Supreme Court dismisses appeal and intervention in bank debt dispute, citing procedural inadmissibility of separate intervention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision and declared the separate intervention inadmissible. The appellant challenged a judgment regarding a debt dispute with Piraeus Bank, while INTRUM HELLAS intervened claiming necessary joinder of proceedings. The court ruled that the intervention was not independent and must be joined with the appeal, thereby preventing its separate discussion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 325 and 326 of the Code of Civil Procedure; The court must join and try together an appeal and a separate intervention if the latter is not independent, rendering the separate discussion of the intervention inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2122 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2122/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" που εδρεύει στην Κύπρο και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστοτέλη Αγγελή, ο οποίος δήλωσε ότι η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." κατόπιν διάσπασης διά απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, εκπροσωπείται από την καθολική διάδοχο, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπείται στο ακροατήριο από τον ίδιο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας: εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ANΩNYMH ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστοτέλη Αγγελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-07-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4709/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2018 αίτησή του. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 20-06-2024 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Εισάγονται προς συζήτηση: 1) η από 13.11.2018 (με αριθμό καταθ. 1341/144/23.11.2018) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η ερήμην της εφεσίβλητης και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 71/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 19.09.2012 έφεση του ανακόπτοντος και εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμόν 4709/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 2) η από 20.06.2024 (και με αριθμό καταθ. 37/21.06.2024) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΌ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.".
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ, κατά την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, κατά πρώτον, ο Άρειος Πάγος ερευνά τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων είναι και η παθητική νομιμοποίηση (άρθρο 558 του ΚΠολΔ), και αν λείπει κάποια από αυτές τότε απορρίπτει την αίτηση και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 759/2022, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 1369/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του ΚΠολΔ "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους", ενώ, κατά την παράγραφο 2 της αυτής διατάξεως "αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Διάδικοι, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1697/2017) και αν πρόκειται για απόφαση του Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι οι διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Εφετείου (ΟλΑΠ 11/1992).
Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά εκείνου ο οποίος ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 165/2024, ΑΠ 439/2019, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 124/2006). Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, περαιτέρω, ότι η αναίρεση του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ο τελευταίος δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη από τον Άρειο Πάγο και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 285/2022, ΑΠ 927/2017). Αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο και εκτιμάται ως νόμιμη κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως.
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 577 παρ. 2, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 508/2021). Τελεσίδικη είναι η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία -πραγματική ή πλασματική- ενός των διαδίκων, έστω και αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 784/2025, ΑΠ 1461/2023), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 παρ.1 του ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκησή της από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, ο οποίος δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, είτε διότι η ανακοπή ασκήθηκε και απορρίφθηκε οριστικώς, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του αντιγράφου της αποφάσεως που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου που την εξέδωσε ότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 686/2022).
Και τούτο, διότι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υφίσταται διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β` περ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020, ΑΠ 112/2018, ΑΠ1514/2017). Αντιθέτως, δηλαδή με την καθιερούμενη από τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση κατ' αυτής (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 15/2001).
Καθιερώνεται έτσι η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1200/2021, ΑΠ 649/2018). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως με την προσκομιδή των παραπάνω εγγράφων, τότε η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 784/2025, ΑΠ 897/2023, ΑΠ 526/2023).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 στοιχ. β` του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκδόσεως οριστικής αποφάσεως με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους (ΑΠ 1674/2013), η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Σε αντίθετη περίπτωση η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνον ως προς εκείνον ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 1104/2020).
4.- Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για τις ανάγκες έρευνας του δικονομικού ζητήματος του παραδεκτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης -εκδοθείσας ερήμην της εφεσίβλητης- αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (άρθρα 63 και 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμόν .../2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 09.02.2020 αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ", υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων, εις ολόκληρον με το μη διάδικο Ι. Τ., να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 39.102,38 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την αναφερόμενη στη διαταγή σύμβαση καταναλωτικού δανείου, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω τραπεζικής εταιρείας ως δανείστριας και του αναιρεσείοντος ως πιστούχου, της οποίας την εμπρόθεσμη πληρωμή εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης ο Ι. Τ.
Κατά της επιδοθείσας σε αυτόν διαταγής πληρωμής και κατά της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 07.07.2010 ανακοπή του, με την οποία ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 4709/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής και κατά της καθ' ης η ανακοπή δανείστριας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς την από 19.09.2012 έφεσή του, ενώ στο ίδιο δικαστήριο άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης δανείστριας και κατά του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη σήμερα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ως ειδική διάδοχος αυτής στην επίδικη έννομη σχέση, ζητώντας την απόρριψη της άνω εφέσεως.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη -υπ' αριθμόν 71/2018- απόφασή του, έκρινε παραδεκτή την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και αφού την συνεκδίκασε με την έφεση του αναιρεσείοντος ερήμην της εφεσίβλητης και υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση "Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ, δεχόμενο ότι η τελευταία έχει κλητευθεί νομίμως να παραστεί, τόσον ως εφεσίβλητη όσον και ως υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τυπικά την έφεση, πλην την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλούμενη απόφαση και όρισε σχετικό παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση ασκήσεως από αυτήν ανακοπής ερημοδικίας.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, την οποία, όμως, δεν απευθύνει, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ, κατά της κυρίας διαδίκου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ (εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή), που ήταν η αντίδικός του στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομιμοποιούμενη παθητικώς στην προκειμένη αναιρετική δίκη, αλλά την απευθύνει κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" ως ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης και καθ' ης η ανακοπή, η οποία έχει την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας στο Εφετείο υπέρ της τελευταίας, ενώ η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει κάποιο λόγο αναιρέσεως για την πρόσθετη παρέμβαση ούτε περιέχεται ως προς αυτήν άλλη αιτίαση με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δε επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως προς αυτήν εκτιμάται πλέον ως νόμιμη κλήση της αναιρεσίβλητης στη συζήτηση της αναιρέσεως.
Πέρα τούτων, από τα ίδια ως άνω διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται (και) για τις ανάγκες έρευνας του (ετέρου) δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με την αναίρεση ερήμην αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (άρθρα 63 και 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το οποίο αποτελεί (και αυτό) προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, η οποία εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ερήμην της εφεσίβλητης, υπόκειται, σύμφωνα με τις προηγούμενες -υπό το στοιχειό 3- νομικές σκέψεις, σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους της, λόγω της ερημοδικίας της.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους διαδίκους ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας είτε επίδοση αυτής από ή προς την εφεσίβλητη, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1 (σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ΚΠολΔ), η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και παρέλευση της προθεσμίας για την άσκησή της είτε παραίτηση της εφεσίβλητης από το σχετικό δικαίωμά της προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, με αποτέλεσμα η τελευταία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι στις 23.11.2018 οπότε το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε αρμοδίως στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να έχει δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας.
Δεν προκύπτει, επίσης ούτε γίνεται επίκληση ότι η εφεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ή από τυχόν ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας, με τη σημείωση, πάντως, ότι την ύπαρξη ή την ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος της εφεσίβλητης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην της, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, έχει την εξουσία να κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και την βασιμότητα των λόγων της, όχι όμως και ο Άρειος Πάγος, ο οποίος δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως όταν εξετάζει αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 784/2025, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 1663/2022, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020), ώστε κρίνοντας την έλλειψη τέτοιου συμφέροντος να θεωρήσει ότι αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις προηγούμενες -υπό τα στοιχεία 2 και 3- νομικές σκέψεις, η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί διττώς ως απαράδεκτη και δη κυρίως διότι δεν απευθύνεται εναντίον της αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ήτοι κατά της εφεσίβλητης "Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ, η οποία ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νομιμοποιούμενη έτσι παθητικώς στην προκειμένη αναιρετική δίκη, και μεταγενεστέρως διότι ασκείται κατά αποφάσεως για την οποία δεν αποδεικνύεται ότι κατά την άσκησή της έχει καταστεί τελεσίδικη.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία μετά την απεύθυνση κατ' αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. 5.- Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία νομικής υποχρεώσεως εις βάρος του, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες αυτής, ενώ, ως τρίτος, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης για την υπόθεση (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 α' ΚΠολΔ "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το προηγούμενο άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 561/2025, ΑΠ 884/2024, ΑΠ 200/2024, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 742/2023).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 325 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1482/2024, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 653/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του νόμου 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ιδίου ως άνω νόμου "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και το δικαιούχο της απαίτησης".
Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003 οι Εταιρείες Διαχειρίσεως Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση αυτών. Δηλαδή, ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχειρίσεώς τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 561/2025, ΑΠ 397/2024).
Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι, κυρίως, η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης, ενόψει της οποίας ασκείται η πρόσθετη παρέμβαση προς υποστήριξη κάποιου από τους διαδίκους που μετέχουν σε αυτήν τη διαδικασία (ΑΠ 773/2009, ΑΠ 840/2001), δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του άρθρου 80 -σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 274 του ΚΠολΔ- η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχθεί με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί, οπότε και η περαίωση της κύριας δίκης επιφέρει και την περάτωση της δίκης που ανοίχθηκε με την πρόσθετη παρέμβαση.
Σε αντίθεση προς την κύρια, με την πρόσθετη παρέμβαση δεν προβάλλεται καμία ιδιαίτερη και αυτοτελής αξίωση ούτε ζητείται η αναγνώριση δικαιώματος του παρεμβαίνοντος κατά των αρχικών διαδίκων. Ο προσθέτως παρεμβαίνων προσέρχεται στη δίκη όχι για να ζητήσει δικαστική προστασία έναντι των αρχικών διαδίκων, αλλά για να υποστηρίξει απλώς τις αιτήσεις του ενός από τους δύο διαδίκους.
Δεν διευρύνει λοιπόν τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη κατά τη διάταξη του άρθρου 85 του ΚΠολΔ, η οποία, ωστόσο, δεν τυγχάνει εφαρμογής στον Άρειο Πάγο αφού προϋποθέτει την ύπαρξη εκκρεμοδικίας. Κατά τα λοιπά και η πρόσθετη παρέμβαση συνιστά παρεμπίπτουσα διαδικαστική πράξη, η οποία δεν δημιουργεί νέα δίκη.
Η περάτωση της αρχικής δίκης συγκαταργεί τη δίκη και ως προς την πρόσθετη παρέμβαση.
6.- Με το από 20.06.2024 ιδιαίτερο δικόγραφό της, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21.06.2024, η εδρεύουσα στην Ξάνθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΌ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.". ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας δι' αποσχίσεως του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας, στην οποία έχουν μεταβιβασθεί στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ" δι' εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, σύμφωνα με την από 26.03.2013 σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως διεπόμενη από το Ελληνικό δίκαιο, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE II NPL FINANCE DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της "Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ" ως προς την ένδικη απαίτηση δυνάμει της από 05.11.2021 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων κατά τα άρθρα 10 του ν. 3156/2003 και 455 επ.
του ΑΚ, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την προκειμένη δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεταξύ τους σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας. Δικάσιμος για την εκδίκαση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η σημερινή (ήτοι η 28η.04.2025), με προθεσμία κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Ωστόσο, η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, η οποία προσδιορίσθηκε (μετ' αναβολή από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 19ης.02.2024), για να συζητηθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, κηρύχθηκε απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα. Ενόψει, όμως, του ότι η δίκη που ανοίχτηκε με την πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά, αντιθέτως, εξαρτάται από την κύρια δίκη που έχει ανοιχθεί με την αναίρεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της πρόσθετης παρεμβάσεως, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδικάζει: α) την από 13.11.2018 αίτηση αναιρέσεως και β) την από 20.06.2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20.06.2024 αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΌ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.".
Απορρίπτει την από 13.11.2018 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 71/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ