Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal appropriation of foreign movable property due to lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction for illegal appropriation of foreign movable property. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the appellant's role as a custodian who retained payment from sold cars entrusted to her. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 375 para. 1, 93 para. 3 of the Constitution, 139 of the Code of Criminal Procedure; The court's duty to provide specific and detailed reasoning is met if the judgment clearly establishes the facts and legal logic supporting the conviction without logical gaps.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2121 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2121/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό, περί αναιρέσεως της 233/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΛΑΪΟΝ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Οικονομίδη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.12.2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ.α, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του . Η δολία αυτή προαίρεση του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ξένο πράγμα, κατά το χρόνο που αυτό βρίσκεται στην κατοχή του, εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 233/2005 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρία Λάιον Ελλάς ΑΕΒΕ, που εδρεύει στο ..., έχει την αντιπροσώπευση της γαλλικής εταιρίας AUTOMOBILES PEUGEOT S.A." και εμπορεύεται αυτοκίνητα, ανταλλακτικά κλπ, καθώς επίσης παρέχει τις υπηρεσίες της στα προϊόντα της άνω εταιρίας.
Διαθέτει εμπορικό δίκτυο από εμπόρους για τις δραστηριότητές της. Μεταξύ των εμπόρων αυτών είχε και την κατηγορουμένη, με την οποία είχε υπογράψει το από 8.9.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας. Με βάση τη συμφωνία τους είχε αναλάβει την υποχρέωση να προωθεί στην περιοχή ... την πώληση οχημάτων της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας προς πελάτες έναντι προμήθειας και να εμπορεύεται ανταλλακτικά της, καθώς και να παρέχει την απαραίτητη τεχνική στήριξη, ενεργούσε δε ως θεματοφύλακας για τα αυτοκίνητα που θα της προμήθευε, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα.
Η εγκαλούσα εταιρία για ορισμένα αυτοκίνητα θα μπορούσε να προτείνει αυτά για αγορά από την κατηγορουμένη, οπότε στην περίπτωση αυτή θα ενεργούσε ως μεταπωλητής. Με την ιδιότητα αυτή (του μεταπωλητή) αναφορικά με τα ανταλλακτικά θα ενεργούσε ως μεταπωλητής επίσης, όπως συμφωνήθηκε. Κατά κανόνα όμως, ως προς τα αυτοκίνητα ενεργούσε ως θεματοφύλακας.
Κατά τους πρώτους μήνες η συνεργασία τους λειτουργούσε ομαλά και απέδιδε στην εταιρία ό,τι εισέπραττε από τους πελάτες. Από τις αρχές του 1999 προέβη σε ίδρυση καταστημάτων στο ... και στην ... Από τότε άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα. Τον Ιούνιο του 1999, μετά από έλεγχο που διενήργησε η εγκαλούσα εταιρία, διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε εισπράξει από πελάτες είτε προκαταβολές είτε ολόκληρο το τίμημα αυτοκινήτων χωρίς να αποδώσει αυτά στην εταιρία.
Με την συμπεριφορά της αυτή κατά το διάστημα από 1.1.1999 μέχρι και 30.7.1999 εισέπραξε από πωλήσεις αυτοκινήτων το τίμημα χωρίς να αποδώσει τοις μετρητοίς το τίμημα στην εγκαλούσα. Έτσι ιδιοποιήθηκε με περισσότερες πράξεις συνολικά το ποσό των 45.517.100 δρχ., το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, και της είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα ως θεματοφύλακα, όπως ειδικότερα αναλύεται στο διατακτικό.
Με αυτά τα δεδομένα, η κατηγορουμένη διέπραξε την άδικη πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος......".
Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη- αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για το ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 έως 30/7/1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της, ως θεματοφύλακας και ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Ειδικότερα, τυγχάνοντας επίσημος αντιπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΙΟΝ ΕΛΛΑΣ", που εδρεύει στο ..., αποκλειστικής αντιπροσώπου στην Ελλάδα της αυτοκινητοβιομηχανίας " AUTO MOBILES PEUGEOT S.A." προμηθευόταν αυτοκίνητα, μοτοποδήλατα και ανταλλακτικά της εν λόγω αυτοκινητοβιομηχανίας, τα οποία της παρέδιδε η εγκαλούσα κατά τους όρους του από 8-9-1998 μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, ευθυνόμενη έναντι αυτής ως θεματοφύλακας και στη συνέχεια τα πωλούσε για λογαριασμό της σε τρίτους αγοραστές εισπράττοντας από αυτούς διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία έπρεπε να αποδίδει στην εγκαλούσα αμέσως και χωρίς καθυστέρηση, πλην όμως δεν της απέδωσε, όπως όφειλε, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως.
Το είδος του αυτοκινήτου που πωλήθηκε, το όνομα του κάθε πελάτη και τα ακριβή χρηματικά ποσά που εισέπραξε από αυτούς και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως έχουν ως ακολούθως Α) Χρονικό διάστημα από 1/1/1999 έως 14/7/1999 ..... (ακολουθεί ο κατά τα ανωτέρω λεπτομερής προσδιορισμός πωλήσεως 31 αυτοκινήτων) ..... μερικό σύνολο 59.567.6000 δρχ.
Επίσης, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εισέπραξε ως προκαταβολή και παρακράτησε συνολικό ποσό 27.007.200 δρχ. από τους πελάτες- αγοραστές αυτοκινήτων PEUGEOT, ως ακολούθως α) ......... (ακολουθεί επίσης ο λεπτομερής προσδιορισμός πωλήσεως 8 αυτοκινήτων σε ισάριθμους πελάτες). Β) Χρονικό διάστημα από 14/7/1999 έως 30-7-1999 ..... .. (ακολουθεί ο κατά τα ανωτέρω λεπτομερής προσδιορισμός πωλήσεως 24 αυτοκινήτων).........
Μερικό σύνολο (έλαβε) 27.400.000, (απέδωσε) 11.360.000, (διαφορά) 16.040.000". Από το συνολικό ποσό της οφειλής ανερχόμενο σε 102.614.800 δρχ η κατ/νη απέδωσε στην εγκαλούσα κατά τον λεπτομερώς αναφερόμενο στο διατακτικό τρόπο συνολικά 57.097.400 δρχ, "οπότε απέμεινε υπόλοιπο οφειλής 45.517.100 δρχ ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα".
Για την πράξη της δε αυτή η οποία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση, πλην άλλων διατάξεων, των άρθρων 98, και 375 παρ.1β του ΠΚ, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Η εν μέρει παραπομπή στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση καθώς και ο τόπος και χρόνος τελέσεως της πράξεως.
Οι περιεχόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι, ενόψει των όσων εκτίθενται στο σκεπτικό και στο διατακτικό, δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το αν το ποσό που έχει ιδιοποιηθεί η αναιρεσείουσα "προέρχεται από τις πωλήσεις μόνο αυτοκινήτων ή και άλλων προϊόντων (ανταλλακτικών, μοτοποδηλάτων), δεδομένου ότι, σύμφωνα με το σκεπτικό αναφορικά με τα ανταλλακτικά ενεργούσα ως μεταπωλητής και όχι ως θεματοφύλακας και συνεπώς ως μεταπωλητής, δεν είχα υποχρέωση να αποδώσω αυτούσιο το τίμημα στην εγκαλούσα", είναι αβάσιμες, αφού τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό σαφώς προκύπτει, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα ποσά που ιδιοποιήθηκε η αναιρεσείουσα αφορούν αποκλειστικά και μόνο πωλήσεις αυτοκινήτων, οι οποίες μάλιστα στο διατακτικό λεπτομερώς προσδιορίζονται και όχι πωλήσεις άλλων προϊόντων (ανταλλακτικών ή μοτοποδηλάτων).
Επίσης, για τον ίδιο λόγο, ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται ως προς το είδος της συνεργασίας της εγκαλούσας εταιρίας και της αναιρεσείουσας, σε σχέση με τις πωλήσεις των πιο πάνω αυτοκινήτων, το τίμημα των οποίων παρανόμως αυτή ιδιοποιήθηκε, από το γεγονός ότι στον μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι ανήκε "ως έμπορος στο δίκτυο εμπόρων της εγκαλούσας, ενώ στο διατακτικό της αναφέρεται ότι λειτουργούσε ως "επίσημος αντιπρόσωπος" αυτής, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται αν ενεργούσε ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος.
Εκείνο το οποίο είναι κρίσιμο στην εξεταζόμενη υπόθεση είναι η ιδιότητα με την οποία ενήργησε τις συγκεκριμένες πωλήσεις αυτοκινήτων η αναιρεσείουσα και όχι η δυνατότητα αυτής, δυνάμει της σχέσεως που είχε με την εγκαλούσα να ενεργεί και πωλήσεις ως μεταπωλητής κλπ. Στην προκείμενη δε περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτές εκτίθενται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, στις συγκεκριμένες πωλήσεις αυτοκινήτων η αναιρεσείουσα ενήργησε ως θεματοφύλακας με την υποχρέωση να αποδώσει το εισπραττόμενο τίμημα στην εγκαλούσα.
Η ειδικότερη αιτίαση ότι "στο από 8/9/1996 συμφωνητικό με την εγκαλούσα εταιρία δεν αναφέρεται πουθενά κάτι τέτοιο", αφορά στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων του Δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της δυνάμει της προαναφερόμενης εννόμου σχέσεως και κατακράτησε το τίμημα που αυτή έλαβε από τη πώληση των αυτοκινήτων που της είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα για τα πουλήσει (375 παρ.3 ΠΚ), γνωρίζοντας ότι τα πωληθέντα αυτοκίνητα ανήκαν στην εγκαλούσα, με πρόθεση να ενσωματώσει στην περιουσία της το τίμημα που εισέπραξε, αρνούμενη να το αποδώσει στην εγκαλούσα.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε, με τους οποίους υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι αυτή εφήρμοσε εσφαλμένα την πιο πάνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ.1β του ΠΚ, παραβιάζοντας αυτήν εκ πλάγίου, είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως (473 παρ.2 και 3 ΚΠοινΔ), και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 62/12-12-2005 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατά της 233/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στη Χαλκίδα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ