2121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6067/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2121/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος, που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2121 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2121/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. συζύγου Ε. Μ., το γένος Κ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραστρατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6067/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28/5/2012 αίτησης αναίρεσης του αιτούντος κατά της υπ' αριθμό 6067/2011 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.] Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος, που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 9807Γ'/27-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Β. Κ., αντίγραφο της από 28-5-2012 αίτησης αναίρεσης με τις υπ' αυτή έκθεση κατάθεσης δικογράφου και πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου, για τη συζήτηση της αναίρεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σε αυτό, ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ.] Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 1-7-2009 και υπ' αύξ.αρ.κατ. 123553/7293/2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητήθηκε από την πρώτη να κηρυχθεί, κατ' άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ., λυμένος ο θρησκευτικός [Χριστιανικός Ορθόδοξος] γάμος τους, που είχε τελεσθεί στην Αθήνα, στις 15-9-1982. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 2965/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε αυτή δεκτή και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ τους γάμου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθμό κατάθεσης 7576/2010 και αριθμό προσδιορισμού 1377/2010 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης αντιδίκου του. Επί της εν λόγω έφεσής του εκδόθηκε η υπ' αριθμό 6067/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε αυτήν τυπικά αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν. Μετά από αυτά ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 28-5-2012 αίτηση αναίρεσης, με την οποία και τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή αναιρετικούς λόγους ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμό 6067/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με σκοπό να γίνει δεκτή η από 16-9-2010 έφεσή του και να απορριφθεί η από 1-7-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
ΙΙΙ] Νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο [ΟλΑΠ 18/2005]. Το υποκείμενο που εμφανίζεται κατά το δίκαιο ως δικαιούχος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση του συγκεκριμένου ενδίκου βοηθήματος, ενώ ο φερόμενος ως υπόχρεος νομιμοποιείται παθητικά [ΑΠ 665/2008]. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου [ΑΠ 212/2008]. Η διαδικαστική προϋπόθεση της συνδρομής της νομιμοποίησης του διαδίκου συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας και συνακόλουθα η εντεύθεν παραβίαση στηρίζει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της [ΟλΑΠ 25/2008].
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτά γενομένη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του και τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ως εξής: "...η εκκαλουμένη απόφαση δεν απάντησε παρά το νόμο και το ισχύον Σύνταγμα επί της νομίμως προταθείσας ενστάσεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, που πρόβαλα πρωτόδικα και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τη λύση του γάμου μας ως "Ά. συζ. Ε. Μ., το γένος Κ. Κ.", αλλά μόνο ως "Ά. Κ. του Κ.", δεδομένου ότι αυτή έχει διατηρήσει το πατρικό της επώνυμο, όπως προέκυψε εκ του προσαχθέντος μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. πρωτ. 40/30-3-2007 Πιστοποιητικού Οικογενειακής Κατάστασης του Δήμου Αθηναίων.
Συνεπώς δεν μπορεί η ενάγουσα να ζητά τη λήψη διαζυγίου "ως σύζυγος Ε. Μ." και απλώς κατά "το γένος ως Κ. Κ.", διότι δεν φέρει το όνομα Μ. και φυσικά δεν είναι "κατά το γένος" Κ. Κ., αλλά ευθέως φέρει το όνομα Ά. Κ. του Κ.. Κατόπιν τούτου πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως ως αβάσιμη, διότι δεν μπορεί να κηρυχθεί λυμένος ο γάμος εμού μεθ' ενός ανύπαρκτου προσώπου, όπως είναι η "Ά.
συζ. Ε. Μ., το γένος Κ. Κ.", δεδομένου ότι τόσο στο Δήμο (Δημοτολόγιο), όσο και στο Ληξιαρχείο, αλλά και στην Αρχιεπισκοπή, υπαρκτό πρόσωπο είναι η "Ά. Κ. του Κ.". Εν τέλει και το διατακτικό μίας απόφασης που λύνει το γάμο μεταξύ εμού και της Ά. συζ. Ε. Μ., το γένος Κ. Κ., δεν μπορεί να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, ώστε να καταστεί δυνατή η βάσει αυτής λήψη διαζευκτηρίου από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών εκ μέρους των διαδίκων".
Επί του παραπάνω λόγου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω ο άλλος λόγος ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά η ενάγουσα για την άσκηση της αγωγής, ένσταση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, διότι, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 40/30-3-2007 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Αθηναίων έχει διατηρήσει το πατρικό της επώνυμο Ά.
Κ., ενώ την αγωγή την έχει ασκήσει ως Ά. σύζ. Ε. Μ. το γένος Κ. Κ. πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον τα αληθή και προσδιοριστικά της ταυτότητας της ενάγουσας στοιχεία ως φυσικού προσώπου είναι ακριβώς τα ίδια, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, δηλαδή η ενάγουσα είναι η Ά. σύζυγος Ε.
Μ. και ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, τόσο για την ταυτότητά της, όσο και για το νόμιμο δικαίωμά της να εγείρει την ένδικη αγωγή για τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο.". Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι απορρίπτοντας αυτή τον παραπάνω ισχυρισμό, που είχε ενσωματωθεί από αυτόν στον πρώτο λόγο έφεσης, έχει πληρωθεί το πραγματικό του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής στοιχεία ταυτότητας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας αρκούν για τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της ένδικης αγωγής διαζυγίου εναντίον του αναιρεσείοντος.
ΙV] Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Για να είναι όμως παραδεκτός ο ιδρυόμενος από την παράβαση της υποχρέωσης αυτής από το άρθρο 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι "... όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, όπως αναλυτικά αυτό αναφέρεται πιο πάνω, δεν έλαβε υπόψη της τα προσαχθέντα εκατέρωθεν αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (εμένα και την αντίδικο), καθόσον ουδαμού περί τούτου γίνεται λόγος σε αυτή και κυρίως δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το προσαχθέν υπό της αντιδίκου και επικληθέν και υπ' εμού με την προσθήκη - αντίκρουσή μου έγγραφο και συγκεκριμένα το υπ' αριθ. .../5-4-2011 Ειδικό Πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Λ., ενώ έπρεπε αυτό να το λάβει υπόψη της για τους λόγους, που αναφέρω στον πρώτο λόγο αναιρέσεως μου, τους οποίους επικαλούμαι και αύθις, προς αποφυγή επαναλήψεων. Κατόπιν τούτου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατ' άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δικ., λόγω του ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι (εγώ και η αντίδικος) επικαλεστήκαμε και προσκομίσαμε". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης, που περιέχει αιτίαση για την απόρριψη ισχυρισμού, ο οποίος, όπως προκύπτει και από όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση του παραπάνω πρώτου λόγου, είναι αβάσιμος.
V] Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν.3719/2008, η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 29 του ίδιου νόμου άρχισε από τις 26-11-2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.
Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ` αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ` ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.
Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, αν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάστασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί αυτή να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.
Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση. Εάν δε κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, αυτά εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, για το αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης.
Δεν αποτελούν στοιχεία της αγωγής τόσον η επίκληση του ισχυρού κλονισμού στη σχέση του γάμου, αφού, κατά το νόμο τεκμαίρεται αμάχητα, όσον και η υπαιτιότητα του ενός από τους δύο συζύγους. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν ερμήνευσε ορθά το άρθρο 14 του ν. 3719/2009 και προκάλεσε μη νόμιμη αναδρομική εφαρμογή του, καθόσον στις 22-2-2010, που συζητήθηκε η αγωγή της αναιρεσίβλητης δεν είχε συμπληρωθεί η ισχύουσα μέχρι τότε με το ν. 1329/1983 τετραετία από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, η οποία διάσπαση επήλθε, όπως ανέλεγκτα έγινε δεκτό, στο τέλος του μηνός Μαΐου του 2007.
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από το Μάιο του 2007, που επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στις 22-2-2010 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, οπότε κατά το ν. 3719/2008, που ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, είχε θεμελιωθεί το δικαίωμα της ενάγουσας για διάζευξη, αφού οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση συνεχώς από διετίας και ο κλονισμός τεκμαιρόταν αμάχητα.
Με βάση την παραδοχή αυτή το Εφετείο απέρριψε την έφεση, οπότε επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, που η αναιρεσίβλητη είχε ασκήσει από το άρθρο 1439 παρ. 3 του ΑΚ και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης (ΑΚ 1439 παρ.3). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2007 μέχρι το Φεβρουάριο του 2010, που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Η διετία υπολογίζεται αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, χωρίς να απαιτείται και ο ακριβής χρόνος της έναρξης της διετίας. Το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος κρίνεται τόσο κατά το νέο όσο και κατά τον παλαιό νόμο στο χρόνο συζήτησης της αγωγής, χωρίς να παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, αφού το κεκτημένο δεν καθορίσθηκε με αναφορά το χρόνο της έναρξης της διάστασης των διαδίκων.
Επομένως, δεν παραβιάσθηκαν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 2 και 1439 παρ. 3 ΑΚ, όπως το τελευταίο τέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2009 και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
VΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439 παρ. 3 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στοιχεία για τη πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης είναι: α) η διάσταση των συζύγων, β) η διάσταση αυτών να διάρκεσε συναπτώς επί μία διετία, η οποία υπολογίζεται αναδρομικώς από του χρόνου της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, χωρίς να απαιτείται και ο ακριβής χρόνος έναρξης της διετίας και γ) η πρόθεση διακοπής της έγγαμης σχέσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ΚΠολΔ 561 παρ. 2], αλλά και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι με την εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ήλθε σε νόμιμο γάμο την 15-9-1982, ότι από τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2007, "με σκοπό την οριστική" τους "διάσταση" διαμένουν χωριστά, ότι η έγγαμη συμβίωση "διεσπάσθη οριστικά και αμετάκλητα από το τέλος του μηνός Μαΐου του έτους 2007" και ότι έκτοτε ευρίσκονται "τυπικά και ουσιαστικά σε συνεχή και αδιάκοπη διάσταση", επιπλέον δε, ότι είναι "σε συνεχή και αδιάκοπη διάσταση, άνω των δύο συναπτών ετών", γεγονός που κρίνεται ως αμάχητο τεκμήριο κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους και με αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε τη λύση του γάμου τους.
Έχοντας τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού αναφέρεται σε αυτή, ότι επήλθε διετής διάσταση πριν από την άσκησή της, χωρίς να ήταν αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου έναρξης της διάστασης. Ορθώς, επομένως, έκρινε ομοίως το εφετείο και απέρριψε τον επαναφερθέντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτή, ότι υφίστατο πρόθεση των διαδίκων για διακοπή της έγγαμης συμβίωσης κατά τρόπο οριστικό και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του [άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 28-5-2012 αίτηση του Ε. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 6067/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ