Legislator Case Law & Legislation
2120/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on medical negligence grounds, upholding lower court's evaluation of evidence.

Case Number 2120/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding medical negligence. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence concerning the cause of hemorrhage, but the court found the medical findings of uterine atony and lack of contractions to be correct and unrelated to the claimed rupture. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it improperly challenged the unreviewable evaluation of evidence by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the lower court's evaluation of evidence and the weight of proof is inadmissible as it violates the principle of unreviewable fact-finding.

Keywords

AI generated
medical negligence appeal evaluation of evidence inadmissible appeal unreviewable fact-finding medical malpractice hemorrhage causation uterine atony

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 and 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 106 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2120 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2120/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMEDICA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει Αθήνα και διατηρεί υποκατάστημα στην Κοζάνη με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΗ ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ EUROMEDICA ΘΕΟΜΗΤΩΡ", που εδρεύει στην Κοζάνη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GRUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπείται από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν συγχώνευσης των εταιρειών δια απορροφήσεως, (σύμφωνα με τις από 04-03-2025 προτάσεις). Ο πρώτος και τέταρτη εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ζήνωνα Παπαδόπουλο και Παντελή Πετμεζά, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία-Σοφία Βαρβαρήγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 19-04-2012 ανακοίνωση δίκης της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, την από 15-10-2012 ανακοίνωση δίκης του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 14-02-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 03-02-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 704/2025, ΑΠ 992/2022).

Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην δίκη για την αναίρεση κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, "αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παρασταθεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 259/2024, ΑΠ 259/2022).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, "στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και σε περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.

Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί.

Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται ερήμην". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την προσδιορισθείσα για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικάσιμο, αρχική ή μεταγενέστερη, αναβληθεί αυτή για νέα μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο προς συζήτηση κατά τη νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ.

γ' του ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου κατά την αρχική ή τη μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο. Οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική ή τη μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες ή είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει, αντιθέτως, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, διά της επιδόσεως σε αυτούς πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής (ΑΠ 704/2025, ΑΠ 1248/2021, ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 375/2011).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίσιν, από 03.02.2016 (και με αριθμό καταθέσεως 5/2016) αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε αρχικά προς συζήτηση, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, για τη δικάσιμο της 09ης.11.2020, κατά την οποία δεν παραστάθηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη και η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με αίτημα της αναιρεσείουσας για τις 09.05.2022.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως, με αίτημα της αναιρεσείουσας, αναβλήθηκε εκ νέου, απούσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, για τη δικάσιμο της 11ης.12.2023, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε εκ νέου απούσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω της αποχής των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (17.03.2025) και γράφηκε από την αρμόδια γραμματέα στο οικείο πινάκιο.

Από τις υπ' αριθμ. ....2022, ....2022 και ....2024 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ι. Α., Α. Τ. και Ι. Α. αντιστοίχως, τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι μετά την αναβολή της υποθέσεως από την αρχικώς ορισθείσα (κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) δικάσιμο της 09ης.11.2020, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα:

α) του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αιτήσεως για την αρχική δικάσιμο, β) του σχετικού, εξαχθέντος ηλεκτρονικά, αντιγράφου από το ...

περί αναβολής της συζητήσεως της εν λόγω αιτήσεως από την αρχική δικάσιμο της 09ης.11.2020 για τη νέα δικάσιμο της 9ης.05.2022 και γ) των σχετικών από 13.05.2022 και 12.01.2024 βεβαιώσεων της αρμόδιας Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της αυτής αιτήσεως από τις δικασίμους της 9ης.05.2022 για τη δικάσιμο της 11ης.12.2023 και από την τελευταία για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως μαζί με κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, όμως, όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσε τη σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνου του διαδίκου, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της αποφάσεως, δηλαδή κατά εκείνου έναντι του οποίου ηττήθηκε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτού ως διαδίκου στον πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 987/2025, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 666/2016).

Εξάλλου, από τα άρθρα 68, 80, 88, 89, 277 αριθ. 4, 325, 556 και 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικονομικός εγγυητής, ο οποίος προσεπικλήθηκε από κάποιο διάδικο της κύριας δίκης (ενάγοντα ή εναγόμενο) και ενάγεται από αυτόν με παρεμπίπτουσα αγωγή για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που ηττηθεί στην κύρια δίκη, δεν γίνεται διάδικος σε αυτήν (κύρια δίκη) αν δεν άσκησε παρέμβαση, αλλά περιορίστηκε, απλώς, να αποκρούσει την προσεπίκληση και να αρνηθεί την εναντίον του παρεμπίπτουσα αγωγή ούτε και δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου της κύριας δίκης. Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω ότι αν ο αντίδικος του διαδίκου, που άσκησε την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, ηττηθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και ασκήσει αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως, δεν δικαιούται να απευθύνει την αναίρεσή του και κατά του προσεπικαλουμένου δικονομικού εγγυητή, ο οποίος δεν νομιμοποιείται να είναι αναιρεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε παραδεκτώς πρόσθετη, υπέρ του προσεπικαλούντος, παρέμβαση στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη και, έτσι, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη αυτή (ΑΠ 987/2025, ΑΠ 599/2022, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 51/2021, AΠ 1430/2007, ΑΠ 1365/2005).

4.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, με την από 20.10.2011 αγωγή της κατά των εκεί εναγομένων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να υποχρεωθεί (και η) δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, να της καταβάλει, λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης του προστηθέντος ιατρού του θεραπευτηρίου της, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, το αναφερόμενο σε αυτή χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη.

Η δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την από 19.04.2012 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, ανακοίνωσε τη δίκη στη δικονομική της εγγυήτρια, τρίτη ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, δυνάμει ασφαλιστικής συμβάσεως είχε αναλάβει την υποχρέωση να την αποζημιώσει σε περίπτωση που αυτή θα υποχρεωνόταν να καταβάλει αποζημίωση σε τρίτα πρόσωπα και την προσεπικάλεσε να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής και να την υποστηρίξει στην κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την ως άνω (κύρια) αγωγή της αναιρεσείουσας.

Η προσεπικληθείσα ασφαλιστική εταιρεία εμφανίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την υπ' αριθμόν 140/2013 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, μεταξύ άλλων, την ως άνω κυρία αγωγή με την ασκηθείσα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη-εναγομένη, ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως κατά της προσεπικληθείσας ασφαλιστικής εταιρείας, ως δικονομικής της εγγυήτριας, η οποία δεν άσκησε υπέρ αυτής παρέμβαση αλλά παραστάθηκε μόνον προς απόκρουση της προσεπικλήσεως και της παρεμπίπτουσας αγωγής, τις οποίες αρνήθηκε με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δέχθηκε, εν μέρει κατ' ουσίαν, την κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως όλοι οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Η έφεση της αναιρεσείουσας απευθύνθηκε και κατά της άνω προσεπικληθείσας, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Η τελευταία, εμφανίσθηκε μεν στο Εφετείο, πλην όμως, δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης-εναγομένης-εκκαλούσας και εφεσίβλητης, που την προσεπικάλεσε, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση της αναιρεσείουσας έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Εφόσον, όμως, η προσεπικληθείσα ασφαλιστική εταιρεία δεν άσκησε, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης-εναγομένης που την προσεπικάλεσε, δεν κατέστη διάδικος στη δίκη μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσείουσας-ενάγουσας.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις αμέσως προηγούμενες -υπό το στοιχείο 3- νομικές σκέψεις, η αναιρεσείουσα, της οποίας η έφεση απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ήδη άσκησε την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, δεν δικαιούτο να απευθύνει την αναίρεσή της κατ' αυτής (προσεπικληθείσας δικονομικής εγγυήτριας), η οποία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων, τα οποία ορίζει η διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, ούτε εξάλλου υπήρξε αντίδικος της αναιρεσείουσας στην πρωτοβάθμια και στην κατ' έφεση δίκη. Ενόψει τούτων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της τελευταίας, ο οποίος ερευνάται, άλλωστε, και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό, να ερευνηθεί δε η αναίρεση ως προς τους λόγους της όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

5.- Με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 65/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις από 06.12.2013, 18.12.2023, 15.12.2003, 11.12.2003 και 17.03.2014 αντίθετες εφέσεις, κατά της υπ' αρ 140/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 06.12.2003 έφεση της κυρίως ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, και αφού έκρινε ότι μετά την απόρριψη αυτής, υπό την ευδοκίμηση της οποίας τελούσε, κατέστη χωρίς αντικείμενο η από 17.03.2014 επικουρική έφεση της δεύτερης εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις λοιπές ως άνω εφέσεις των παρεμπιπτόντως εναγόντων και εναγομένων και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 20.10.2011 κύρια αγωγή της αναιρεσείουσας με αίτημα την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (ιατρική αμέλεια), απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή.

6.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 07.01.2016 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 05.02.2016. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

7.- Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή/και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή/και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και εν γένει της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι άνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών υπό την έννοια που προεκτέθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Η συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι εν λόγω προϋποθέσεις (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας", ΑΠ 237/2016).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις προαναφερθείσες, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού προς αποζημίωση ή/και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και αν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υφίσταται στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011) θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξεως, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή/και οι απορρέουσες, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).

Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες με αυτόν συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια με αυτόν μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, συνακόλουθα, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος.

αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006).

Αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει στην απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση για έλλειψη νομίμου βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1700/2024, ΑΠ 887/2019 ΑΠ 658/2019), υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση και με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις επικαλούμενες πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναιρέσεως, καθώς και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να είναι πλήρης ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο αιτούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του συγκεκριμένου λόγου της αναιρέσεως (η οποία επάγεται την απόρριψη αυτού ως απαράδεκτου κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση (ΟλΑΠ 20/2005).

8.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, ερευνώντας την ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά από συνεκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ιδιωτική γνωμοδότηση) δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, η οποία ήταν επίτοκος, εισήχθη τις πρωινές ώρες της 20ης-5-2009, στην ειδική μαιευτική - γυναικολογική κλινική με τον διακριτικό τίτλο "ΘΕΟΜΗΤΩΡ", που διατηρεί η δεύτερη εναγομένη στην πόλη της Κοζάνης προκειμένου να γεννήσει το δεύτερο τέκνο της, όπως είχε ήδη προγραμματισθεί με τη βοήθεια τεχνητών πόνων.

Την όλη διαδικασία, όπως άλλωστε και όλη την παρακολούθηση της πορείας της εγκυμοσύνης της, είχε αναλάβει ο θεράπων ιατρός της, πρώτος εναγόμενος, όπως είχε συμβεί και με την πρώτη εγκυμοσύνη της. Αφού προηγήθηκε όλη η προβλεπόμενη διαδικασία προετοιμασίας της για τον τοκετό, μεταφέρθηκε στην αίθουσα τοκετού, όπου συνδέθηκε με καρδιοτοκογράφο, προκειμένου να ελέγχεται ο εμβρυϊκός καρδιακός παλμός.

Ακολούθησε η πρόκληση του τοκετού από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος μετέβη εν τω μεταξύ στην κλινική και προχώρησε σε τεχνητή ρήξη θυλακίου. Στη συνέχεια και αφού ο τράχηλος της επιτόκου είχε διασταλεί στα 6 cm και ήταν μαλακός, της χορηγήθηκε επισκληρίδιος αναισθησία. Όταν περί ώρα 16:00', ο πρώτος εναγόμενος διαπίστωσε ότι η διαστολή του τραχηλικού στομίου ήταν πλήρης, ζήτησε από την ενάγουσα να κάνει προσπάθειες προκειμένου να εξωθήσει το έμβρυο.

Κατά την εξέλιξη του τοκετού και επειδή οι εξωθήσεις δεν ήταν αποτελεσματικές λόγω και της χορήγησης επισκληριδίου αναισθησίας και ήδη είχε παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου πενήντα (50') λεπτών, επέλεξε την άμεση χειρουργική περάτωση του τοκετού με τη μέθοδο της σικυουλκίας. Την 16.50', η ενάγουσα γέννησε ένα υγιές θήλυ τέκνο, βάρους 3.800 gr.

Αμέσως μετά την έξοδο του νεογνού, η ενάγουσα εμφάνισε έντονη αιμορραγία, που αντιμετωπίσθηκε αρχικά από τον πρώτο εναγόμενο με μαιευτική απόξεση, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο παραμονής υπολοίπου του πλακούντα στη μήτρα, που όμως δεν απέδωσε και στη συνέχεια με ταμπονάρισμα (επιπωματισμό) της μήτρας, ήτοι τοποθετήθηκαν τρεις (3) γάζες (ταμπόν) συνδεδεμένες μεταξύ τους με κόμπους, οπότε η αιμορραγία τέθηκε υπό έλεγχο.

Εν τω μεταξύ, ο πρώτος εναγόμενος κρίνοντας πιθανό το ενδεχόμενο της μετάγγισης αίματος, ζήτησε από το σύζυγο της ενάγουσας να βρει μονάδες αίματος από το Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" πλην όμως η μετάγγιση δεν πραγματοποιήθηκε με την ελπίδα να αποφευχθεί. Εξασφαλίστηκαν όμως με αυτόν τον τρόπο τρεις (3) φιάλες αίματος.

Μετά το πέρας της όλης διαδικασίας, περί ώρα 19.30', η ενάγουσα μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της κλινικής της δεύτερης εναγομένης σε καλή κατάσταση. Τούτο κατεγράφη στο έντυπο λογοδοσίας που τηρείται στην κλινική από το νοσηλευτικό προσωπικό βάρδιας, όπου οι νοσηλεύτριες της βάρδιας "3-11" κατέγραψαν τα ακόλουθα: "19:30 Μεταφορά σε όροφο-καλή κατάσταση.

Οδηγίες: Το ταμπόν να παραμείνει ως το πρωί και συχνή λήψη ΑΠ-σφ., έλεγχος αιμόρροιας πυθμένα μήτρας, Τηλεφωνική ενημέρωση ιατρού. Μήτρα συσπασμένη και σταθερά καλή". Την επομένη (21-5-2009), κατά την πρωινή επίσκεψή του στην ενάγουσα, ο πρώτος εναγόμενος ιατρός επιχείρησε να αφαιρέσει το ταμπόν, πλην όμως όταν αφαιρέθηκε ο πρώτος κόμπος, εμφανίσθηκε και πάλι αθρόα αιμορραγία, η οποία όμως αντιμετωπίσθηκε εκ νέου με ταμπονάρισμα, ενώ πλέον χορηγήθηκαν οι ανωτέρω φιάλες αίματος, ως επίσης και επιπλέον τρεις (3), δηλαδή συνολικά έξι (6) και πέντε (5) πλάσματος, οι οποίες ομοίως ζητήθηκαν από το Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ".

Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι κατόπιν επιθυμίας της ενάγουσας και της οικογένειάς της, αυτή διακομίστηκε αυθημερόν στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" με ενδιάμεση στάση στο Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ". Ο πρώτος εναγόμενος προς ενημέρωση των συναδέλφων του ιατρών, που επρόκειτο να επιληφθούν του περιστατικού, συνέταξε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα στο οποίο ανέφερε τα ακόλουθα: "Παπαγεωργίου Καλλιόπη ετών 35.

Γέννησε στις 20/5/2009 με σικυουλκία (λόγω επισκληριδίου) και ώρα 16:50. Είχε χαμηλή πρόσφυση πλακούντα. Αμέσως μετά την έξοδο του εμβρύου (3.800 gr) είχε έντονη αιμορραγία από τη μήτρα. Έγινε αμέσως μαιευτική απόξεση, που δεν απέδωσε και στη συνέχεια ταμπονάρισμα της μήτρας. Τοποθετήθηκαν 3 ταμπόν συνδεδεμένα μεταξύ τους με κόμπους.

Η εντύπωση είναι ότι τα αιμορραγούντα αγγεία ήταν τραχηλικά. Μετά το ταμπονάρισμα η αιμορραγία ελέγχθηκε. Προετοιμαστήκαμε για μετάγγιση αλλά δεν την πραγματοποιήσαμε ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί. Το πρωί της επομένης επιχειρήθηκε η αφαίρεση του ταμπόν αλλά όταν βγήκε ο πρώτος κόμπος εμφανίστηκε και πάλι αθρόα αιμορραγία.

Έγινε δεύτερο ταμπονάρισμα της μήτρας και πάλι η αιμορραγία ελέγχθηκε. Χορηγήθηκαν 6 μονάδες αίματος ομάδος 0 (IV) Rh (+) και 5 πλάσματος. Επίσης μητροσυσταλτικά και μητροσυσπαστικά και Mefoxil 2 gr στην αρχή και εν συνεχεία 1 gr X 2. Συνιστάται προσοχή στην αφαίρεση των κόμπων του ταμπόν". Κατά τη διάρκεια της παραμονής της ενάγουσας στην κλινική της δεύτερης εναγομένης και πριν τη χορήγηση των ως άνω μονάδων αίματος και πλάσματος, διενεργήθηκαν, προ της 10:00' ώρας της 21-5-2009, αιματολογικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυψαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθες τιμές:

Αιμοσφαιρίνη 5,7 g/dL, Αιματοκρίτης 17,2% και Ινωδογόνο 200 mg/dl. Στο Γενικό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" όπου αρχικά η ενάγουσα διακομίσθηκε, υποβλήθηκε, περί ώρα 16.04', σε εκ νέου αιματολογικές εξετάσεις, από τις οποίες προέκυψαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθες τιμές: Αιμοσφαιρίνη 8,9 g/dL, Αιματοκρίτης 25,6% και Ινωδογόνο 55 mg/dl.

Συντάχθηκε το από 21-5-2009 διακομιστήριο προς τη Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" στο οποίο αναφέρεται ότι η ασθενής (ενάγουσα) "παρουσιάζει κίνδυνο Δ.Ε.Π. μετά μαζικής αιμορραγίας μετά τον τοκετό προ 24ωρο σε ιδιωτικό μαιευτήριο" ενώ τούτο συνόδευσε και σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του επιληφθέντος ιατρού του Γ.Ν.

Κοζάνης, Θανασά Ιωάννη, επιμελητή Β' Μαιευτικής-Γυναικολογίας στο οποίο αναφέρεται όλο το ιστορικό της ασθενούς. Στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", η ενάγουσα εισήχθη, περί ώρα 16:50' της 21-5-2009, "με μητρορραγία μετά από επεμβατικό τοκετό", όπως αναγράφεται στην με αριθμ. πρωτ. ...-2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού, επίκουρου καθηγητή της Α' Μαιευτικής-Γυναικολογικής Κλινικής του Α.Π.Θ., Π.

Γ., ο οποίος επελήφθη του περιστατικού και παρακολούθησε την ασθενή καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της στο εν λόγω νοσοκομείο. Στην ίδια ως άνω ιατρική γνωμάτευση αναφέρεται ότι "...κατά τη γυναικολογική εξέταση, διεπιστώθη ότι η λεχωΐς ήταν σε καλή κατάσταση, με αιμόρροια εκ του κόλπου και προβάλλουσα ταινία λόγω διενεργηθέντος επιπωματισμού, ενώ κατά τον γενόμενο εργαστηριακό έλεγχο, οι αιματολογικές παράμετροι ήταν οι εξής:

Ht 25,6%, Hb 9,7 gr/dl. Η ασθενής υπεβλήθη άμεσα σε επισκόπηση υπό γενική αναισθησία μετά αφαίρεση τεσσάρων ταινιών Micultz οι οποίες είχαν τοποθετηθεί από τον θεράποντα ιατρό. Διεπιστώθη μικρή ρήξη στον οπίσθιο κολπικό θόλο και διενεργήθη συρραφή αυτής. Χορηγήθηκαν δύο μονάδες αίματος και δύο μονάδες πλάσματος...".

Όπως προαναφέρθηκε κατά την παραμονή της στο ως άνω Νοσοκομείο, πραγματοποιήθηκαν εργαστηριακές (αιματολογικές) εξετάσεις, με βάση τις οποίες, μεταξύ άλλων α) η τιμή του Αιματοκρίτη περί ώρα 22.07' της 21-5-2009 ήταν 25,6 %, της Αιμοσφαιρίνης 9,7 gr/dl και του ινωδογόνου 397 mg/dl, β) η τιμή του Αιματοκρίτη περί ώρα 08.49' της 22-5-2009 ήταν 26,8 %, και της Αιμοσφαιρίνης 9,8 gr/dl, γ) η τιμή του Αιματοκρίτη περί ώρα 12.07' της 23-5-2009 ήταν 27,8 % και της Αιμοσφαιρίνης 9,6 gr/dl και δ) η τιμή του Αιματοκρίτη περί ώρα 10.13' της 24-5-2009 ήταν 26,2 % και της Αιμοσφαιρίνης 9,2 gr/dl.

Τελικά η ενάγουσα, την 26-5-2009, εξήλθε από το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", σε άριστη κατάσταση και με διάγνωση εξόδου "συρραφή ρήξεων οπίσθιου κολπικού θόλου", όπως διετυπώθη στο εξιτήριο του ως άνω νοσοκομείου. Περαιτέρω, στις 27-5-2009, η ενάγουσα ένιωσε έντονους πόνους στο στήθος και εισήχθη στη Στεφανιαία Μονάδα της Καρδιολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ".

Όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 28-5-2009 ενημερωτικό σημείωμα του εν λόγω Νοσοκομείου "η ασθενής εισήχθη στη στεφανιαία μονάδα λόγω θωρακικού συσφιγκτικού άλγους διάρκειας ωρών, ανεξάρτητο απ' τις κινήσεις. Στο βιοχημικό έλεγχο διαπιστώθηκε μεγάλη άνοδος D-Dimers, φυσιολογικό ινωδογόνο ενώ στα αέρια αίματος διαπιστώθηκαν υποξυγοναιμία και χαμηλός κορεσμός S02=85% χωρίς 02.

Σε ECHO καρδιάς διαπιστώθηκε πνευμονική υπέρταση RERU=50 mmHg ενώ παραδόξως στο HNG παρατηρήθηκε βραδυκαρδία...", σαν αιτία εισόδου αναγράφηκε σ' αυτό "Θωρακικό συσφιγκτικό άλγος από ωρών μ' αντανάκλαση στον τράχηλο" και σαν διάγνωση εξόδου "Λοχεία, Πνευμονική εμβολή" και διακομίσθηκε, όπως αναφέρεται, "λόγω πρόσφατου τοκετού με ρήξη οπισθίου κολπικού θόλου και μητρορραγία" στο Γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ".

Η ενάγουσα εισήχθη στη Β' Καρδιολογική Κλινική του εν λόγω Νοσοκομείου στις 28-5-2009 και υποβλήθηκε σε πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο, από τον οποίο, όπως προκύπτει από το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του Διευθυντή της ως άνω Κλινικής, ιατρού, Κ. Ι., δεν προέκυψε εικόνα ττνευμονικής εμβολής. Συγχρόνως κατά την παραμονή της στο Νοσοκομείο διενεργούνταν καθημερινά αιματολογικές εξετάσεις βάσει των οποίων οι τιμές του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης ανήλθαν, στις 2-6-2009 σε 36,8% και 12,5 g/dL αντίστοιχα και στις 3-6-2009 σε 38,7% και 13,0 g/dL αντίστοιχα, εξήλθε δε από το Νοσοκομείο, στις 3-6-2009, σε καλή κλινική κατάσταση και με αναγραφόμενη στο εξιτήριο διάγνωση εξόδου "Διερεύνηση Θωρακαλγίας".

Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο πρώτος εναγόμενος επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, διότι τόσο στις 20-5-2009 μετά τον τοκετό και την εκδήλωση της πρώτης μαζικής αιμορραγίας όσο και στις 21-5-2009 μετά την εκδήλωση της δεύτερης μαζικής αιμορραγίας, δεν προέβη σε διερεύνηση και εντοπισμό του αιτίου της εκδηλωθείσας αιμορραγίας, ήτοι σε επισκόπηση του τραχήλου και του κόλπου και σε διάγνωση και συρραφή του τραύματος που η ενάγουσα υπέστη στον οπίσθιο κολπικό θόλο, με αποτέλεσμα λόγω της αθρόας αιμορραγίας να περιέλθει σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή της, καθώς δημιουργήθηκαν συνθήκες εγκατάστασης Διάχυτης Ενδαγγειακής Πήξεως και κίνδυνος ττνευμονικής εμβολής.

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τόσο η ρήξη που υπέστη η ενάγουσα στον οπίσθιο κολπικό θόλο όσο και η αθρόα αιμορραγία που εμφανίσθηκε αμέσως μετά τον τοκετό και την επομένη ημέρα μετά την αφαίρεση του πρώτου κόμπου του ταμπόν. Ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας Γ.

Π., επίκουρος καθηγητής μαιευτικής-γυναικολογίας του ΑΠΘ, που ήταν και ο θεράπων ιατρός της ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", κατέθεσε κατά τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό ότι η αθρόα αιμορραγία δεν οφείλεται στη ρήξη του οπίσθιου κολπικού θόλου. Κατά την επιστημονική του άποψη τέτοια μαζική αιμορραγία προέρχεται κατά κανόνα από τη μήτρα.

Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον αποκλείσθηκε, μετά την αναποτελεσματική μαιευτική απόξεση που πραγματοποιήθηκε, το ενδεχόμενο κατακράτησης υπολείμματος του πλακούντα, η αιμορραγία, κατά την προσωπική εκτίμηση του ιδίου μάρτυρος, ήταν "μικτής αιτιολογίας, μήτρα συν κόλπος". Προήλθε δηλαδή κατά κύριο λόγο από ατονία της μήτρας και έλλειψη συσπάσεων αυτής και δευτερευόντως από τη ρήξη του κόλπου.

Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, στο έγγραφο της κλινικής της δεύτερης εναγομένης "ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ", στην καταγραφή της νοσηλεύτριας της βάρδιας 15.00-23.00 αναφέρεται ότι η μήτρα ήταν "συσπασμένη και σταθερά καλή". Τούτο, όμως, κατά την κατάθεση του ιδίου ως άνω μάρτυρος, δεν επηρεάζει την προαναφερθείσα κρίση καθόσον όπως ανέφερε μία συσπασμένη μήτρα μπορεί αργότερα να ατονήσει και για το λόγο αυτό να αιμορραγήσει.

Την άποψη αυτή του μάρτυρος ενισχύει το γεγονός ότι σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο ("ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ") οι οδηγίες που έδωσε ο θεράπων ιατρός-πρώτος εναγόμενος προς τις νοσηλεύτριες μετά τη μεταφορά της λεχωΐδος στο δωμάτιο, ήταν "έλεγχος αιμόρροιας-πυθμένα μήτρας" με σκοπό να εκτιμηθεί η σύσπαση της μήτρας. Ο πρώτος εναγόμενος αντιμετώπισε την αιμορραγία από τη μήτρα με τον προαναφερθέντα τρόπο (επιπωματισμός, χορήγηση μητροσυσταλτικής και μητροσυσπαστικής αγωγής και μετάγγιση αίματος και πλάσματος) με επιτυχή τρόπο αφού ήδη κατά την εισαγωγή της ενάγουσας στο Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" (21-5-2009 και ώρα 16.50') μετά την πάροδο περίπου 24ώρου από την εκδήλωσή της είχε σταματήσει η μαζική αιμορραγία.

Κατά τη γυναικολογική εξέταση που πραγματοποίησε ο ιατρός Π. Γ. κατά την εισαγωγή της στην Α' Μαιευτική Γυναικολογική Κλινική του ως άνω νοσοκομείου, διαπίστωσε αιμόρροια μικρής έκτασης από τον κόλπο που προερχόταν από τη ρήξη στον οπίσθιο θόλο, η οποία και αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς με τη συρραφή της. Με βάση τα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε, ότι η κύρια αιτία της μαζικής αιμορραγίας ήταν η ατονία της μήτρας, η οποία αντιμετωπίσθηκε από τον πρώτο εναγόμενο με απολύτως ενδεδειγμένο κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης τρόπο και ότι αυτή (μαζική αιμορραγία) δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη ρήξη του κόλπου.

Το τραύμα στον οπίσθιο κολπικό θόλο θ' αντιμετωπιζόταν από τον πρώτο εναγόμενο δευτερευόντως και αφού σταματούσε η μητρορραγία, όπως και έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", ενέργεια όμως που δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει καθώς η λεχωΐς νοσηλευόταν κατ' εκείνο τον χρόνο εκτός της σφαίρας ευθύνης του.

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από εσφαλμένους και αμελείς χειρισμούς του πρώτου εναγομένου κατά τη χρήση της σικύας, προκλήθηκε η ρήξη του οπίσθιου κολπικού θόλου και κατ' επέκταση η μαζική της αιμορραγία. Ο ισχυρισμός της αυτός πέραν του ότι εδράζεται σε εσφαλμένη κατά τα άνω προϋπόθεση αφού αποδείχθηκε ότι η μαζική αιμορραγία δεν είχε ως κύρια αιτία τη ρήξη του κόλπου, αποδεικνύεται και αβάσιμος αφού ουδεμία αμελής ιατρική πράξη του πρώτου εναγομένου κατά την εφαρμογή της σικύας προκάλεσε τη ρήξη.

Και τούτο διότι, αφενός μεν ο χρόνος κατά τον οποίο αποφασίσθηκε η χρήση αυτής (μετά παρέλευση 45'-50' πλήρους διαστολής του τραχηλικού στομίου) ήταν ο ενδεδειγμένος κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που ορίζεται σε 45' με 1 ώρα από την έναρξη του σταδίου εξώθησης, αφετέρου δε, όπως απερίφραστα κατέθεσε ο μάρτυρας Π.

Γ., που ήταν ο μόνος που είχε ιδία αντίληψη του τραύματος, δεν διαπίστωσε απόσπαση τμήματος του κόλπου, μόνο πιθανό αποτέλεσμα κακής εφαρμογής της σικύας, παρά μόνο ρήξη, φαινόμενο σύνηθες που προκαλείται μεταξύ άλλων και από την απλή διέλευση του εμβρύου από τον γεννητικό σωλήνα. Αντίθετα με την προαναφερθείσα κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, η μάρτυρας απόδειξης Σ.

Μ., πτυχιούχος ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου "Queen Mary University of London", οποία δεν ολοκλήρωσε το στάδιο της ειδικότητάς της, στην από 15-3-2013 ιδιωτική της γνωμοδότηση, ανέφερε ότι η ενάγουσα "υπήρξε θύμα κατ' επανάληψη ανεπίτρεπτης και σαφώς αμελούς αντιμετώπισης από την πλευρά του Μαιευτήρα-Γυναικολόγου Ι.

Σ.". Συγκεκριμένα, κατά την επιστημονική της άποψη, εσφαλμένως χρησιμοποιήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο η μέθοδος της σικυουλκίας καθόσον δεν υφίστατο καμία ένδειξη για τη διενέργειά της. Τούτο έγινε αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς επίσπευσης του τοκετού και είχε ως αποτέλεσμα λόγω των εσφαλμένων χειρισμών του ιατρού, να επέλθει το τραύμα στον οπίσθιο κολπικό θόλο και να προκληθεί η αθρόα αιμορραγία, που δημιούργησε σοβαρό κίνδυνο Διάχυτης Ενδαγγειακής Πήξης ενώ η ανεπαρκής και μη άμεση αντιμετώπιση της αιμορραγίας της οδήγησε σε παρατεταμένη ακινησία της λεχωίδας, γεγονός που προκάλεσε την ανάπτυξη πνευμονικής εμβολής.

Η ίδια, βέβαια, στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή της, ανέφερε ότι "η Κ. Π. έπασχε από αιμορραγία που οφειλόταν σε τραύμα του οπίσθιου κολπικού θόλου και μητρορραγία" και σε άλλο σημείο αυτής "...Συγκεκριμένα θεώρησε (ο πρώτος εναγόμενος ιατρός) ότι η αιμορραγία προερχόταν από αιμορραγούντα τραχηλικά αγγεία και όχι από τη μήτρα και τον οπίσθιο κολπικό θόλο όπως στην πραγματικότητα συνέβαινε..." ενώ αυτοαναιρούμενη στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεσή της, ανέφερε "...Δεν αιμορραγούσε από τη μήτρα η γυναίκα.

Η γυναίκα αιμορραγούσε από τον κόλπο. Και συγκεκριμένα από τον οπίσθιο κολπικό θόλο..." και σε άλλο σημείο αυτής "...Έγινε η προσπάθεια της απόξεσης η οποία αναφερόταν σε υπολείμματα της κύησης. Δεν υπήρχαν υπολείμματα της κύησης. Εντάξει ήταν μία φιλότιμη προσπάθεια, αλλά αποδεικνύει επίσης ότι η αιμορραγία ήταν από τη μήτρα...".

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η κατάθεση της ως άνω μάρτυρος ουδέν συνεισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία καθώς λόγω των παλινωδιών που παρουσίασε και του γεγονότος ότι η ίδια δεν είχε προσωπική αντίληψη του περιστατικού, παρά όσα γνώριζε για την υπόθεση τα γνώριζε από την ενάγουσα, κρίνεται μη πειστική.

Περαιτέρω, όπως κατά τα άνω αποδείχθηκε, από τις αιματολογικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, αυτές του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης μετά τη μαζική αιμορραγία της πρώτης ημέρας (20- 5-2009), 17,2% και 5,7 g/dL, με φυσιολογικές τιμές αναφοράς 36-48% και 11,5-16,5 g/dl αντίστοιχα, σημείωσαν άνοδο και σταθεροποιήθηκαν τις επόμενες αντίστοιχα ημέρες 22-5-2009, 23-5-2009 και 24-5-2009, όσον αφορά τον αιματοκρίτη σε 26,8%, 27,8%, 26,2% και όσον αφορά την αιμοσφαιρίνη σε 9.8, 9.6 και 9.2 g/dL.

Ομοίως δε και οι τιμές του ινωδογόνου από 200 mg/dL της πρώτης μέτρησης, με φυσιολογικές τιμές 200-450 mg/dL, σε 55 mg/dL κατά τη μέτρηση στο Νοσοκομείο "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" και σε 397 mg/dL μετά από πέντε ώρες από την προηγούμενη μέτρηση, στο Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Κατά την κρίση του δικαστηρίου, η ενάγουσα δεν παρουσίασε κίνδυνο Διάχυτης Ενδαγγειακής Πήξεως (Δ.Ε.Π.), όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, κρίση που ενισχύεται και από την κατάθεση του ιατρού Π.

Γ., ο οποίος αναμφίβολα κατέθεσε περί αυτού "Καταρχάς δεν είναι έτσι η ΔΕΠ. Όταν λέμε ΔΕΠ, λέμε ότι όπου υπάρχει τραυματισμός αιμορραγεί. Είναι μία κατάσταση η οποία είναι κρίσιμη, η γυναίκα είναι ένα βήμα πριν από το θάνατο και ό,τι και να κάνει κανείς, όπου και να κόψει αιμορραγούν τα πάντα. Αιμορραγεί το σύμπαν.

Αυτό δεν είναι ΔΕΠ. Είναι λάθος διάγνωση. Δεν υπάρχει διάγνωση ΔΕΠ και ο γιατρός να βάζει τα ράμματα και να ελέγχεται η αιμορραγία. Οι γυναίκες αυτές παίρνουν δεκάδες πλάσματα, δεκάδες αίματα, παίρνουν παράγοντες πήξης, γιατί έχει διαταραχθεί όλος ο πηκτικός μηχανισμός. Αυτό είναι η ΔΕΠ. Την ακουμπάς τη γυναίκα και η γυναίκα κάνει αιμάτωμα...Εκ των πραγμάτων ούτε κλινική εικόνα ΔΕΠ υπήρχε, αλλά ούτε και ένας πηκτικός μηχανισμός.

Και το σημαντικότερο από όλα στη ΔΕΠ για τη διάγνωση δε βάζουμε το ινωδογόνο από μόνο του, βάζουμε από τα προϊόντα διάσπασης του ινωδογόνου. Από τα D-diners. Δηλαδή τα D-diners που έδωσα εγώ στην εφημερία ήταν φυσιολογικά. Άρα κατά συνέπεια κανένας μα κανένας δεν μπορεί να πει, να ισχυριστεί ή να υποθέσει ότι ήταν ΔΕΠ.

Γιατί τότε απέχει μακράν από το τι σημαίνει ΔΕΠ" Κατόπιν των ανωτέρω αναφερομένων, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε κίνδυνο ΔΕΠ, η δε σχετική αναγραφή στο διακομιστήριο του Νοσοκομείου "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" ήταν εσφαλμένη. Ομοίως, με βάση τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα δεν υπέστη πνευμονική εμβολή. Ειδικότερα, η ενάγουσα εξετάσθηκε διεξοδικώς στο Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" όπου διακομίσθηκε από το Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ" και υποβλήθηκε σε CTA πνευμόνων με αξονικό τομογράφο, στο πόρισμα του οποίου αναγράφεται "απουσία σημείων πνευμονικής εμβολής", σε σπινθηρογράφημα αιμάτωσης πνευμόνων, στο οποίο αναγράφεται ως συμπέρασμα "δεν παρατηρούνται ευρήματα συμβατά με πνευμονική εμβολή" και σε triplex φλεβών άκρων, δηλαδή υποβλήθηκε στις πλέον εξειδικευμένες εξετάσεις, κατόπιν των οποίων διαγνώσθηκε ότι δεν προέκυψε εικόνα πνευμονικής εμβολής.

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προέκυψε ότι η εφαρμοσθείσα ιατρική μέθοδος της σικυουλκίας που επέλεξε ο πρώτος εναγόμενος για τη συντομότερη έξοδο του εμβρύου, αλλά και η συμπεριφορά του και οι ενέργειές του κατά την ιατρική αντιμετώπιση του περιστατικού ήταν απολύτως ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και είχαν ως αποτέλεσμα να μην υποστεί η ενάγουσα ουδεμία βλάβη της υγείας της.

Μετά ταύτα εφόσον δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια πράξη του πρώτου εναγομένου και βλάβη της σωματικής και ψυχικής υγείας της ενάγουσας ευρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με αυτήν ώστε να γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωσή της, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε μεν ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε κίνδυνο Διάχυτης Ενδαγγειακής Πήξεως και δεν υπέστη πνευμονική εμβολή, πλην όμως μη εκτιμώντας ορθά τις αποδείξεις, αποφάνθηκε ότι υπήρξε αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ιατρού λόγω της μη συρραφής του κολπικού τραύματος και της εξακολούθησης της αιμορραγίας από αυτό, η οποία ήταν πρόσφορη να προκαλέσει τον ανωτέρω κίνδυνο και δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει, η με αριθμ. κατάθεσης 38/2013 έφεση της ενάγουσας ν' απορριφθεί ως ουσιαστική αβάσιμη..... και οι εφέσεις με αριθμ. κατάθεσης: 39/2013....., 40/2013..... και 1/2014..... να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη, και το δικαστήριο, αφού κρατήσει και δικάσει την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να απορρίψει την υπ' αριθμ.

κατάθεσης 193/2011 αγωγή της Κ. Π. κατά των I) Ι. Σ. και II) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROMEDICA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και τις αντίστοιχες με αριθμ. κατάθεσης 59/2012 και 152/2012 προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι δεν συντρέχει αμέλεια στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου ιατρού, εξαφανίζοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας αντιθέτως, είχε κάνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας και επιδίκασε σε αυτήν το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που δέχθηκε ότι αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική (αμελή) συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. 9.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την κρίση της περί της εφαρμοσθείσας ιατρικής μεθόδου της σικυουλκίας.

αλλά και περί της συμπεριφοράς και τις ενέργειες του πρώτου αναιρεσιβλήτου ιατρού κατά την αντιμετώπιση του ένδικου συμβάντος, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι, ενώ το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι υπέστη ρήξη στον οπίσθιο κολπικό θόλο και αθρόα αιμορραγία αμέσως μετά τον τοκετό και την επόμενη ημέρα μετά την αφαίρεση του πρώτου κόμπου του ταμπόν, στη συνέχεια, εσφαλμένως και με πλημμελείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η εφαρμοσθείσαα ιατρική μέθοδος της σικυουλκίας την οποία επέλεξε ο πρώτος εναγόμενος για τη συντομότερη έξοδο του εμβρύου, αλλά και η συμπεριφορά του και οι ενέργειές του κατά την ιατρική αντιμετώπιση του περιστατικού ήταν απολύτως ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της Ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και είχαν ως αποτέλεσμα να μην υποστεί η ενάγουσα ουδεμία βλάβη της υγείας της και ότι "μετά ταύτα" έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη "εφόσον δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια πράξη του πρώτου εναγομένου και βλάβη της σωματικής και ψυχικής υγείας της ενάγουσας ευρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με αυτή ώστε να γεννάται υποχρέωση προς αποζημίωσή της...." και ότι, συνεπώς, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον εναγόμενο ιατρό για τη σωματική βλάβη και την ψυχική υγεία της, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην ιδιωτική κλινική που διατηρεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ούτε στο αναιρετήριο εν γένει ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου ώστε να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες (ουσιαστικές) παραδοχές της προσβαλλόμενης ακριβώς και πλήρως και όχι εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, όπως τις εκθέτει εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου είναι ανέφικτος.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι (και) αβάσιμος, διότι από τις προεκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 330 εδ.

β', 914 και 932 του ΑΚ και 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ενώ έχει την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό αυτών, τις οποίες έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή:

α) η σωματική βλάβη της αναιρεσείουσας δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του πρώτου αναιρεσιβλήτου ιατρού, η συμπεριφορά του οποίου δεν υπήρξε αμελής λόγω της μη συρραφής του κολπικού τραύματος και της εξακολούθησης της αιμορραγίας από αυτό, β) ότι η εφαρμοσθείσα ιατρική μέθοδος της σικυουλκίας την οποία επέλεξε ο πρώτος αναιρεσίβλητος για τη συντομότερη έξοδο του εμβρύου, αλλά και όλες οι ενέργειες αυτού κατά την ιατρική αντιμετώπιση του ένδικου συμβάντος ήταν απολύτως ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, γ) ότι η ρήξη στον κόλπο της αναιρεσείουσας δεν καταδεικνύει κακή χρήση και εφαρμογή της σικυουλκίας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αλλά αποτελεί φαινόμενο σύνηθες που προκαλείται μεταξύ άλλων και από την απλή διέλευση του εμβρύου και δ) ότι η μαζική αιμορραγία είχε ως κύρια αιτία την ατονία της μήτρας και όχι τη ρήξη στον κόλπο (στον οπίσθιο κολπικό θόλο) της αναιρεσείουσας, και ότι, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου οφειλόμενη σε αιτιώδη σύνδεσμο με βλάβη της σωματικής και ψυχικής υγείας της ενάγουσας, ώστε να γεννάται υποχρέωση προς χρηματική ικανοποίησή της, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης -ιδία ως προς τη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και τις ενέργειές του- η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω περιστατικών και αιτιολογιών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ενώ, με τον λόγο αυτόν, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, η οποία, όμως, είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.

10.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντιθέτως η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς και παραδεκτώς προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία λόγου εφέσεως, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ή την απόρριψή του, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017).

Συνεπώς, δεν ιδρύουν το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ούτε όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν αυτοί προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε -τυπικό ή ουσιαστικό- λόγο (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991), ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 839/ 2010), είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 117/2013) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Το νόμιμο της επικλήσεως κρίνεται μόνον από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της εφέσεως. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας ή/και ξεχωριστής αξιολογήσεως του καθενός (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019), εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιον ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών -με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως- για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

11.- Με τον πρώτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του ως προς την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ιατρού ως "οργάνου της δεύτερης αναιρεσίβλητης ιδιωτικής κλινικής" και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της υπαιτιότητάς του και της επελθούσης βλάβης της υγείας της", δεν έλαβε υπόψη: 1) τα εκτιθέμενα στην αγωγή της πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αιτία της αθρόας αιμορραγίας που εμφάνισε και 2) τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία (έγγραφα από τις νοσηλείες της και κατάθεση της μάρτυρός της) που η ίδια είχε επικαλεσθεί νομίμως και επανέφερε με την έφεσή της και τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, η λήψη των οποίων ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και θα είχε ως συνέπεια να γίνει δεκτή αγωγή της και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη:

α) το ιατρικό σύγγραμμα του Σ. Π. Μ., καθηγητή-Διευθυντή Μαιευτικής/Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το οποίο προέκυπταν όσα οι κανόνες της ιατρικής επιστήμης αναφέρουν σχετικά με την "ατονία της μήτρας" και ότι η αιμορραγία της δεν οφειλόταν σε αυτήν, β) την υπ' αριθμόν .../2009 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", γ) το εξιτήριο του άνω νοσοκομείου, δ) το από 21.05.2009 και ημερομηνία εξόδου 26.05.2009 ενημερωτικό σημείωμα του ιδίου νοσοκομείου, ε) όσα κατέθεσε ενόρκως η προταθείσα μάρτυράς της Σ.

Μ. προς απόδειξη της αγωγής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα από 18.04.2013 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, τα οποία επίσης δεν έλαβε υπόψη, εκ των οποίων αποδεικνυόταν το βάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών της ότι η αιμορραγία της και η εξ αυτής επελθούσα βλάβη της υγείας της οφειλόταν μόνο στην αδικοπρακτική (αμελή) συμπεριφορά που επέδειξε κατά την άσκηση των ιατρικών του καθηκόντων ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν εντόπισε το σημείο που αιμορραγούσε ούτε αντιμετώπισε την αιμορραγία της, και όχι σε ατονία της μήτρας όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία, όμως, και τα αποδεικνυόμενα από αυτά, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν τα συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή της κατ' ουσίαν, ενώ αν τα είχε λάβει υπόψη θα έκρινε ότι αιμορραγούσε από τον οπίσθιο κολπικό θόλο και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν προέβη σε επισκόπηση της περιοχής για την εντόπιση του σημείου που αιμορραγούσε ούτε αντιμετώπισε την αιμορραγία, καθώς η ίδια συνέχιζε να αιμορραγεί και την επόμενη ημέρα από τον τοκετό της.

Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της άνω ένορκης καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως της αναιρεσείουσας είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου συναρτάται με την ίδρυση της εκ του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας. Καθ' ο μέρος επιχειρείται θεμελίωση του λόγου αυτού επίσης στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από τη μαρτυρική αυτή κατάθεση, είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί, τους οποίους, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αφού έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και "τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του, εκτιμώμενες μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που με επίκληση νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά των οποίων μνημονεύονται παρακάτω, δίχως κάποια από αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων η από 15-3-2013 ιδιωτική γνωμοδότηση της ιατρού Σ.

Μ.", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, αλλά και τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της Ιατρικής Επιστήμης.

Άλλωστε, το Εφετείο, παρότι δεν είχε υποχρέωση ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολογήσεως ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, μνημονεύει, ειδικώς, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με ρητές μάλιστα αναφορές, την υπ' αριθμόν .../2009 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", το επικαλούμενο εξιτήριο με διάγνωση εξόδου "συρραφή ρήξεων οπίσθιου κολπικού θόλου" και το ενημερωτικό σημείωμα του αυτού νοσοκομείου (13η και 14η σελίδες), αλλά και την κατάθεση της μάρτυρας αποδείξεως Σ.

Μ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (17η σελίδα), σε συνδυασμό και με την ιδιωτική γνωμοδότηση αυτής, κάνοντας και ειδική μνεία και αντικρούοντας πλήρως τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί της κύριας αιτίας της μαζικής αιμορραγίας που αυτή εμφάνισε, για την οποία δέχθηκε πλήρως αιτιολογημένα ότι ήταν κατά κύριο λόγο η ατονία της μήτρας και η έλλειψη συσπάσεων αυτής και ότι αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη ρήξη του κόλπου και δη με τη ρήξη στον οπίσθιο κολπικό θόλο.

Επομένως, ο ίδιος ως άνω, εκ των αριθμών 8 και 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, καθ' ο μέρος προβάλλονται με αυτόν οι αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και τα αποδεικνυόμενα από αυτά συνάγεται όλως αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας και βασιμότητας των εν λόγω μέσων και, υπό την επίκλησή τους, επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και έτσι πλήττεται ανεπίτρεπτα η ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

12.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων ο πρώτος και η τέταρτη κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης εις βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί στην προκειμένη απόφαση, αφού η τελευταία, που νικά, δεν παραστάθηκε και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρα 106 και 183 του ΚΠολΔ), ούτε υποβλήθηκε σε τέτοια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 03.02.2016 αιτήσεως της Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 65/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ".

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ενιαίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ