Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments that lower court erred in applying tenancy co-ownership rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a tenancy dispute. The appellant argued the lower court misapplied civil law provisions and misinterpreted lease agreements, but the court found these claims irrelevant to the core issue of co-ownership rights established by a prior judgment. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(2), 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged errors concern matters not essential to the foundation of the claim or if the lower court's reasoning on co-ownership rights is clear and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2122 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2122/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Λαγιανδρέου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 3) Ψ3, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη (Ψ2) απεβίωσε στις 25/10/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Θεσσαλονίκης ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Ψ2-Α, ο οποίος παραστάθηκε ατομικά και ως έχων την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του και συγκληρονόμων της αποβιωσάσης, β) Ψ2-Β και γ) Ψ2-Γ. Εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24637/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3042/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 2/2/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 2, 5, 6, 7 και 8 λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ. Δ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση, η αντένσταση δικαιώματος όχι δε και οι ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κάθε μιας απ' αυτές, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (Ολ Α.Π 469/84).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί δεδικασμένου από την με αριθμ. 2228/1998 απόφαση του με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΣΕΛΛ, είχε καταρτισθεί νόμιμη σύμβαση υπομίσθωσης για χρονικό διάστημα 20 ετών. 'Οπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 23 γίνεται σαφέστατη αναφορά για το δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση και συγκεκριμένα εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας εφόσον η μεν απόφαση από την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος υπάρχει δεδικασμένο εκδόθηκε για διαφορά από τη σύμβαση μισθώσεως ενώ η προκειμένη υπόθεση αφορά διαφορά από τις περί κοινωνίας διατάξεις.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 949 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ορισμένης αξίωσης από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου καθόσον η εν λόγω διάταξη δεν θεμελιώνει η ίδια την αξίωση, αλλά προϋποθέτει αυτήν ως δεδομένη. Δικαιοπαραγωγικοί της σχετικής αξιώσεως μπορεί να είναι είτε η σύμβαση, ιδίως περιουσιακού χαρακτήρα, (πώληση, ανταλλαγή, εταιρία,) την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα (αρθρ. 166, 361 ΑΚ) είτε η μονομερής δικαιοπραξία, είτε απ' ευθείας ο νόμος (αρθρ. 424, 758, 896 Α.Κ.).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 Α.Κ., με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθοριστεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκον τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 Α.Κ., δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς ακόμη και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν έστω και αν δεν έλαβαν μέρος σε αυτήν. 'Ετσι, αν η μειοψηφία αρνείται να συμμορφωθεί στην απόφαση της πλειοψηφίας μπορεί να εξαναγκαστεί σ' αυτό με δικαστική απόφαση με την εφαρμογή του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ., εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Τα παραπάνω όμως δεν ισχύουν αν οι συμβάσεις που αποτελούν περιεχόμενο της διοικήσεως κοινού, όπως εκείνη της μισθώσεως, καταρτιστούν με έναν, από τους κοινωνούς ως αντισυμβαλλόμενο γιατί στην περίπτωση αυτή ο κοινωνός έχει τη θέση του μισθωτή σαν οποιοσδήποτε τρίτος. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 4-4-2005 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες από τις οποίες η δεύτερη απεβίωσε και υποκαταστάθηκε από τους κληρονόμους της ισχυρίστηκαν ότι:
Με το από 9-11 -1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μίσθωσαν μαζί με τον εναγόμενο, από το σωματείο "Σύλλογος Σμυρναίων και Περιχώρων" το ακίνητο που με λεπτομέρεια περιγράφεται στο ως άνω συμφωνητικό για να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο υγρών καυσίμων. Η μίσθωση συμφωνήθηκε για εικοσιπέντε έτη με μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο σταδιακά.
Με όρο του συμφωνητικού παρασχέθηκε το δικαίωμα στους μισθωτές να παραχωρήσουν τη χρήση του μισθίου σε εταιρία στην οποία θα συμμετείχαν όλοι η μερικοί από αυτούς, η να το εκμισθώσουν σε τρίτους, με δικαίωμα και για περαιτέρω υπεκμίσθωση από τον υπομισθωτή. Για την εκμετάλλευση του μισθίου οι μισθωτές από το 1992 είχαν συστήσει αφανή εταιρία με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο με ποσοστό συμμετοχής του κάθε εταίρου 25%.
Προς υλοποίηση του ανωτέρω σκοπού τους, όλοι οι μισθωτές με το από 31-5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμίσθωσαν το ανώτερο μίσθιο στη Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "SHELL HELLAS" προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η τελευταία ως πρατήριο υγρών καυσίμων. Η διάρκεια της υπομίσθωσης ορίστηκε για είκοσι έτη για τα οποία η υπομισθώτρια κατέβαλε όλα τα συμφωνηθέντα μισθώματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση των απαραίτητων κτιριακών εγκαταστάσεων στο μίσθιο.
Με το από 31 -5-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό η υπομισθώτρια εταιρία υπεκμίσθωσε περαιτέρω το μίσθιο στον εναγόμενο μετά από υπόδειξη και των τεσσάρων εκμισθωτών για χρονικό διάστημα 20 ετών και κατάρτισε με αυτόν σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Με τον με αριθμ. 16 όρο του εν λόγω συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι η εκμισθώτρια εφόσον της ζητηθεί από τον εναγόμενο πρατηριούχο παρέχει τη συναίνεση της στη μεταβολή της νομικής μορφής εκμεταλλεύσεως του πρατηρίου με τη σύσταση οποιασδήποτε μορφής εταιρίας στην οποία θα συμμετέχουν τα φυσικά πρόσωπα των διαδίκων και των κληρονόμων τους ή ορισμένοι μόνο από αυτούς έστω και αν σ' αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο εναγόμενος υπομισθωτής.
Ο όρος αυτός συμφωνήθηκε προκειμένου να υλοποιηθεί συμφωνία όλων των συνεκμισθωτών για την από κοινού εκμετάλλευση της επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων στο μίσθιο για την οποία είχαν συστήσει αφανή εταιρία με εμφανή μέτοχο τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος όμως αρνήθηκε να συμπράξει στην υλοποίηση της ως άνω συμφωνίας με την παροχή της συναίνεσης του προς την εκμισθώτρια του και για το λόγο αυτό οι ενάγουσες κατάγγειλαν στις 3-1-1997 την μεταξύ αυτών και του εναγομένου αφανή εταιρία.
Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να καταδικαστεί ο εναγόμενος σε δήλωση της βούλησης του προς την υπεκμισθώτρια εταιρία ότι συναινεί στην συνέχιση της μίσθωσης εταιρία των συνεκμισθωτών έστω και χωρίς τη συμμετοχή του. Με το περιεχόμενο αυτό και τα αιτήματα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη εφόσον σε αυτήν περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά με τα οποία θεμελιώνεται η ασκούμενη με αυτήν αξίωση των εναγουσών να ζητήσουν την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως του εναγομένου για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του που προκύπτει από την υφιστάμενη μεταξύ τους έννομη σχέση της κοινωνίας, κατά τα αναφερόμενα σο δικόγραφο της αγωγής τα οποία έγιναν δεκτά ως βάσιμα και στην ουσία από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα στην αγωγή υπάρχει σαφέστατη αναφορά α) ότι οι διάδικοι ως συνεκμισθωτές συνδέονταν με την έννομη σχέση της κοινωνίας επί του μισθίου β) ότι με ομοφωνία όλων των εκμισθωτών υπομίσθωση του μισθίου στην ΣΕΛΛ και η υπομίσθωση του από αυτήν στον αναιρεσείοντα. γ) ότι ομόφωνα συμφωνήθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως υπομισθώσεως της ΣΕΛΛ στον αναιρεσείοντα ότι κατά τη διάρκεια της υπομίσθωσης αυτής που ορίστηκε σε είκοσι έτη θα μπορούσε να γίνει μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης ως προς το πρόσωπο του μισθωτή στην οποία θα μπορούσε να υπεισέλθει ένας από τους υπόλοιπους συνεκμισθωτές ή και περισσότεροι ή η εταιρία που θα συνέστηναν οι εκμισθωτές για την εκμετάλλευση του μισθίου έστω και χωρίς τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος.
Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις ως άνω περί κοινωνίας διατάξεις, ως πράξη διαχειρίσεως μπορούσε να καταρτιστεί και με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών, δεσμευτική για τον αναιρεσείοντα από τις περί κοινωνίας διατάξεις και δεν είναι αντίθετη στις διατάξεις δημοσίας τάξεως για την προστασία των εμπορικών μισθώσεων, αφού με αυτήν επέρχεται μόνο η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης ως προς το πρόσωπο του μισθωτή, εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ως προς τα υπόλοιπα μέρη της και δεν απαγορεύεται από τις ως άνω διατάξεις Με την προσβαλλόμενη δε απόφαση του το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ότι αποδείχτηκαν όλα τα παραπάνω και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων είχε την υποχρέωση να προβεί στη δήλωση βουλήσεως που ζητείται με την αγωγή.
Ετσι όπως έκρινε το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης του εναγομένου να εκπληρώσει την υποχρέωση του για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στις ενάγουσες με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν περί κοινωνίας και μισθώσεως όπως και εκείνες των άρθρων 118 παρ 4 και 216 του Κ.Πολ.Δ. τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους με αριθμ. 2, 5, 6, 7 και 8 λόγους της αναίρεσης και, συνεπώς, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει ορισμένοί από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερες σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ. 42/2002).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στο αναιρετήριο και συγκεκριμένα α) η από 20-6-97 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της ΣΕΛΛ, β) η με αριθμ. 2228/98 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία επικυρώθηκε με την 1597/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) η από 11-3-97 εξώδικη απάντηση της ΣΕΛΛ, προς τις αναιρεσίβλητες και οι από 23-4-1998 προτάσεις της τελευταίας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 2228/1998 απόφαση του Εφετείου, δ) οι με αριθμ. 13765/2003 και 639/2004 αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα ε) η 13307/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στ) το από 31-5/14-6-93 συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας και υπομισθώσεως, ζ) οι ομολογίες των αναιρεσιβλήτων. 'Οπως όμως αδίστακτα προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το όλο περιεχόμενο αυτής, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα; με την προσβαλλόμενη απόφαση πέραν της γενικής διαβεβαίωσης του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι με αυτήν γίνεται σαφής και αναλυτική αναφορά των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων γίνεται η επίκληση των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, οι οποίοι και απορρίφθηκαν όχι ως αναπόδεικτοι αλλά διότι αυτοί αφορούσαν την σύμβαση της υπομίσθωσης της ΣΕΛΛ με τον αναιρεσείοντα και την μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και της κοινοπραξίας μεταξύ όλων των διαδίκων, ενώ η ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων θεμελιώνεται στην έννομη σχέση της κοινωνίας από την συνεκμίσθωση.
Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε παρά το νόμο ως αληθινούς τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να συμφωνήσει στην μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ αυτού και τη ΣΕΛΛ στους συνεκμισθωτές δυνάμει ομόφωνης απόφασης όλων των συνεκμισθωτών χωρίς να προσκομιστεί η οποιαδήποτε απόδειξη από τις αναιρεσίβλητες οι οποίες είχαν το βάρος αποδείξεως της εν λόγω αποφάσεως των συνεκμισθωτών και δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων από τα οποία αποδεικνύονταν ότι τα δικαιώματά του επί του μισθίου στηρίζονταν στις συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας και υπομίσθωσης που είχαν καταρτιστεί μεταξύ αυτού και της ΣΕΛΛ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς μεν το πρώτο μέρος του ως αβάσιμος στην ουσία, εφόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό συμπέρασμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην απόφαση.
Ως προς το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος και πρέπει επίσης να απορριφθεί; εφόσον όλες οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ανωτέρω λόγο αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων για πράγματα τα οποία μάλιστα δεν αναφέρονται στο κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η ύπαρξη ή όχι της επικαλούμενης απόφασης των συγκοινωνών με συνεκμετάλλευση του μισθίου και όχι οι συμφωνίες του αναιρεσείοντος με την ΣΕΛΛ και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..
Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8β του Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που νόμιμα προέβαλε για έλλειψη υποχρεώσεως του για μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως στις αναιρεσίβλητες δεδομένου ότι η σύμβαση του με την ΣΕΛΛ είχε καταρτιστεί για 20 έτη, οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν συμβληθεί με την εν λόγω σύμβαση και η αντικατάσταση του ως υπομισθωτή από τη ΣΕΛΛ τελούσε υπό την αίρεση ότι αυτός θα δήλωνε ότι αδυνατούσε να συνεχίσει να είναι υπομισθωτής. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι αλυσιτελείς εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν στηρίζουν τα αγωγικά δικαιώματά τους στις ως άνω συμβάσεις αλλά στην προαναφερόμενη απόφαση των συγκοινωνών συνεκμισθωτών. Κατά συνέπεια και ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον δέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε έγινε κατά εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και με αιτιολογίες ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές. Σύμφωνα όμως με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις περί κοινωνίας που επικαλέστηκε και ο αναιρεσείων και οι αιτιολογίες που διέλαβε το Εφετείο αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων από την έννομη σχέση της κοινωνίας μεταξύ των συνεκμισθωτών, είναι σαφείς πλήρεις; και χωρίς αντιφάσεις και κατά συνέπεια είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Οι ελλείψεις και οι αντιφάσεις στις εν λόγω αιτιολογίες που επικαλείται ο αναιρεσείων αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν είναι αναγκαία για την θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος των εναγουσών και συγκεκριμένα στις συμβάσεις του αναιρεσείοντος με την ΣΕΛΛ και με αυτές δεν ιδρύονται οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως. Πρέπει επομένως οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία.
Με τον ενδέκατο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από ... και από ... συμφωνητικών μισθώσεως με τις παραδοχές του ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύονταν περιστατικά διαφορετικά από εκείνα τα οποία αποδεικνύονταν αληθινά. Η αιτίαση όμως αυτή δεν αποτελεί σφάλμα κατά την ανάγνωση των ως άνω εγγράφων αλλά εσφαλμένη κατά την κρίση του αναιρεσείοντος ερμηνεία του περιεχομένου τους από την οποία δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως και επομένως αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, όλες οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλονται με όλους τους λόγους της αναίρεσης αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για πράγματα και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του. (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3042/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2009. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ