Legislator Case Law & Legislation
2122/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for slander, ruling lower court's detailed reasoning satisfied Article 510 requirements.

Case Number 2122/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for slander, upholding the lower court's decision. The appellant argued the judgment lacked sufficient reasoning under Article 510 of the Criminal Procedure Code, claiming the court failed to prove the defendant's knowledge of falsehoods regarding her husband's health and financial status. The court found the lower court's detailed analysis of the evidence and the appellant's own admissions regarding the falsity of her claims constituted adequate reasoning, thereby rejecting the appeal on procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 362 and 363 of the Criminal Code; Article 510, paragraph 1, item D of the Criminal Procedure Code: A criminal judgment must provide specific and reasoned justification based on facts and evidence; the absence of such reasoning constitutes a ground for appeal, but a detailed explanation of how facts were proven and how they fit the legal elements satisfies this requirement.

Keywords

AI generated
slander conviction appeal dismissal reasoning requirement Article 510 criminal procedure factual findings judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 362 and 363 of the Criminal Code
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 510, paragraph 1, item D of the Criminal Procedure Code
Article 583, paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2122 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2122/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 12113/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τονΖ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Δεμερτζή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.2.2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 426/2006.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, την γνώση του δράστη με την έννοια της πλήρους βεβαιότητος, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

ΙΙΙ. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν αυτή η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 12113/2005 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών και η κατηγορουμένη ήλθαν σε νόμιμο γάμο, το έτος 1997.

Την κατηγορουμένη συνέστησε τότε στον εγκαλούντα ως κατάλληλη μέλλουσα σύζυγό του ο Ψ (ήδη αποβιώσας), καθηγητής φιλόλογος και θεολόγος, στον οποίο ο πατέρας του εγκαλούντος είχε αναθέσει τη διαπαιδαγώγηση και φροντίδα του τελευταίου, λόγω παθολογικών και ψυχολογικών τότε προβλημάτων του, ήδη από τα μαθητικά χρόνια του Δημοτικού Σχολείου.

Με τη κατηγορουμένη, ο Ψ είχε γνωρισθεί στην ..., όπου αυτός υπηρετούσε ως Γυμνασιάρχης και η κατηγορουμένη ως καθηγήτρια, προκύπτουν δε σοβαρές ενδείξεις ότι μεταξύ τους είχε αναπτυχθεί ερωτικός δεσμός. Ο γάμος των διαδίκων, που διήρκησε σχεδόν για μια 20ετία, δεν εστέφθη από επιτυχία, ήταν εντελώς ιδιόρρυθμος, οι διάδικοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους κυρίως με επιστολές και μέσω του Ψ (ο οποίος είχε καθιερωθεί ως οιονεί κηδεμόνας του εγκαλούντος) η συμβίωσή τους (κατά μικρά χρονικά διαστήματα) ήταν εντελώς συμβατική, ελάχιστες φορές συνευρέθηκαν στην συζυγική κλίνη και οι σχέσεις τους περιορίζονταν κυρίως σε οικονομικές δοσοληψίες.

Κατάληξη της σχέσης τους αυτής ήταν να εμπλακούν την τελευταία δεκαετία σε δικαστικούς αγώνες της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας. Ενόψει συζητήσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής διαζυγίου του εγκαλούντος κατά της κατηγορουμένης σε διάσταση συζύγου του, η τελευταία κατέθεσε τις από 11.1.1999 προτάσεις της, προκειμένου να ανταποκριθεί επιτυχώς στο βάρος ανταπόδειξης και έτσι να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής, στις οποίες, μεταξύ άλλων, διέλαβε, κατά τα κρίσιμα σημεία, και τα εξής: "Από την αρχή του γάμου μας ο αντίδικος δεν ήθελε, προς μεγάλη μου απογοήτευση, να αποκτήσουμε παιδιά.

Μετά την πάροδο δύο περίπου ετών από την τέλεση του γάμου μας, ενόψει και νέων πιέσεών μου για το ζήτημα της τεκνοποιϊας, ο αντίδικος μου δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την απόκτηση τέκνων, διότι έπασχε από κληρονομικό αφροδίσιο νόσημα και φοβόταν την επιβάρυνση και των μελλοντικών μας παιδιών με αυτό. Ο αντίδικος ήταν χαμηλόμισθος υπάλληλος (κλητήρας) σε ιδιωτική εταιρεία, με ούτως ή άλλως μικρές απολαβές, μου δήλωνε δε ότι συνέδραμε και τη μητέρα του, η οποία είχε μεν σχετική περιουσία, η οποία όμως αποτελείτο κυρίως από μη προσοδοφόρα ακίνητα.

Έτσι, ευθύς εξαρχής, υποχρεώθηκα εγώ να καλύπτω σχεδόν το σύνολο των οικογενειακών δαπανών.... Για τον ίδιο λόγο δάνεισα στον αντίδικο κατά τη διάρκεια του γάμου μας κατά διαστήματα σημαντικά ποσά, ύψους 12.000.000 δρχ. Αντίστοιχα ποσά δάνεισα, με την προτροπή και του συζύγου μου και προς τον κουμπάρο μας Ψ. Η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του αντιδίκου μου κλονίστηκε σημαντικά το 1993, όταν από τυχαίο γεγονός διαπίστωσα ότι διατηρούσε εν αγνοία μου μια γκαρσονιέρα, στην οδό ..., όπου περνούσε πολλές από τις ελεύθερες ώρες του (ενώ μου δήλωνε ότι εργαζόταν σε δεύτερη εργασία).

Τελικά ...... υποσχέθηκε να συμμορφωθεί και να εγκαταλείψει τις εξωσυζυγικές του δραστηριότητες. Κατά το έτος 1996 διαπίστωσα ότι ο αντίδικος δαπανούσε αδικαιολόγητα σημαντικά ποσά ........ και τελικώς, προς μεγάλη και οδυνηρή έκπληξή μου, αποδείχθηκε ότι ο αντίδικος είχε εξακολουθήσει κρυφά να διατηρεί την παραπάνω γκαρσονιέρα, όπου κυρίως συναναστρεφόταν, μάλλον επ' αμοιβή, νεαρά άτομα του ίδιου με αυτόν φύλου! Μετά από αυτά ......

αποφασίσαμε τη λύση του γάμου μας με κοινή συναίνεση και καταθέσαμε σχετική αίτηση διαζυγίου. Λίγο διάστημα όμως πριν την δεύτερη συζήτηση της παραπάνω Αίτησης Διαζυγίου, ο αντίδικος μετέβαλε συμπεριφορά και απαίτησε εκβιαστικά να του καταβάλω ποσό 30.000.000 δρχ., απειλώντας με ότι διαφορετικά δεν θα συναινέσει στη λύση του γάμου μας, και ότι: "θα με κάνει ρεζίλι".

Τα όσα πιο πάνω ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη με τις παραπάνω προτάσεις της, τα οποία αναφέρονται στην προσωπική ζωή, την ερωτική δραστηριότητα και την οικονομική κατάσταση του εγκαλούντος, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ήσαν ψευδή. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών και οι πρόγονοί του έπασχαν από κάποιο αφροδίσιο νόσημα, συνεπεία του οποίου φοβόταν αυτός την επιβάρυνση των μελλοντικών τους παιδιών από αυτό, ούτε ότι ο ίδιος δήλωσε ποτέ στην κατηγορουμένη τέτοιο γεγονός και τη επιθυμία του να μην αποκτήσουν παιδιά.

Αν συνέβαινε τούτο, οπωσδήποτε η κατηγορουμένη, ενόψει της διακαούς επιθυμίας της να αποκτήσει παιδιά, τα οποία υπεραγαπά, όπως ισχυρίζεται, θα προέβαινε σε λύση του γάμου της με τον εγκαλούντα για τον λόγο αυτό. Η εξήγηση που δίνει η ίδια στις προτάσεις της, ότι δεν προχώρησε σε λύση του γάμου της, για να διαφυλάξει την οικογενειακή της αξιοπρέπεια, δεν κρίνεται πειστική.

Ούτε, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι ο εγκαλών ήταν χαμηλόμισθος και λόγω της οικονομικής του κατάστασης κάλυπτε η ίδια τις οικογενειακές δαπάνες στο σύνολό της και δάνεισε τον εγκαλούντα 12.000.000 δρχ., κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο εγκαλών είχε ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, μέρος της οποίας μάλιστα περιήλθε στην ίδια, μέσω τουΨ, εν αγνοία του εγκαλούντος, ο οποίος είχε καταστεί πειθήνιο όργανο του τελευταίου και είναι αλήθεια ότι ο εγκαλών εργαζόταν σε κάποια χρονικά διαστήματα και σε δεύτερη εργασία (...) και συνεισέφερε στα βάρη του γάμου, ο ίδιος δε απέδιδε λογαριασμό στην κατηγορουμένη σχετικά με τα προσωπικά του έξοδα.

Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι ο εγκαλών επιδόθηκε ποτέ σε εξωσυζυγικές δραστηριότητες το 1993, στη γκαρσονιέρα επί της οδού ..., στην οποία μάλιστα υποχρεώθηκε να διαμένει από την κατηγορουμένη και τον Ψ, ούτε ότι το έτος 1996 συναναστρεφόταν με νεαρά άτομα του ιδίου με αυτόν φύλου, τα οποία φιλοξενούσε στην ως άνω γκαρσονιέρα, που εξακολούθησε να διατηρεί μέχρι τότε.

Να σημειωθεί ότι, η κατηγορουμένη, απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσε ότι "Με βεβαιότητα δεν μπορώ να πω ότι είχε σχέσεις με άνδρες, ήμουνα πολύ εκνευρισμένη όταν έγιναν οι προτάσεις". Τέλος, η υπαναχώρηση του εγκαλούντος, να συναινέσει στη (συναινετική) λύση του γάμου του με την κατηγορουμένη, οφείλεται στο ότι τον κρίσιμο χρόνο αυτός διαπίστωσε ότι σφετερίστηκαν την περιουσία του η κατηγορουμένη και ο Ψ και προκειμένου να περισώσει αυτή δεν συνήνεσε στη λύση του γάμου των.

Εκβιασμός της κατηγορουμένης, να του καταβάλει το ποσό των 30.000.000 δρχ., προκειμένου να συναινέσει αυτός στη λύση του γάμου τους, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο. Η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια των παραπάνω που ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της και προέβη στην ενέργειά της αυτή, ηθελημένα, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ήταν δε αυτά (γεγονότα και χαρακτηρισμοί) αντικειμενικώς ικανά να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και σε συνέχεια των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά σε πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που αποδίδεται στην κατηγορουμένη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής".

Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη συκοφαντικής δυσφημήσεως. Για την πράξη της δε αυτή η οποία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 363-362 και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.

Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, χωρίς το σκεπτικό να αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, αναφέρονται τα περιστατικά που διέδωσε η αναιρεσείουσα για τον εγκαλούντα και ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.

Επίσης, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της αναιρεσείουσας με την έκθεση στο σκεπτικό της των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτής, ότι τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Έτσι, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν επεδίωξε τη λύση του γάμου της με τον εγκαλούντα, παρά "της διακαούς επιθυμίας της να αποκτήσει παιδιά" αποδεικνύει ότι ήταν ψευδές ότι αυτός έπασχε από κληρονομικό αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας του οποίου δεν επιθυμούσε να αποκτήσουν παιδιά, ενώ παράλληλα, όπως ρητώς αναφέρεται, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη παρόμοιου νοσήματος του εγκαλούντος.

Επίσης, το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών είχε και δεύτερη εργασία, ότι είχε ακίνητη περιουσίας μεγάλης αξίας, μέρος της οποίας είχε περιέλθει στην αναιρεσείουσα με τον περιγραφόμενο στο σκεπτικό τρόπο, ότι αυτός συνεισέφερε στα βάρη του γάμου και επέδιδε λογαριασμό στην αναιρεσείουσα σχετικά με τα προσωπικά του έξοδα, προκύπτει ότι ήταν ψευδή τα πιο πάνω ισχυριζόμενα από την αναιρεσείουσα ότι ο εγκαλών ήταν χαμηλόμισθος, ότι αυτή κάλυπτε σχεδόν το σύνολο των δαπανών του γάμου και ότι του δάνειζε χρήματα.

Η ίδια δε γνώριζε, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ψευδείς. Επίσης, το ότι ήταν ψευδές ότι εγκαλών είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και μάλιστα με άτομα του ιδίου φύλου, και ότι το ψευδές αυτό το γνώριζε η αναιρεσείουσα προκύπτει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και από την ουσιαστική περί τούτου ομολογία της ίδιας της αναιρεσείουσας.

Επίσης, κατά τις παραδοχές της ίδιας απόφασης, η υπαναχώρηση του εγκαλούντος να συναινέσει στη λύση του γάμου τους, οφείλεται στη διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα μαζί με τον Ψ σφετερίστηκαν την περιουσία του, πράγμα το οποίο, ήταν γνωστό στην αναιρεσείουσα, όπως είναι ευνόητο, ενώ ουδείς εκβιασμός του εγκαλούντος αποδείχθηκε ότι έγινε προκειμένου να συναινέσει στην εν λόγω λύση του γάμου.

Το κατά τρόπο αφηγηματικό αναφερόμενο στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι "προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις" ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ψ είχε αναπτυχθεί ερωτικός δεσμός, δεν αποτελεί περιστατικό επί του οποίου στηρίχθηκε η περί ενοχής της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας πεποίθηση του Δικαστηρίου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ουδεμία δημιουργείται αμφιβολία ως προς τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως αυτού περί της και κατά συνέπεια δεν παραβιάστηκαν εκ πλαγίου οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363-362 ΠΚ, ούτε στερείται εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται.

Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως (473 παρ.2 και 3 ΚΠοινΔ), και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/2/2006 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατά της 12113/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ