Supreme Court allows appeal against administrative court ruling on tax debt collection procedure violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding the collection of a tax debt. The State argued that a prior hearing was unnecessary because the debt arose from a private lease contract, not a public administrative act. The Court rejected this, ruling that the right to a prior hearing applies to all administrative measures affecting rights, regardless of the debt's origin. Consequently, the appeal was accepted, the lower decision was annulled, and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559, 564 of the Code of Civil Procedure; The right to a prior hearing applies to all administrative measures affecting rights, irrespective of whether the underlying debt stems from a public or private legal relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2121 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2121/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που εδρεύει στην Αθήνα και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Περιστερίου, στην οποία υπήχθησαν οι υποθέσεις αρμοδιότητας της τέως ΔΟΥ Α' Περιστερίου με έδρα το Περιστέρι Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θησέα Κουρή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ο. Δ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-04-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7715/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2393/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-06-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης.
Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του πρώτου χρονικού διαστήματος αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13.3.2020 έως 31.5.2020) ή μετά το πέρας αυτής και πριν από την έναρξη της ημερομηνίας της εκ νέου αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (που διήρκεσε από 7.11.2020 έως 6.4.2021), δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 Ν. 4690/2020), ενώ, αντίθετα, η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του δευτέρου χρονικού διαστήματος αναστολής (από 7.11.2020 έως 6.4.2021) ή μετά το πέρας αυτού, δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρα 83 Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με άρθρο 25 Ν 4792/2021), χωρίς να συνυπολογίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων και η ως άνω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, καθότι αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η λήξη τους ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (χωρίς, δηλαδή, να επακολουθήσει νέο χρονικό διάστημα αναστολής) (ΑΠ 291/2024).
Τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022, "2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην αναστολή των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 υπόκεινται και οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καταχρηστικές προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης αντίστοιχα (ΑΠ 1470/2023, ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 85/2025, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 30/06/2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 6972/2021, ΕΑΚ 873/2021, αριθ.δικ. 1604/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 2393/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 10-9-2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 2393/2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (7.5.2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 7-5-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 10-9-2021.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 8-4-2014 ανακοπή της κατά του καθού και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εκθέτει, ότι βεβαιώθηκε σε βάρος της με την υπ' αριθ. ...-2013 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Α' Περιστερίου, οφειλή, ύψους 31.500 ευρώ, προερχόμενη από εκχωρηθέντα στο καθ' ου, εκ μέρους της εκμισθώτριας Δ.
Κ. μη εισπραχθέντα μισθώματα του επί της ... καταστήματος, για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως ...-2012, δυνάμει σχετικής σύμβασης μίσθωσης. Ότι εκδόθηκε η άνω ταμειακή βεβαίωση χωρίς η ίδια να κληθεί προς ακρόαση κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.2 του Συντάγματος και ότι η ως άνω οφειλή από τη μη καταβολή μισθωμάτων στην εκμισθώτρια είναι εξοφλημένη κατά το ποσό των 22.000 ευρώ σύμφωνα με τις επισυναπτόμενες σε αυτή (ανακοπή) αποδείξεις και γι' αυτό ζητάει την ακύρωση της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 7715/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ανακοπή και δη τον πρώτο λόγο αυτής ως μη νόμιμο, ενώ τον δεύτερο και τελευταίο λόγο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 4-10-2017 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έκανε δεκτή τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προαναφερόμενη υπ' αριθ. ...-2013 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.
Α' Περιστερίου. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. Α.Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 του ν.δ. 356/1974 Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 72 παρ.22 του Ν.4272/2013, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 Ν. 4223/2013, προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα, που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωση του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. , παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.
Από τη δήλωση αυτή του εκχωρητή, που συνοδεύεται με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, χωρίς να απαιτείται, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελία της εκχωρήσεως προς τον μισθωτή-οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο, το οποίο συνεπώς εισπράττεται από τον οφειλέτη- μισθωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.
Στον οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαιτήσεως, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 645/2017, ΑΠ 1245/2010).
Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαιτήσεως, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 39/2022, ΑΠ 1074/2019, ΑΠ 645/2017, ΑΠ 1245/2010), το οποίο βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1010/2017, ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 2284/2009).
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 του Ν. 2238/1994 δεν αντίκειται σε κάποια διάταξη του Συντάγματος, αφού τόσον η πρόβλεψή της ότι δεν απαιτείται αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη -μισθωτή, όσον και η δυνατότητα είσπραξης της εκχωρηθείσας απαίτησης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, είναι ανεκτές συνταγματικά, ενόψει ιδίως και του ότι ο οφειλέτης μισθωτής μπορεί να προβάλει όλες τις αντιρρήσεις του με την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, όπως προαναφέρθηκε (ΑΠ 1660/2022).
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, έχει εφαρμογή μόνο σε διοικητικές ενέργειες και μέτρα, που εκδίδονται από τους φορείς του Δημοσίου στα πλαίσια των καθηκόντων τους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας από αυτούς και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή, όταν το Δημόσιο πρόκειται να χωρήσει σε ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος αυτού, το οποίο απορρέει από ιδιωτικού δικαίου διαφορά (ΑΠ 81/2009), τέτοια δε είναι και η διαφορά που γεννάται κατά την έκδοση ταμειακής βεβαίωσης για την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των ανείσπρακτων μισθωμάτων του οφειλέτη μισθωτή, που εκχωρήθηκαν σε αυτό από τον εκμισθωτή, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 Ν. 2238/1994, αφού η έκδοση της ταμειακής βεβαίωσης δεν αποτελεί έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης, αλλά έναρξη της διαδικασίας για είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, η οποία αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά και συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να προηγηθεί της έκδοσης της ταμειακής βεβαίωσης κλήση για ακρόαση του μισθωτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η βεβαίωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος (ΑΠ 1660/2022).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται ( ΑΠ 472/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής: "...με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ζητούσε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. ...-2013 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Α' Περιστερίου λόγω μη τήρησης του δικαιώματος ακρόασης πριν από την έκδοση της ανωτέρω δυσμενούς γι' αυτήν διοικητικής πράξης. Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο ανακοπής ζητούσε να ακυρωθεί η προαναφερόμενη πράξη, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της οφειλή συνολικού ποσού 31.500 ευρώ, προερχόμενη από εκχωρηθέντα στο καθ' ου, εκ μέρους της εκμισθώτριας Δ.
Κ. του Χ. , κατοίκου ..., μισθώματα του επί της ... καταστήματος για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως ...-2012, τα οποία οφείλονταν στην τελευταία δυνάμει της από ...-2010 σύμβασης μίσθωσης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής αφενός και της ανακόπτουσας και του Ε. Μ. του Ε. αφετέρου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 8-4-2014 ανακοπής, η ανακόπτουσα είχε ισχυριστεί με τον πρώτο λόγο αυτής τα εξής: "Πρέπει ιδιαιτέρως να τονισθεί ότι, αν είχα προηγουμένως κληθεί να εκθέσω τις απόψεις μου, θα είχα, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να αναπτύξω ουσιαστικούς ισχυρισμούς όπως λ.χ.
να αμφισβητήσω το ύψος της οφειλής προσκομίζοντας τις αποδείξεις, στις οποίες λεπτομερώς κατωτέρω θα αναφερθώ, από τις οποίες προκύπτει η εξόφληση της οφειλής και οι οποίες αποτελούν εξαιρετικά κρίσιμα στοιχεία, τα οποία αποστερήθηκα της δυνατότητας να θέσω υπόψη της διοίκησης και θα οδηγούσαν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, καθώς μετά βεβαιότητας θα επιδρούσαν στην μη έκδοση της καταλογιστικής πράξης ή στη διαμόρφωση του περιεχομένου της." Επίσης, στα πλαίσια του δευτέρου λόγου ανακοπής περί μερικής εξόφλησης της ένδικης οφειλής της, η ανακόπτουσα είχε ενσωματώσει στο δικόγραφο της ανακοπής σειρά αποδεικτικών κατάθεσης διαφόρων χρηματικών ποσών σε λογαριασμό της Δ.
Κ. του Χ. στην ALPHA BANK, ανερχομένων συνολικά σε 12.050 ευρώ, επιπροσθέτως δε, είχε ισχυριστεί ότι τον Απρίλιο του έτους 2013 πωλήθηκε η επιχείρηση που στεγαζόταν στο ως άνω μίσθιο ακίνητο, καθώς και ότι συμφωνήθηκε η αγοράστρια Μ. Κ. να καταβάλει απευθείας στην εκμισθώτρια μέρος του τιμήματος πώλησης και συγκεκριμένα το ποσό των 10.000 ευρώ, προς μερική εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων, το οποίο και κατέβαλε η αγοράστρια στην τελευταία.
Τέλος, στα πλαίσια του ιδίου (δευτέρου) λόγου ανακοπής, είχε ισχυριστεί ότι τους ανωτέρω περί μερικής εξόφλησης της ένδικης οφειλής ισχυρισμούς της θα είχε προβάλει, αν είχε κληθεί προς ακρόαση από το καθ' ου.
Συνεπώς, με το δικόγραφο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα είχε προβάλει λυσιτελώς τον ισχυρισμό περί μη τήρησης του δικαιώματος ακρόασης αυτής από το καθ' ου, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το τελευταίο, τόσο με τις πρωτόδικες όσο και με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις του, ήτοι ότι δεν υφίστατο υποχρέωση αυτού για κλήτευση της ανακόπτουσας προς ακρόαση στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον δεν επρόκειτο για έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης, αλλά για πράξη διαχείρισης της περιουσίας του κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, άλλως ότι η ανακόπτουσα προέβαλε λυσιτελώς [όπου ορθό αλυσιτελώς] τον ισχυρισμό περί μη τήρησης του δικαιώματος ακρόασης αυτής, χωρίς παράλληλη αναφορά των ισχυρισμών που θα προέβαλλε ενώπιον του, αν είχε κληθεί προς τούτο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής, εκτιμώντας ότι με αυτόν η ανακόπτουσα ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, επειδή δεν της κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση χρεών και έτσι απώλεσε στάδιο δικονομικής προστασίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί ως προς τη σχετική απορριπτική της διάταξη, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτή διάταξη περί επιβολής σε βάρος της ανακόπτουσας των δικαστικών εξόδων του καθ' ου, ποσού διακοσίων (200) ευρώ, γενομένων δεκτών των πρώτου και δευτέρου λόγων έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμων..." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 20 παρ.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999) δέχθηκε ως βάσιμο το συναφή λόγο εφέσεως της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί παραβιάσεως του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης και ακύρωσε την υπ' αριθ. ...-2013 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Α' Περιστερίου κατά τα αναφερόμενα σε αυτόν. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, βάσιμος (κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ ) και πρέπει να γίνει δεκτός.
Τούτο διότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του και έχει εφαρμογή μόνο σε διοικητικές ενέργειες και μέτρα, που εκδίδονται από τους φορείς του Δημοσίου στο πλαίσιο των καθηκόντων τους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας από αυτούς.
Συνεπώς το εν λόγω δικαίωμα δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον με την προαναφερόμενη ένδικη ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, οφειλή συνολικού ποσού 31.500 ευρώ, προερχόμενη από εκχωρηθέντα στο καθ' ου, εκ μέρους της εκμισθώτριας Δ. Κ., μισθώματα του επί της ... καταστήματος για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως ...-2012, τα οποία οφείλονταν στην τελευταία δυνάμει της από ...-2010 σύμβασης μίσθωσης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ αυτής αφενός και της ανακόπτουσας και του Ε. Μ. αφετέρου, η οποία αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Επομένως στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να προηγηθεί της έκδοσης της ταμειακής βεβαίωσης κλήση για ακρόαση της μισθώτριας (ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας), κατά της οποίας εκδόθηκε η βεβαίωση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ένδικης αναιρέσεως, ως προς το σκέλος της με το οποίο πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2393/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ