, όπου και αντιμετωπίσθηκαν με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεν θεωρούνται ικανά να άρουν τη διαπιστωθείσα στον ένδικο όρο διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας στις μεταξύ των διαδίκων μερών σχέσεις, που καθιστούν τον ίδιο όρο καταχρηστικό και εντεύθεν άκυρο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/94.

Ειδικότερα με την υπ' αριθ. 243/16-5-2007 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστοποιητικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος επαναλήφθηκε στα ουσιώδη σημεία της προγενέστερης 178/2004 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που όριζε ότι: "σε περίπτωση είσπραξης εξόδων διαχείρισης σε λογαριασμούς καταθέσεων Ταμιευτηρίου για την πραγματοποίηση συναλλαγών στις θυρίδες καταστημάτων τουλάχιστον 5 συναλλαγές, κατά μήνα διενεργούνται χωρίς επιβάρυνση".

Η κανονιστική αυτή διάταξη των οργάνων της Τράπεζας της Ελλάδος στο πλαίσιο του άρθρου 55 του καταστατικού της, που έχει σχέση με την υποχρέωση ενημέρωσης των καταναλωτών πελατών, δεν αφορά και τον έλεγχο από τα Δικαστήρια της καταχρηστικότητας του αντίστοιχου ΓΟΣ, γιατί έχει σχέση αποκλειστικά με την επιβολή κυρώσεων από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας σε περίπτωση παραβίασης της πιο πάνω καταστατικής διάταξης εκ μέρους των Τραπεζών.

IV. Περαιτέρω το Εφετείο με την ίδια προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την προβληθείσα με την αγωγή της αναιρεσίβλητης ένωσης ακυρότητα ως καταχρηστικού (Γ.Ο.Σ) που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα Τραπεζική εταιρεία στις Τραπεζικές συναλλαγές που αυτή συνάπτει στο κατάστημά της με τρίτους μη τηρούντες σ' αυτή καταθετικό λογαριασμό πελάτες της, και έχουν σχέση με κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό που διατηρεί σ' αυτήν πελάτης της: "Ακολούθως αποδείχτηκε ότι η εναγομένη επιβάλλει σε όποιον καταθέτει στα καταστήματα της μετρητά ευρώ σε λογαριασμό που διατηρεί τρίτος - πελάτης της (της Τράπεζας) ως προμήθεια το ποσό των 1,40 € και, όταν το ποσό της κατάθεσης υπερβαίνει το ποσό των 50.000 € ,το ποσό της προμήθειας αυξάνεται με ποσοστό 0,10% επί του πέραν των 50.000 € ποσού κατάθεσης.

Ότι η προμήθεια αυτή επιβάλλεται με την αναγραφή του ονόματος του καταθέτη και οι καταναλωτές ενημερώνονται προφορικά για αυτήν τους την υποχρέωση προσερχόμενοι στα ταμεία της Τράπεζας, προκειμένου να προβούν στη σχετική κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου. Στο πλαίσιο όμως της συνεργασίας του πελάτη - καταναλωτή με την Τράπεζα περιλαμβάνεται και η κατάθεση υπέρ του πρώτου από τρίτο πρόσωπο στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί αυτός (ο πελάτης της Τράπεζας).

Έτσι, δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της σύμβασης, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, η οποία εξακολουθεί να φέρει τα χαρακτηριστικά της ανώμαλης παρακαταθήκης, όπως λεπτομερώς προεκτέθηκε. Η κατάθεση αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του τηρούντος τον τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται, όπως επίσης και η ρευστότητα της Τράπεζας.

Η καταχώρηση του ονόματος του καταθέτη πάλι λειτουργεί προς όφελος του πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος είναι σε θέση να γνωρίζει την προέλευση των χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό του. Άλλωστε, η αναγραφή του ονόματος του καταθέτη στο σχετικό παραστατικό που εκδίδει η Τράπεζα, συνιστά προέκταση της υποχρέωσης του πελάτη της για χορήγηση σχετικής εξοφλητικής απόδειξης, συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ.

Η έκδοση της ως άνω εξοφλητικής απόδειξης δεν μπορεί να συνιστά κόστος που επωμίζεται ο οφειλέτης, ο οποίος εκπληρώνει την υποχρέωση του για εξόφληση του χρέους του έναντι του δανειστή του πελάτη της Τράπεζας. Εξάλλου, την παράπλευρη αυτή λειτουργία της καταθετικής σύμβασης τη γνωρίζει το πιστωτικό ίδρυμα κατά τη σύναψη της με τον καταναλωτή και το σχετικό κόστος έχει επίσης συμπεριληφθεί, όπως προαναφέρθηκε, με τη συμφωνία - ρύθμιση του σχετικού επιτοκίου, που θα διέπει τον τραπεζικό λογαριασμό.

Δεν αποδείχθηκε ότι η σχετική αξίωση της Τράπεζας για καταβολή προμήθειας συνιστά προφορικό ορό, αφού αυτή αναγράφεται στο σχετικό τιμολόγιο Προμηθειών και Τοκοφόρων Ημερομηνιών, το οποίο βρίσκεται αναρτημένο σε εμφανές σημείο της Τράπεζας εκπληρώνοντας έτσι, κατ' ελάχιστον, την υποχρέωση που απορρέει από την Π.Δ.Τ.Ε. 2501/31.10.2002 (Κεφάλαιο Γ', 1 α ii), ούτως ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται για αυτήν του την υποχρέωση, ασχέτως όμως του γεγονότος ότι δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα, που ενδεχομένως να μην επιβάλλει τη σχετική υποχρέωση, εφόσον ενεργεί κατ' εντολήν και για λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας - κατόχου του τραπεζικού λογαριασμού.

Με βάση τα ως άνω, ο σχετικός ΓΟΣ είναι καταχρηστικός και άκυρος και αντίκειται στη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 6 Ν, 2251/1994, καθόσον επιφέρει απόκλιση από τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου διαταράσσοντας την καθοδηγητική του λειτουργία και δεν επιτυγχάνει μία στοιχειωδώς δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν τυπικών συμφερόντων και ως τέτοιος, θα πρέπει να παύσει να χρησιμοποιείται από την εναγομένη κατά τις συναλλαγές της με τρίτους - καταθέτες".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης με την οποία, κατά παραδοχή αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης ένωσης, κρίθηκε ως καταχρηστικός με την έννοια της διατάραξης ουσιωδώς της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο ερευνώμενος πιο πάνω Γ.Ο.Σ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/94 και 281, 288, 321, 361 Κ', 424 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά τα δύο μέρη του ίδιου σκέλους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.

Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: 1) Η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό εκ μέρους του πελάτη της Τράπεζας καταθέτη φέρει το χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρ. 830 ΑΚ), στην οποίας εφαρμόζονται οι περί δανείου διατάξεις, χωρίς να τίθεται θέμα πληρωμής στο θεματοφύλακα ούτε αμοιβής (άρθρ. 822 ΑΚ), ούτε δαπανών φύλαξης και αποζημίωσης (άρθρ. 826 ΑΚ), 2) περιεχόμενο της σύμβασης ανοίγματα Τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ Τράπεζας και πελάτη - καταθέτη αποτελεί και η κατάθεση υπέρ του πελάτη -καταθέτη δικαιούχου του λογαριασμού, ως τρίτου, χρηματικού ποσού στο ίδιο τραπεζικό λογαριασμό από τρίτο πρόσωπο ύστερα από εντολή του πελάτη - καταθέτη με την έννοια του παρεπόμενου και όχι της αυτοτελούς συναλλαγής, 3) με την παρεμβολή του τρίτου προσώπου δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της - καταθέτη δικαιούχου του λογαριασμού λειτουργούσας σύμβασης ως ανώμαλης παρακαταθήκης, 4) η κατάθεση αυτή εκ μέρους του τρίτου εξυπηρετεί τα συμφέροντα του τηρούντος τον τραπεζικό λογαριασμό πελάτη - καταθέτη, του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται από τον χρόνο κατάθεσης, αλλά και τα συμφέροντα της Τράπεζας με την αύξηση της ρευστότητάς της, που δεν είναι σίγουρο ότι θα επερχόταν εάν τα χρήματά της προωθούντο στο δικαιούχο πελάτη - καταθέτη, χωρίς να περάσουν από το Ταμείο της Τράπεζας, 5) η αναγραφή του ονόματος του καταθέτη τρίτου στο σχετικό παραστατικό που εκδίδει η Τράπεζα και του χορηγεί συνιστά προέκταση της υποχρέωσης του πελάτη - καταθέτη της Τράπεζας για τη χορήγηση εκ μέρους του τελευταίου σχετικής εξοφλητικής απόδειξης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, 6) κατά την προαναφερθείσα κατάθεση εκ μέρους τρίτου συντελείται παράπλευρη λειτουργία στο πλαίσιο της λειτουργούσας μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της δικαιούχου του λογαριασμού σύμβασης τραπεζικής κατάθεσης, την παράπλευρη δε αυτή λειτουργία, την γνωρίζει το πιστωτικό ίδρυμα ήδη από του χρόνου σύναψης της Τραπεζικής σύμβασης - κατάθεσης με τον πελάτη της - καταναλωτή, αφού όπως προαναφέρθηκε στη λειτουργία της σύμβασης αυτής περιλαμβάνεται κατά τη συμφωνία των μερών και η κατάθεση εκ μέρους τρίτου προσώπου στον Τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί ο πελάτης της Τράπεζας, ενώ το σχετικό κόστος της Τράπεζας εξ αφορμής της προαναφερθείσας συμβατικά επιτρεπτής κατάθεσης εκ μέρους τρίτου έχει συμπεριληφθεί στην όλη συμφωνία με την ειδικότερη συμφωνία - ρύθμιση του σχετικού επιτοκίου, που θα διέπει τον τραπεζικό λογαριασμό, 7) ο τρίτος καταθέτης με την ιδιότητα και αυτός ατομικά του καταναλωτή, δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή άλλο τρόπο για να εκπληρώσει την προς το δανειστή του πελάτη - καταθέτη της Τράπεζας υποχρέωσή του, εφόσον ενεργεί (ο τρίτος) κατ' εντολήν και για λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας κατόχου του Τραπεζικού λογαριασμού, αιτιολογούν (οι παραδοχές) και στηρίζουν την κρίση του Εφετείου ότι με τον ένδικο Γ.Ο.Σ διαταράσσεται ουσιωδώς η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων στην σύμβαση ανοίγματος Τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της - καταθέτη με την έννοια ότι η Τράπεζα εισπράττει αμοιβή για την αποδοχή της εκ μέρους του τρίτου κατάθεσης στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό υπέρ του πελάτη παρά το γεγονός ότι το σχετικό κόστος ήδη έχει καλυφθεί με το συμβατικό όρο καθορισμού του επιτοκίου οι συνέπειες δε της διαταράξεως αυτής μετακυλίονται σε βάρος του τρίτου καταθέτη με την ιδιότητα του καταναλωτή αντανακλαστικά και αλυσσιδωτά με την καταβολή της επί πλέον αμοιβής, ώστε τελικά δεν επιτυγχάνεται μια στοιχειωδώς δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν τυπικών συμφερόντων.

Εξάλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά την εις το τρίτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας δηλαδή του Γ.Ο.Σ για την είσπραξη προμήθειας από τρίτον που καταθέτει χρήματα σε λογαριασμό πελάτη της που τηρείται από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

α) με το ότι η κατάθεση εκ μέρους του τρίτου έχει αυτοτέλεια σε σχέση με τη σύμβαση κατάθεσης μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της καταθέτη, β) ότι δικαιούται να εισπράττει προμήθεια για όλες τις εργασίες της ώστε υπάρχει ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής γ) ότι η κατάθεση διευκολύνει τον τρίτο οφειλέτη της παροχής που κατατίθεται, ο οποίος απαλλάσσεται από τις δαπάνες εκπληρώσεως της παροχής του και δ) ότι αποτελεί πάγια συναλλακτική πρακτική η είσπραξη αμοιβής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθενται κατά τα προαναφερθέντα οι αντίθετες παραδοχές κατ' ουσίαν προς τα πιο πάνω επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που στηρίζονται επί εσφαλμένης κατ' ουσίαν προϋπόθεσης, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

V. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1), (ΟλΑΠ 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά το τέταρτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 ταυ Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του και να κηρύξει καταχρηστικό τον Γ.Ο.Σ που επιτρέπει στην αναιρεσείουσα Τράπεζα να εισπράττει αμοιβή από τρίτο, ο οποίος προσέρχεται σε υποκατάστημα της και καταθέτει χρηματικό ποσό σε τηρούμενο εκεί λογαριασμό καταθετικό πελάτη της Τράπεζας παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 321, 424, 425 του ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ.

α του ν. 2251/94, με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "ο οφειλέτης, υποβάλλεται σε δαπάνες για να εξοφλήσει τις χρηματικές παροχές που τον βαρύνουν". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων με την έννοια που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο.

VI. Περαιτέρω το Εφετείο με την ίδια προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την προβληθείσα με την αγωγή της αναιρεσίβλητης Ένωσης ακυρότητα ως καταχρηστικού (Γ.Ο.Σ) που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα Τραπεζική Εταιρεία στις τραπεζικές συναλλαγές που αυτή συνάπτει στο κατάστημά της με τρίτους πελάτες κατά τη χορήγηση δανείων στεγαστικών: "Η εναγομένη, κατά τη χορήγηση στεγαστικών δανείων στους καταναλωτές (για αγορά, ανέγερση ή επισκευή κατοικίας), όταν αυτό (το δάνειο) βρίσκεται στο στάδιο της εκταμίευσης, η Τράπεζα καταθέτει το σύνολο του εγκριθέντος ποσού σε δεσμευμένο λογαριασμό του οφειλέτη και η αποδέσμευση γίνεται σταδιακά, σύμφωνα με την πρόοδο των υπολειπόμενων εργασιών στο ακίνητο.

Όμως ο οφειλέτης του δανείου καλείται να καταβάλει τόκο από τη χρονική στιγμή της κατάθεσης του χρηματικού ποσού στο δεσμευμένο λογαριασμό, για όλο το ποσό του δανείου, μολονότι δεν μπορεί να κάνει χρήση του συνόλου αυτού, αλλά μόνο του κάθε μέρους που σταδιακά αποδεσμεύεται. Έτσι όμως πληρώνει τόκους για ποσά που δεν έχει στη διάθεσή του.

Η εναγόμενη Τράπεζα ισχυρίζεται όμως ότι παρέχει και μία δεύτερη, εναλλακτική δυνατότητα στον καταναλωτή, ήτοι να λάβει τμηματικά το δάνειο και η καταβολή της κάθε δόσης να υπολογίζεται με βάση το ανεξόφλητο, κατά το χρόνο υπολογισμού, κεφάλαιο του δανείου και όχι το σύνολο αυτού. Άλλωστε, ακόμη και αν ο οφειλέτης επιλέξει την πρώτη δυνατότητα (κατάθεση του συνόλου του ποσού σε δεσμευμένο λογαριασμό), το αντιστάθμισμα είναι το επιτόκιο που λαμβάνει, αφού όλο το ποσό του δανείου βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό στο όνομα του οφειλέτη και του αποφέρει το σχετικό επιτόκιο ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, κατέστη σαφές ότι κατά τη σύναψη μιας δανειακής σύμβασης (στεγαστικό δάνειο) με την πρόβλεψη του όρου της κατάθεσης του ποσού του δανείου σε δεσμευμένο λογαριασμό, ο καταναλωτής - δανειολήπτης λαμβάνει σταδιακά το ποσό του δανείου (π.χ. στα επισκευαστικά δάνεια ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών και κατόπιν έγκρισης μηχανικού της τράπεζας), υποχρεούται όμως να καταβάλει στην Τράπεζα το αντίτιμο για τη λήψη του δανείου, δηλ, τον τόκο, ο οποίος αφορά στο σύνολο του κεφαλαίου για το οποίο ελήφθη το δάνειο.

Έτσι, ενώ το σύνολο του ποσού απεικονίζεται λογιστικά σ' ένα τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του δανειολήπτη, στην πραγματικότητα αυτό βρίσκεται στη διάθεση της εναγομένης η οποία μπορεί να το χρησιμοποιεί κατ' αρέσκεια. Όμως ο δανειολήπτης θα πρέπει να καταβάλει τόκο για όλο το ποσό που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο του δανείου από τη στιγμή υπογραφής της δανειακής σύμβασης, χωρίς όμως να έχει αυτό στη διάθεση του.

Άλλωστε, τα όσα ισχυρίζεται η Τράπεζα περί δήθεν δεύτερης εναλλακτικής δυνατότητας, σταδιακής εκταμίευσης του ποσού του δανείου και κατ' επέκταση σταδιακής έναρξης της αποπληρωμής του, δεν επαρκούν για τη δικαιολόγηση του ως άνω ελεγχόμενου ΓΟΣ, διότι και πάλι αυτός συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά των μονομερώς προδιατυπωμένων συμβατικών όρων, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, και περαιτέρω η εναγομένη δεν αναφέρει το γεγονός ότι η παρεχόμενη δεύτερη εναλλακτική δυνατότητα δεν αφορά σ' όλους τους τύπους στεγαστικών δανείων, αλλά μόνο σε συγκεκριμένα τραπεζικά προϊόντα (π.χ.

διαφοροποιήσεις ανάλογα με το αν το δάνειο θα ληφθεί σε ξένο νόμισμα ή ευρώ κτλ). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ποσό του δανείου με την κατάθεσή του σε δεσμευμένο έστω τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη επιφέρει επιτόκιο καταθετικού λογαριασμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το συγκεκριμένο επιτόκιο είναι υποπολλαπλάσιο του επιτοκίου του δανείου και η ωφέλεια αυτή του δανειολήπτη δεν μπορεί να συμψηφιστεί με το κέρδος που αποκομίζει η Τράπεζα, με το να έχει στη διάθεση της το κεφάλαιο του δανείου κατά το μέρος που αυτό είναι δεσμευμένο.

Έτσι, με τον ως άνω ΓΟΣ διαταράσσεται η ισορροπία υποχρέωσεων και δικαιωμάτων, καθώς ο δανειολήπτης υποχρεώνεται να καταβάλει την αντιπαροχή του (τόκους), χωρίς εντέλει να έχει την παροχή της υπηρεσίας, ήτοι τη χρήση του κεφαλαίου του δανείου. Η εναγόμενη όμως επιφυλάσσει στον εαυτό της το πλήρες όφελος από τη σύμβαση.

Ο όρος αντιστρατεύεται την ίδια τη φύση της σύμβασης δανείου, όταν λογίζεται με αυτό, ότι το δάνειο έχει χορηγηθεί στον δανειολήπτη, ενώ ο τελευταίος δεν διαθέτει και δεν εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο του δανείου. Η φύση και ο σκοπός του δανείου ενέχουν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο την παράδοση των χρημάτων στον δανειολήπτη.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 806 ΑΚ το δάνειο καταρτίζεται in re με την κατά κυριότητα μεταβίβαση στον οφειλέτη των χρημάτων. Η μεταβίβασηκυριότητας επί πράγματος σημαίνει τη μεταβίβαση όλων των εξουσιών που το συνοδεύουν και που το αφορούν και δεν νοείται εκταμίευση δανείου, αν δεν παρέχεται η δυνατότητα χρήσης του ποσού του.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι ο ελεγχόμενος ΓΟΣ διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη και ως τέτοιος κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος.

Υπό τα ως άνω δε αποδειχθέντα, όσα αντίθετα ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμά, όπως και έφεσή της στο σύνολό της".

Το Εφετείο με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστικός ο ΓΟΣ που περιλαμβάνεται στη σύμβαση Τραπεζικών δανείων στεγαστικών που συνάπτει η Τράπεζα με καταναλωτές - πελάτες της, και προβλέπει εκτοκισμό εξ υπαρχής για το σύνολο του κεφαλαίου του δανείου, καίτοι αποδεσμεύεται σταδιακά με την πρόοδο των στεγαστικών εργασιών, με την έννοια της ουσιώδους διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, με το ν' αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη δανειολήπτη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 167, 281, 288 και 806 επ του ΑΚ και 2 παρ. 6 ν. 2251/94 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ διέλαβε παράλληλα στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιαστικό ζήτημα της ακυρότητας, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το τρίτο σκέλος του και κατά τα δύο πρώτα μέρη του, και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνονται αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.

Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την επ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας του ένδικου ΓΟΣ και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι δεν προσδιορίσθηκε στην απόφαση α) η διαφορά μεταξύ του τόκου δεσμευμένης κατάθεσης και του τόκου χορηγήσεως δανείου, β) ποια είναι η αξία του οικήματος που θα αγοράσει ο δανειολήπτης, γ) ποιο το όφελος το οικονομικό του καταναλωτή από την επιλογή του συγκεκριμένου δανείου, δ) εάν η τράπεζα μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης μπορεί να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους δανεισμού και ε) εάν η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί το δεσμευμένο ποσό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι το ποσό του τόκου κατάθεσης που εισπράττει ο καταναλωτής δανειολήπτης είναι υποπολλαπλάσιο του τόκου του δανείου, χωρίς να είναι αναγκαίο (ενόψει και του κοινώς γνωστού στις συναλλαγές για το ύψος των αντίστοιχων μεγεθών), (να προσδιορισθούν ειδικότερα τα μεγέθη αυτά), ενώ η παραδοχή της κατ' "αρέσκειαν" χρησιμοποίησης εκ μέρους της τράπεζας του κεφαλαίου του δεσμευμένου δανείου δεν αποκλείει οποιαδήποτε επικερδή χρησιμοποίησή του, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

VII. Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζει τον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης ισχύοντα νόμο, σαφώς συνάγεται ότι ο νεότερος νόμος, που δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ακόμα και αν έχει αναδρομική δύναμη, δεν καταλαμβάνει τη δίκη ενώπιον του Εφετείου, όταν το τελευταίο επιλαμβάνεται ύστερα από άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εφαρμόσει τον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της ισχύοντα προηγούμενο νόμο, εκτός εάν αυτό ή ορίζεται ρητά με ειδική διάταξη ή συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο της διάταξης που έχει αναδρομική δύναμη.

Επίσης, όταν το Εφετείο ύστερα από αποδοχή λόγου έφεσης εξαφανίζει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και διακρατεί σε αυτό την υπόθεση κατά το άρθρο 535 ΚΠολΔ για την κατ' ουσία εκδίκαση, επιλαμβάνεται προς τούτο μέσα στα όρια της εξαφάνισης σε συνδυασμό και με τους λόγους της έφεσης που έγιναν δεκτοί και εφαρμόζει για τη διάγνωσή της και δή του νόμω βάσιμου της αγωγής και της ουσίας εν γένει της υπόθεσης τον νεότερο με αναδρομική δύναμη νόμο (Ολ.

ΑΠ 654/1984). Όλα τα προαναφερθέντα τελούν σε συνδυασμό και με την αρχή της διάταξης του άρθρου 536 του Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μόνο δε εάν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια εκείνο που αφορούσαν οι λόγοι της έφεσης που έγιναν δεκτοί και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν, μπορεί να πράξει τούτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρον 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αγωγή επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις 5 Φεβρουαρίου 2007, η δε οριστική απόφασή του με αριθμό 71/2007 δημοσιεύθηκε στις 19 Ιουνίου 2007.

Μετά τη δημοσίευση εκείνη επακολούθησε η έναρξη ισχύος του ν. 3587/2007 στις 10 Ιουλίου 2007 (ΦΕΚ Α' 152), και του ν. 3601/2007 την 1 Αυγούστου 2007 (ΦΕΚ Α'178), ενώ στις 4 Σεπτεμβρίου 2007 άρχισε να ισχύσει η υπ' αριθμ. 2587/20-8-07 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 1758/Β/24-9-2007), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 27 του ν. 3601/2007.

Καμμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν έχει αναδρομική δύναμη, ούτε αφορά τα κριθέντα ήδη οριστικά σε πρώτο βαθμό. Εξ άλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε στο σύνολό της η έφεση της αναιρεσείουσας με τους ίδιους ακριβώς λόγους προς τους τώρα ερευνώμενους αναιρετικούς. Επίσης, απορρίφθηκε στο σύνολό της και η έφεση της αναιρεσίβλητης ένωσης, έγινε δε δεκτός μόνο ο δεύτερος λόγος της έφεσης εκείνης που αφορούσε το ύψος της επιδικασθείσας υπέρ της αναιρεσίβλητης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού δε εξαφανίσθηκε η απόφαση που είχε εκκληθεί, για διαδικαστικούς λόγους στο σύνολό της, επιδικάσθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης μεγαλύτερο ποσό για την ίδια αιτία.

Με τα πιο πάνω περιστατικά, δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση καμμία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσε την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, που άρχισαν να ισχύουν μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης τόσο από το Εφετείο, όσο και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα της προκειμένης υπόθεσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης εκ μέρους του Εφετείου μη εφαρμογής των πιο πάνω μεταγενεστέρων διατάξεων, που δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο, ούτε ήταν εφαρμοστέες, κρίνεται απαράδεκτος.

VIII. Σύμφωνα με την § 1 του αρθ. 10 του ν. 2251/1994: οι ενώσεις καταναλωτών συγκροτούνται ως σωματεία και διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων αυτού και του Αστικού Κώδικα. Οι ενώσεις καταναλωτών έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού. Κατά την § 9 του άρθρου 10 του άνω νόμου ενώσεις καταναλωτών που έχουν τουλάχιστον (500) ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη μπορούν ν'ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή).

Ιδίως μπορούν να ζητήσουν: α) την παράλειψη παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή, ακόμη και πριν αυτή εκδηλωθεί, ιδίως όταν συνίσταται στη διατύπωση καταχρηστικών γενικών όρων των συναλλαγών.., β) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως την ένταση της προσβολής της έννομης τάξεως που συνιστά η παράνομη συμπεριφορά, το μέγεθος της εναγόμενης επιχείρησης του προμηθευτή και ιδίως τον ετήσιο κύκλο εργασιών της, καθώς και τις ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.

Η χρηματική ικανοποίηση ζητείται από την ένωση ως εκφραστή του κοινού καταναλωτικού συμφέροντα και έχει κυρωτικό χαρακτήρα και όχι αποκαταστατικό, ώστε να μην απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των παραβατών υπαιτιότητα αυτών ή ζημία καταναλωτών. Ειδικότερα, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που νομιμοποιούνται να αξιώσουν εξ ιδίου δικαίου οι ενώσεις καταναλωτών του άρθρου 10 παρ. 9 και 10 του ν. 2251/1994 ή μέλη των ενώσεων καταναλωτών, αποτελεί κατ' ουσία αστική κύρωση, την οποία επιβάλλει με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου αστικό δικαστήριο σε βάρος προμηθευτή για την επιδεχθείσα αντικαταναλωτική συμπεριφορά του, ο δε χαρακτηρισμός της ως "χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης" έχει περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από αυτό που έχει η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού τα κριτήρια που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 9 εδ.

β' του ν. 2251/1994 για τον καθορισμό του ύψους της, αφορούν την πλευρά του υπόχρεου και όχι του δικαιούχου και αναφέρονται ιδίως στην ένταση της προσβολής της έννομης τάξης, στο μέγεθος της εναγομένης επιχείρηση στον ετήσιο κύκλο των εργασιών της και στις ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης, χωρίς να αναφέρεται πουθενά στο νόμο η ηθική μείωση της ένωσης καταναλωτών. (ΑΠ 1219/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής της ένωσης καταναλωτών να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης τράπεζας, εκδηλωθείσας με τη χρήση των κριθέντων ως καταχρηστικών τριών παραπάνω γενικών όρων συναλλαγών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη εμφανίζει μεγάλα οικονομικά στοιχεία ενεργητικού.

Ειδικότερα, το σύνολο των ενεργητικών στοιχείων από τη λειτουργία της το έτος 2005 ήταν 21.154,1 εκατομμύρια ευρώ, τα δάνεια προς την πελατεία ανήλθαν σε 14,587,17 εκατομμύρια ευρώ και προς τα πιστωτικά ιδρύματα σε 2.138,36 εκατομμύρια ευρώ, οι καταθέσεις πελατών ανήλθαν σε 11.451,43 εκατομμύρια ευρώ και πιστωτικών ιδρυμάτων 3.422,4 εκατομμύρια ευρώ.

Τα ίδια κεφάλαια της τράπεζας ανήλθαν εξάλλου σε 1.459 εκατομμύρια ευρώ και τα καθαρά κέρδη προ φόρων ανήλθαν τις 31.12.2005 σε 266 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα δε με τα Συνοπτικά Ενοποιημένου Ισολογισμού του ομίλου της τράπεζας της 31.12.2005, τα καθαρά κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 304 εκατομμύρια ευρώ, το ενεργητικό της Τράπεζας ανήλθε σε 23.545,5 εκατομμύρια ευρώ, τα καθαρά έσοδα από τόκους σε 558,72 εκατομμύρια ευρώ τα καθαρά έσοδα από προμήθειες σε 143,61 εκατομμύρια ευρώ, τέλος, και τα ίδια κεφάλαια σε 1.607.659.000 ευρώ.

Στην τράπεζα απασχολούνται 4.545 εργαζόμενοι, το δε σύνολο των καταστημάτων της τράπεζας ανέρχεται σε 293. Περαιτέρω, το μερίδιο της τράπεζας στις 30.9.2006 επί του συνόλου των εμπορικών τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα ανήλθε σε 12,2% στις χορηγήσεις και σε 11,0% στις καταθέσεις. Στις 30.9.2006 το ενεργητικό της έφτασε τα 25.953 εκατομμύρια ευρώ και τα κέρδη προ φόρων του εννεάμηνου σε 327,7 εκατομμύρια ευρώ.

Θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψιν ότι οι πρακτικές της έως τώρα χρήσης ΓΟΣ, όπως οι ανωτέρω, προσλαμβάνουν μεγάλη έκταση και ένταση, επιφέρουν σημαντικότατα κέρδη, ακολουθούνται από μία τράπεζα με μεγάλο μερίδιο αγοράς και αφορούν καίριους τομείς τραπεζικών συναλλαγών. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το οποίο (ποσό) ορίζεται αφού ληφθεί υπόψη η ένταση της προσβολής της έννομης τάξης, το μέγεθος της επιχείρησης της εναγομένης, ο κύκλος των εργασιών της τελευταίας, καθώς και οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και κατά παραδοχή κατά ένα μέρος της έφεσής της αύξησε το επιδικασθέν στην ενάγουσα ένωση καταναλωτών ποσό χρηματικής ικανοποίησες λόγω ηθικής βλάβης, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στις οποίες δεν περιλαμβάνεται ο βαθμός πταίσματος της τράπεζας, το χρονικό διάστημα χρήσης των συγκεκριμένων όρων, και ο αριθμός των καταναλωτών που κατάρτισαν τέτοιες συμβάσεις, ήτο όφελος που αποκόμισε η Τράπεζα, στο ουσιώδες ζήτημα της θεμελίωσης υπέρ της ενάγουσας ένωσης καταναλωτών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και καθορισμού του ύψους αυτής, ο προσδιορισμός μάλιστα του οποίου αναγόμενος σε εκτίμηση πραγμάτων είναι αναιρετικά ανέλεγκτος (αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τις ελεγχόμενες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθυ, 9 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται εάν το Δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν. Στη περίπτωση αυτή εμπίπτει και η επιδίκαση στην ενάγουσα καταψηφιστικά ορισμένου χρηματικού ποσού, παρά το γεγονός ότι εκείνη εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά παραδεκτό με τις έγγραφες προτάσεις της περιορισμό του αγωγικού αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (αρθρ. 223 παρ.1 ΚΠολΔ), ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης καταβολής του αιτούμενου με την αγωγή ποσού.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προκύπτει πράγματι ότι η ενάγουσα ένωση μετά το παραδεκτό με τις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιορισμό του αγωγικού αιτήματός της από καταψηφιστικό, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη Τράπεζα οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 1.200.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υφίσταται το καταναλωτικό κοινό από την ένδικη παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της κατά την εφαρμογή των πιο πάνω Γ.Ο.Σ.

Το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, αφού δέχθηκε αντίστοιχο λόγο της έφεσης της ενάγουσας ένωσης, κατά της αντιθέτως κρινάσης απόφασης, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή κατά το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης για το ποσό των 100.000 Ευρώ, το οποίο όμως με το διατακτικό της προσβαλλόμενης επιδικάστηκε καταψηφιστικά, καίτοι έπρεπε να επιδικασθεί αναγνωριστικά μόνο, μετά τον προαναφερθέντα περιορισμό του αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος.

Επομένως, κατά το μέρος της αυτό μόνο του διατακτικού της η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που βάσιμα προβάλλεται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης Τράπεζας, η οποία και πρέπει να γίνει δεκτή κατά τον αντίστοιχο λόγο της.

Β. επί της από 19-11-2008 αίτησης αναίρεσης της "Ένωσης Καταναλωτών η Ποιότητα Ζωής".

Χ. Στη προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα "Ένωση Καταναλωτών" ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή της επί πλέον εκείνων που ερευνήθηκαν εξ αφορμής της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης Τράπεζας και ότι η εναγομένη Τράπεζα στο πλαίσιο της σχετική σύμβασης επιταγής που καταρτίζει με τους πελάτες της, επιβάλει, σύμφωνα με το "Τιμολόγιο προμηθειών και τοκοφόρων ημερομηνιών", τις ακόλουθες επιβαρύνσεις που χαρακτηρίζονται στο τιμολόγιό της ως "λοιπές προμήθειες επί επιταγών": 1) για ανάκληση πληρωμής επιταγών έκδοσης πελάτη της, προμήθεια ύψους τριάντα (30) €, η οποία καταβάλλεται και όταν η ανάκληση αφορά κλαπείσες ή απωλεσθείσες επιταγές, 2) για επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών έκδοση πελάτη της.

προμήθεια είκοσι πέντε (25) €, 3) για σφράγιση ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη της, προμήθεια είκοσι (20) € και 4) για διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε στοιχείων, προμήθεια σαράντα (40) €. Ότι οι ανωτέρω Γ.Ο.Σ. είναι καταχρηστικοί, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 διότι διαταράσσουν την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή και ειδικότερα οι όροι υπ' αριθμ. 1, 3 και 4 είναι επιπροσθέτως άκυροι ως αντικείμενοι στα εδάφια λ και κζ της παρ. 7 του άρθρου 2 Ν. 2251/1994.

Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, που δίκασε αναφορικά με τους πιο πάνω αγωγικούς ισχυρισμούς για ακυρότητα ως καταχρηστικών των επίδικων πιο πάνω τεσσάρων γενικών όρων συναλλαγών (ΓΟΣ), που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία στις Τραπεζικές συναλλαγές και συμβάσεις έκδοσης τραπεζικών επιταγών, που αυτή συνάπτει στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της με τους πελάτες καταναλωτές, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, στο πλαίσιο της σχετική σύμβασης επιταγής, που καταρτίζει με τους πελάτες της, επιβάλει, σύμφωνα με το "Τιμολόγιο προμηθειών και τοκοφόρων ημερομηνιών", τις ακόλουθες επιβαρύνσεις, που χαρακτηρίζονται στο τιμολόγιο της ως "λοιπές προμήθειες επί επιταγών": 1) για ανάκληση πληρωμής επιταγών έκδοσης πελάτη της, προμήθεια ύψους τριάντα (30) €, η οποία καταβάλλεται και όταν η ανάκληση αφορά κλαπείσες ή απωλεσθείσες επιταγές, 2) για επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη της, προμήθεια είκοσι πέντε (25) €, 3) για σφράγιση ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη της, προμήθεια είκοσι (20) ευρώ και 4) για διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., προμήθεια σαράντα (40) €.

Τόσο η ανάκληση πληρωμής επιταγών έκδοσης πελάτη και η σφράγιση ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη, όσο η επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών και η διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. αποτελούν αυτοτελείς συμβάσεις εντολής μεταξύ Τράπεζας και πελατών της, που συναλλάσσονται με επιταγές, με αποτέλεσμα να μην μεταβάλλουν τη μορφή της σύμβασης, που εδραιώνουν οι σχετικές διατάξεις ενδοτικού δικαίου του Αστικού Κώδικα περί εντολής (ΑΚ 713 επ.) και να μην προκαλούν ανισορροπία στα συμφέροντα του καταναλωτή.

Η ανάκληση της πληρωμής ακάλυπτης επιταγής με επαρκές υπόλοιπο, η επεξεργασία ακάλυπτης επιταγής με σκοπό να καλυφθεί από τον πελάτη, η σφράγιση ακάλυπτης επιταγής και η διαγραφή δυσμενών από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. διαφοροποιούνται από την πληρωμή της επιταγής, την οποία η Τράπεζα αναλαμβάνει με την έκδοση της.

Η πληρωμή της επιταγής θα γίνει από την τράπεζα, εφόσον ο λογαριασμός του εκδότη της επιταγής έχει επαρκές υπόλοιπο, εφόσον δηλαδή ο πελάτης αποδειχθεί φερέγγυος και εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του. Οι περαιτέρω της πληρωμής της επιταγής ενέργειες της Τράπεζας, που περιγράφονται στους επίδικους ΓΟΣ, είναι το αποτέλεσμα της απόκλισης της συμπεριφοράς του πελάτη από την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων.

Είναι το αποτέλεσμα πράξεων ή παραλείψεων του ίδιου του πελάτη και λαμβάνουν χώρα εξαιτίας λόγων που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του πελάτη. Έτσι, οι ενέργειες αυτές ουδόλως περιορίζουν ή καταργούν την πληρωμή της επιταγής με βάση τη σύμβαση περί επιταγής. Συγκεκριμένα, η αυτοτέλεια των ενεργειών διαχείρισης ακάλυπτων επιταγών που περιγράφονται στους επίδικους ΓΟΣ ερείδεται και αποδεικνύεται από τα εξής:

Ο έλεγχος εκ μέρους της Τράπεζας του υπολοίπου του λογαριασμού του εκδότη της επιταγής, με σκοπό την ανάκληση της επιταγής με επαρκές υπόλοιπο, κατόπιν σχετικής του ενημέρωσης, αποτελεί υπέρβαση των εκ της συμβάσεως περί επιταγής υποχρεώσεων της Τράπεζας και έχει ως συνέπεια τη μη αναγγελία του εκδότη της επιταγής στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

Είναι δηλαδή προφανές ότι η εν λόγω ενέργεια της Τράπεζας οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του εκδότη της επιταγής, που δεν φρόντισε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την έκδοση της επιταγής, υποχρεώσεις που ανάγονται δηλαδή στη σφαίρα επιρροής του τελευταίου. Και εξυπηρετεί η εν λόγω ενέργεια της Τράπεζας αποκλειστικά και μόνο τον πελάτη και τα συμφέροντά του και ουδόλως την Τράπεζα.

Με την επεξεργασία της ακάλυπτης επιταγής έκδοσης πελάτη από την Τράπεζα και την παροχή της δυνατότητας ανάκλησης της με επαρκές υπόλοιπο από τον πελάτη, κατόπιν σχετικής του ενημέρωσης, η Τράπεζα έρχεται αρωγός στην οικονομική επιβίωση του πελάτη της ως εκδότη επιταγής, υπερβαίνοντας την εκ της συμβάσεως περί επιταγής υποχρέωσή της να πληρώσει την επιταγή.

Και τούτο διότι η ανάκληση επιταγής με επαρκές υπόλοιπο αποτελεί την αντίθετη της πληρωμής επιταγής εντολή και έχει ως συνέπεια τη μη αναγγελία του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., η οποία πραγματοποιείται από την Τράπεζα μόνο στην περίπτωση ανάκλησης επιταγής χωρίς επαρκές υπόλοιπο.

Ακολούθως, η σφράγιση της ακάλυπτης επιταγής επίσης προϋποθέτει τον έλεγχο εκ μέρους της Τράπεζας του υπολοίπου του λογαριασμού του πελάτη και, περαιτέρω, την αναγγελία της επιταγής και του εκδότη αυτής στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Οφείλεται δε η σφράγιση της επιταγής ομοίως σε πράξη ή παράλειψη του πελάτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την έκδοση της επιταγής και εξυπηρετεί όχι την Τράπεζα, αλλά την ευρυθμία και διαφάνεια των συναλλαγών και την επίρρωση ενός υγιούς και φερέγγυου συναλλακτικού βίου.

Οι ενέργειες της Τράπεζας, εν προκειμένω, δεν εξικνούνται όμως μόνο στον έλεγχο του υπολοίπου του λογαριασμού του πελάτη, στη σφράγιση της επιταγής και την αναγγελία της στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Για να σφραγίσει η Τράπεζα μία ακάλυπτη επιταγή, προβαίνει και σε έλεγχο ως προς την τακτική έκδοση ή οπισθογράφηση της επιταγής, καθώς η σφράγιση δεν είναι δυνατή σε περίπτωση πλαστογράφησης της υπογραφής του εκδότη.

Τις περισσότερες δε φορές, η Τράπεζα γνωστοποιεί εγγράφως στον κομιστή της επιταγής, όταν ο τελευταίος δεν είναι ο λήπτης της, αλλά κομιστής εξ οπισθογραφίσεως του λήπτη, τα απαραίτητα στοιχεία του εκδότη, ώστε ο κομιστής να μπορέσει να στραφεί εναντίον του, λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής.

Είναι προφανές, ότι οι παραπάνω ενέργειες, της Τράπεζας, που απαιτούν ενασχόληση των υπαλλήλων, αλλά και δικηγόρων της, υπερβαίνουν την υποχρέωσή της να πληρώσει, κατά την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, την εκδοθείσα από τον πελάτη της επιταγή και οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην αφερεγγυότητα του τελευταίου.

Ο κάθε πελάτης δε γνωρίζει τον συγκεκριμένο ΓΟΣ που περιγράφει την αυτοτελή ενέργεια της Τράπεζας, πριν την έκδοση της επιταγής. Ακολούθως, η επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών, με σκοπό την ειδοποίηση του πελάτη να τις καλύψει, αποτελεί την προσπάθεια της Τράπεζας να προλάβει την οικονομική ζημία του πελάτη της - εκδότη ακάλυπτης επιταγής, η οποία θα ήταν δεδομένη στην περίπτωση, που η Τράπεζα περιοριζόταν στη σφράγιση της επιταγής.

Οι ενέργειες της Τράπεζας, εν προκειμένω, και υπερβαίνουν την υποχρέωσή της από την έκδοση επιταγής περί πληρωμής, κατά την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων, ενώ παράλληλα δεν συνίστανται μόνο στην ανεύρεση και ενημέρωση του εκδότη - πελάτη. Συνίστανται στην συνεννόηση της Τράπεζας με τον κομιστή της επιταγής για ενδεχόμενη επαναπροσκόμιση του σώματος της επιταγής εντός 8ημέρου, αντιμετώπιση του κομιστή της επιταγής, που πολλές φορές απαιτεί την άμεση σφράγιση της επιταγής κλπ.

Ουδεμία υποχρέωση έχει το πιστωτικό ίδρυμα να "καλύψει" τον αφερέγγυο πελάτη του, να τον ειδοποιήσει ότι επίκειται σφράγιση της επιταγής, που εξέδωσε, και δεν φρόντισε να καλύψει, να διαπραγματευτεί με τον κομιστή της επιταγής την επαναπροσκόμιση του σώματος της επιταγής, με τελικό σκοπό την οικονομική προστασία του πελάτη της, που απεδείχθη αφερέγγυος.

Είναι υποχρέωση του πελάτη της Τράπεζας να διαθέτει επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό που σύρεται η επιταγή. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών μόνο το συμφέρον του εκδότη -πελάτη εξυπηρετεί, η δε απόληψη σχετικής αμοιβής δεν αντιστρατεύεται τις προσδοκίες του. Ακολούθως, η διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

από την Τράπεζα ομοίως δεν μπορεί να θεωρηθεί παρεπόμενη υποχρέωση της Τράπεζας από τη σύμβαση επιταγής, αλλά αυτοτελής υπηρεσία της Τράπεζας που προφανώς εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνον το συμφέρον του αναγγελθέντος εκδότη ακάλυπτης επιταγής. Η πληρωμή της επιταγής θα γίνει από την Τράπεζα, εφόσον ο λογαριασμός του εκδότη της επιταγής έχει επαρκές κάλυμμα.

Η διαγραφή των δυσμενών του πελάτη στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. από την Τράπεζα αποτελεί άλλη υπηρεσία της Τράπεζας, αυτοτελή, η οποία, όχι μόνο δεν περιορίζει ή καταργεί την πληρωμή της επιταγής με βάση τη σύμβαση περί επιταγής, αλλά αποτελεί ενέργεια που οφείλεται στην ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης επιταγής, λόγω πράξεων ή παραλείψεων του εκδότη - πελάτη.

Μάλιστα, το νομικά προβλεπόμενο δικαίωμα διαγραφής προσωπικών δεδομένων που αφορούν σε ακάλυπτες επιταγές, που επισύρουν την αναγγελία τους στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. ανήκει και ασκείται κυρίως από τον ενδιαφερόμενο εκδότη, που δεν επιθυμεί να βρίσκεται το όνομά του στις λίστες της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. Αυτό προβλέπεται στην παράγραφο 9-2-1 β του προσκομιζόμενου και επικαλούμενου από την εναγομένη Κανονισμού της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., όπου αναφέρονται τα εξής: "Συμπλήρωση δεδομένου...απαιτείται γνωστοποίηση της εξόφλησης ή τακτοποίησης από Τράπεζα μετά από αίτηση υποκειμένου προς αυτή ή υποβολή αίτησης από τον εκδότη της επιταγής απευθείας στην Τειρεσίας Α.Ε., συνοδευόμενη είτε από το σώμα της επιταγής (προς επίδειξη) και φωτοτυπία των δύο όψεων αυτού είτε από δικαστική απόφαση, από την οποία θα προκύπτει σαφώς η εξόφληση της επιταγής".

Κατόπιν αυτών, κρίνεται ότι ως αυτοτελείς συμβάσεις, η ανάκληση με επαρκές υπόλοιπο, η επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών εκδόσεως πελάτη, η σφράγιση επιταγής και η διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. δικαιολογούν την αντίστοιχη αμοιβή της πληρώτριας Τράπεζας, γιατί οι επίδικες αμοιβές της Τράπεζας αντιστοιχούν σε αυτοτελείς, ανεξάρτητες της πληρωμής επιταγής, υπηρεσίες της προς τους πελάτες της και στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), η σύμβαση επιταγής αποτελεί μεν σύμβαση εντολής, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ.

ΑΚ, η διάταξη όμως αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου μπορεί να συμφωνηθεί αμοιβή του εντολοδόχου (ΑΠ 339/2005).

Συνεπώς ορθώς έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη ότι οι ως άνω όροι δεν είναι καταχρηστικοί, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτως υποστηριζομένων με τον 1ο υπό στοιχ. α, β και γ λόγο της έφεσης του εκκαλούντος". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Ένωσης Καταναλωτών κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκαν τα αντίστοιχα αγωγικά αιτήματα της αναιρεσείουσας ένωσης και δεν κρίθηκαν ως καταχρηστικοί οι ερευνώμενοι πιο πάνω Γ.Ο.Σ δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 εδ.λ και κζ του ν. 2251/1994 και 281, 288, 713 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφάση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας των ως άνω Γ.Ο.Σ, και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης της "Ένωσης καταναλωτών" και κατά τα τέσσερα μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις.

Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας ή όχι λόγω καταχρηστικότητας των τεσσάρων εδώ ερευνωμένων Γ.Ο.Σ.

για την είσπραξη προμήθειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, για την ανάκληση, επεξεργασία και σφράγιση ακάλυπτων επιταγών, έκδοση πελάτη της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και για διαγραφή δυσμενών στην "Τειρεσίας ΑΕ" στοιχείων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι:

α) ο εκδότης πελάτης δεν έχει αναλάβει καμμιά υποχρέωση απέναντι στη Τράπεζα για την αποπληρωμή και κάλυψη της επιταγής από το λογαριασμό του, β) ότι η Τράπεζα όταν ελέγχει την ύπαρξη διαθέσιμων και σφραγίζει την επιταγή ενεργεί αποκλειστικά για τη προστασία του δικού της συμφέροντος γ) ότι δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα η σφράγιση της επιταγής σε σχέση με τη σύμβαση επιταγής και την αντίστοιχη εντολή, δ) ότι η ανάκληση της επιταγής για την οποία η Τράπεζα είναι υποχρεωμένη να προβεί, προστατεύει τα δικά της συμφέροντα, ε) ότι ο έλεγχος διαθέσιμων και σε περίπτωση ανυπαρξίας διαθέσιμων η σφράγιση της επιταγής δεν αποτελεί νέα αυτοτελή σύμβαση και κατατείνει στη διαφύλαξη των συμφερόντων της Τράπεζας, στ) η αναγγελία στην "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" εξυπηρετεί την παρακολούθηση της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη από τα πιστοληπτικά ιδρύματα ζ) ότι οι συμφωνημένες προμήθειες είναι υπέρογκες γιατί δεν αντιστοιχούν σε ανάλογη ζημία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η) ότι η υποχρέωση της Τράπεζας για ειδοποίηση του εκδότη για το κίνδυνο σφράγισης της επιταγής ως ακάλυπτης προκύπτει από την ΑΚ 718 και σε κάθε περίπτωση από την ΑΚ 288 με βάση την οποία η Τράπεζα καλοπίστως ενεργούσα είναι υποχρεωμένη να ειδοποιήσει τον εκδότη της επιταγής, και δεν αποτελεί περιεχόμενο αυτοτελούς σύμβασης, θ) η Τράπεζα ως τροφοδότης του Τειρεσία των δυσμενών πληροφοριών που αφορούν τους πελάτες της από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει υποχρέωση να μεριμνά για τη διαγραφή των ίδιων πληροφοριών μετά την κάλυψη των επιταγών που εξυπηρετεί το δικό της συμφέρον, ι) ότι η "Τειρεσίας ΑΕ" είναι μηχανισμός που ιδρύθηκε από τις Τράπεζες για την εξυπηρέτηση των ιδικών της συμφερόντων, ια) Η υποχρέωση της Τράπεζας για διαγραφή των δυσμενών δεδομένων πελατών της από ακάλυπτες επιταγές προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και δεν δικαιούται καμμιά αμοιβής ούτε με την έννοια των δαπανών ή της κατ' αποκοπή αποζημίωσης είναι απορριπτέος (ο λόγος) ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση όπως εκτίθεται στις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχόμενου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΧΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμα κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1991) Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).

αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι "η επεξεργασία των ακάλυπτων επιταγών δεν γίνεται ύστερα από εντολή του πελάτη αλλά αποτελεί υποχρέωση που πηγάζει από τη καλή πίστη" και ότι την "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" έχουν ιδρύσει οι Τράπεζες που ενημερώνουν το αρχείο δεδομένων και κάνουν χρήση των υπηρεσιών του για τον έλεγχο της φερεγγυότητας και πιστοληπτικής ικανότητας των πελατών τους".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για τη θεμελίωση ουσιαστικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της που στήριξε και την αγωγή της, ότι δηλαδή η είσπραξη της προμήθειας για τις αντίστοιχες εργασίες καθιστούσε καταχρηστικούς τους αντίστοιχους ελεγχόμενους ΓΟΣ.

Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς, δηλαδή ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα που ενεργούσε στο πλαίσιο αυτοτελώς και ανεξαρτήτων συμβάσεων σε σχέση με τη σύμβαση έκδοσης επιταγής, δικαιούται τις ελεγχόμενες προμήθειες αντίστοιχα για την επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών και για την άρση δυσμενών στοιχείων πελατών της στην "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" που έχουν σχέση με ακάλυπτες επιταγές έκδοσή τους, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά τα παραπάνω : Α. Πρέπει ν'απορριφθεί η από 19-11-2008 αίτηση αναίρεσης της "'Ενωσης Καταναλωτών η Ποιότητα Ζωής" και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

Β. Πρέπει να απορριφθεί η από 30-4-2009 αίτηση αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς ως προς τους πρώτο και τρίτο λόγους της και ο μοναδικός λόγος του από 1-7-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της ίδιας Τράπεζας και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σε ανάλογο με την έκταση της ήττας της μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ένωσης (άρθρ. 178 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

Γ. Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της Τράπεζας Πειραιώς, κατά το μέρος της μόνον του διατακτικού της με το οποίο επιδικάσθηκε καταψηφηστικά αντί μόνο αναγνωριστικά υπέρ της ενάγουσας πιο πάνω ένωσης το ποσό των 100.000 €, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, μόνο κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ένωση σε ανάλογο προς την έκταση της ήττας της μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας Τράπεζας (άρθρ. 178 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 19-11-2008 αίτηση αναίρεσης της "ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ", και την από 30-4-2009 αίτηση αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς και το από 1-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων της ίδιας Τράπεζας.

Απορρίπτει την από 19-11-2008 αίτηση αναίρεσης της "ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ".

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει κατά τα εις το σκεπτικό κατά ένα μέρος την από 30-4-2009 αίτηση αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς και το μοναδικό λόγο του από 1-7-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της ίδιας Τράπεζας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης 'Ενωσης, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3950/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος μόνο κατά το εις το σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος του για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη 'Ενωση σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ