2122/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5609/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated2122/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος, εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επεδόθη νομοτύπως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2122 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2122/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Μίντζηρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από την ειδική εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1545/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5609/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος, εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση επεδόθη νομοτύπως προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη .../8-9-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ο. Θ. Δ., προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε στις 8-9-2016, νομίμως και εμπροθέσμως, δι’ εγχειρίσεως, λόγω της θέσεως της αναιρεσίβλητης υπό ειδική εκκαθάριση, στην εξουσιοδοτημένη για την παραλαβή εγγράφων υπάλληλο της εκπροσωπούσης αυτήν (αναιρεσίβλητη) ειδικής εκκαθαρίστριας εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", Α. Κ.. Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 και 573 ΚΠολΔ) μη παραστάσεως στο ακροατήριο.
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρα 226 παρ. 4, 575 εδ. β’ , 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).- Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, 5609/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 25-7-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 21-7-2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την, επίσης, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1545/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή, εν μέρει κατ’ ουσίαν, η από 23-10-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας για την καταβολή της αμοιβής της από την εκτέλεση μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως έργου, και, αφού κράτησε και δίκασε αυτήν την αγωγή, την δέχθηκε κατ’ ουσίαν και υπεχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα, να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 425.531,91 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων από 2-4-2001.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 23α ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", που προστέθηκε με το άρθρο 4 ν.5076/1931, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν.δ.4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 π.δ.409/1986 και άρθρο 2 π.δ.498/1987, ίσχυε δε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 ν.3604/2007, και εν προκειμένω εφαρμόζεται κατά τα άρθρα 63, 64 παρ.1 και 108 παρ. 2 του ν.2725/1999, "Δάνεια της εταιρείας προς τους ιδρυτάς, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου ή συζύγους των ανωτέρω, ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ’ οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα" (παρ.1 εδ.
α) και "Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου.
Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της" (παρ.2). Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων της ανώνυμης εταιρείας, τα οποία ασκούν έλεγχο αυτής και διαχειρίζονται την περιουσία της.
Από τον επιδιωκόμενο με τις διατάξεις αυτές ως άνω σκοπό, που συνίσταται στη διατήρηση του μετοχικού κεφαλαίου προς επίτευξη του εταιρικού σκοπού, προκύπτει ότι οι πιο πάνω απαγορεύσεις αφορούν και τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ εταιρείας και τρίτων (φυσικών ή νομικών προσώπων), οι οποίοι (τρίτοι) ενεργούν, ως παρένθετα πρόσωπα των ανωτέρω (διευθυντών, μελών διοικήσεως κ.λπ.), αφού και στην περίπτωση αυτή αληθινά αντισυμβαλλόμενος και αποκτών ωφελήματα από την εταιρεία είναι όχι το παρένθετο πρόσωπο αλλά το κρυπτόμενο υπό αυτό (σχετ.
ΑΠ 1857/2009). Τέτοιο παρένθετο πρόσωπο μπορεί να είναι εταιρεία της οποίας μέλος ή μέτοχος είναι κάποιο από τα προαναφερθέντα πρόσωπα (διευθυντές, μέλη διοικήσεως κ.λπ. ΑΠ 1512/2011, 1511/2011). Οι, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συναπτόμενες, συμβάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, αν δεν προηγήθηκε ειδική έγκριση τους (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων, παρεχόμενη με την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή πλειοψηφία, την έλλειψη δε της ειδικής αυτής άδειας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, έστω και αν έγινε ομόφωνα (ΟλΑΠ 32/1975, ΑΠ 1961/2013).
Η ακυρότητα δ’ αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, όταν έχουν προταθεί τα πραγματικά περιστατικά, που την παράγουν, ενώ μπορεί να προταθεί και κατ’ ένσταση (ΑΠ 1142/1998). Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρου 562 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015 και εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ του κατά την 30-5-2016 χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατ’ εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναιρέσεως, από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559.
Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός, ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφετέρου, ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ίδια παράγραφο λόγων αναιρέσεως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρία συστάθηκε το έτος 1972 και έκτοτε ανέπτυξε έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα των κατασκευών δημοσίων και ιδιωτικών έργων, καθώς και στον εξειδικευμένο τομέα των γεωτεχνικών έργων.
Η εναγόμενη ΠΑΕ έχει στην ιδιοκτησία της το γήπεδο "..." επί της .... Το φθινόπωρο του έτους 1999 αποφασίστηκε από τη διοίκηση της εναγομένης η ανακατασκευή του γηπέδου λόγω ζημιών που είχε υποστεί από τους σεισμούς του μηνός Σεπτεμβρίου 1999. Κατά το χρόνο εκείνο αντιπρόεδρος της εναγομένης ΠΑΕ ήταν ο Π. Β., ο οποίος κατά την ίδια περίοδο διατελούσε και μέτοχος της ενάγουσας με ποσοστό 15%.
Για το λόγο αυτό ενώ το συνολικό έργο της ανακατασκευής ανατέθηκε στην εταιρία "...", αποφασίστηκε ένα μέρος αυτού που αφορούσε τις κερκίδες του γηπέδου πάνω από το κολυμβητήριο που αντιστοιχούσε στις θύρες 13 και 14 να κατασκευαστεί από την εναγομένη εταιρία λόγω δε του περιορισμένου χρονικού διαστήματος εντός του οποίου έπρεπε να εκτελεστεί το έργο, δεδομένου ότι ήταν αναγκαίο να είναι έτοιμο πριν την έναρξη της αγωνιστικής περιόδου 2000 - 2001 αποφασίστηκε η απευθείας ανάθεσή του, και όχι η διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, όπως συνήθως συνέβαινε.
Προς τούτο κατά μήνα Νοέμβριο 1999 οι διάδικοι ήρθαν σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, σχετικά με τους όρους και προϋποθέσεις της συμβάσεως. Οι σχετικές συζητήσεις λάμβαναν χώρα μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Φ. Γ. και των υπευθύνων της τεχνικής υπηρεσίας της εναγομένης Β. Σ. και Ν. Θ. οι οποίοι ενεργούσαν κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της … Α.
Φ., όπως προέκυψε με σαφήνεια από την προσήκουσα συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και επομένως κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη οι αποφάσεις τους δεσμεύουν την εναγομένη …. Το έργο που έπρεπε να εκτελέσει η ενάγουσα αφορούσε ειδικότερα τα κάτωθι:..... Οι ως άνω εργασίες εκτελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο έως και Αύγουστο 2000........
η ενάγουσα προχώρησε στην εκτέλεση του έργου, χωρίς η εναγομένη να προβάλλει κάποια αντίρρηση, περάτωσε δε και παρέδωσε αυτό στην τελευταία στις 1-9-2001, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα και το ενέκρινε, καθόσον άρχισαν να διεξάγονται κανονικά οι αγώνες της αγωνιστικής περιόδου 2000-2001...... Όμως με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά με την ανταλλαγή των ΤΕΛΕΞ μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση έργου, με το περιεχόμενο που αναφέρεται στο γραπτό κείμενο, και ως προς όλα τα ουσιώδη και επουσιώδη στοιχεία που αποτέλεσαν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνο για την αμοιβή της ενάγουσας, ανερχόμενη στο κατ’ αποκοπή ποσό των 145.000.000 δραχμών ή 425.531,91 ευρώ.....με τον τρόπο αυτό καταρτίσθηκε στις 21-7-2000, η επίδικη σύμβαση έργου εγκύρως.....".
Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1545/2914 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κράτησε δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την από 23-10-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ", το ποσό των 425.531,91 ευρώ, ως οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή της τελευταίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με το αν η ενάγουσα ενεργούσε ως παρένθετο πρόσωπο του μετόχου της Π. Β. που συγχρόνως ήταν και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, ότι ενώ το συνολικό έργο της ανακατασκευής είχε ανατεθεί στην εταιρεία ..., το επίμαχο τμήμα αποφασίστηκε να κατασκευαστεί από την ενάγουσα για το λόγο ότι ο Π.
Β. ήταν αντιπρόεδρος της εναγομένης και συγχρόνως μέτοχος της εναγούσης. Το ζήτημα δε τούτο συναρτάται με την εγκυρότητα καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως έργου, μεταξύ της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως εργοδότη και της επίσης ανώνυμης εταιρείας αναιρεσίβλητης, ως εργολάβου, με βάση τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου περιστατικά.
Εντεύθεν, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 174, 180 και 23α παρ. 2 του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 ν.3604/2007). Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια κατ’ ορθή εκτίμηση των προβαλλομένων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αιτιάσεων, αλλά και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενης.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της τελευταίας (αναιρεσείουσας), λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5609/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ