Legislator Case Law & Legislation
2120/2017 AI generated

2120/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2120/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-10-2009 και 12-4- 2010 αντίθετες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Legislator headnote

AI generated

2120/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 2-6-2015 πρόσθετων λόγων της.

Keywords

AI generated
addition to the marital property acquisition of possession income acquisition expenses right of repossession contract for vehicle sale extraordinary marital contribution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2120 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2120/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Παναγιωτόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Κ., αμφοτέρων κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φακιδάρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-10-2009 και 12-4- 2010 αντίθετες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1415/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2569/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2015 αίτηση της και τους από 2-6-2015 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 2-6-2015 πρόσθετων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 2569/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την από 11-12-2012 έφεση της αναιρεσείουσας δέχθηκε την από 10-12-2012 έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 1415/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας επί των αντιθέτων αγωγών των διαδίκων, απέρριψε την από 12-10-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας α) περί ακυρότητας των αναφερομένων συμβάσεων πώλησης ακινήτων, λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, φερομένου ως αγοραστή αυτών και β) περί της τεκμαρτής συμβολής της στην αύξηση, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εικονικά ως άνω αποκτηθέντα ακίνητα από το δεύτερο αναιρεσίβλητο, δέχθηκε εν μέρει την από 12-4-2010 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου περί αποκλειστικής πραγματικής συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους και αναγνώρισε ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλλει νομιμοτόκως, το ποσό των 14.598€, που αποτιμήθηκε η συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (‘ αρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως διαμορφώθηκε με το ν.1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Προϋποθέσεις της αξίωσης του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι : α)η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β)η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ)η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου. Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ’ η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως (ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1029/2013).

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Η συμβολή αυτή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. (ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό;

όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας(του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ’ είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1059/2014).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 438/2007, ΑΠ 1646/2014). Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ.β’ του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ1 ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ’ απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιούσιας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε καμία πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3. (ΑΠ 566/2014, ΑΠ 1978/2014, ΑΠ 193/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Παράλληλα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών’ ) όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επιπλέον, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα, κατ’ ένσταση ή αντένσταση, ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών; από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης.( ΑΠ 1951/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ,. της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο (δεύτερο και για τους δύο), στις 27.12.1995, στην Αθήνα, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα.

Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο γάμος τους λύθηκε με την 3060/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη στις 15.10.2008. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, ο εναγόμενος είχε περιουσία και συγκεκριμένα: α) μία οριζόντια ιδιοκτησία (μεζονέτα) ήτοι το υπό στοιχείο Δ-8 διαμέρισμα του 4ου και 5ου ορόφου της επί της οδού ...

πολυκατοικίας στην Αθήνα, συνολικής επιφάνειας 135,40 τ.μ., το οποίο απέκτησε με αγορά δυνάμει του .../1994 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Ρ. που μεταγράφηκε νόμιμα και β) ένα διαμέρισμα υπό στοιχεία Ι-1 ισογείου οικοδομής που βρίσκεται στο Δήμο Μεταμόρφωσης Αττικής επί της οδού ..., επιφανείας 80,55 τ.μ., το οποίο απέκτησε δυνάμει της .../1994 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Σ.- Χ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ακίνητα αυτά στη συνέχεια, διαρκούντος του γάμου των διαδίκων εκποιήθηκαν από τον εναγόμενο και ειδικότερα: Το πρώτο δυνάμει του ...2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Σ. αντί τιμήματος 102.610,99 ευρώ και το δεύτερο δυνάμει του .../2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Ε. Α., αντί τιμήματος 26.000 ευρώ. Επομένως η αξία εκάστου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της ενάγουσας (12.10.2009) ανέρχονταν στο ποσό των 110.000 ευρώ για το πρώτο ακίνητο και στο ποσό των 30.000 ευρώ για το δεύτερο, λαμβανομένης υπόψη της αξίας εκποίησης εκάστου Επομένως, η συνολική αρχική περιουσία του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των (110.000 + 30 000) = 140.000 ευρώ.

Κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (15.10.2008) αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν κύριος των εξής ακινήτων: 1) ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 3.809 (1885 + 1924) τμ, άρτιου και οικοδομήσιμου μόνο κατά την έκταση των 1885 τμ (κατά παρέκκλιση ως υφιστάμενος αγρός προ του έτους 1960) εντός της οποίας υφίσταται ήδη από το έτος 1994 οικοδομή (διώροφη οικία) που αποτελείται από υπόγειο επιφανείας 80.11 τμ, ισόγειο-κατοικία επιφανείας 67,21 τμ και α’ όροφο-κατοικία 69,01 τμ και δυο ημιυπαίθριους χώρους.

Όλοι οι χώροι της κατοικίας (υπόγειο-ισόγειο και όροφος), επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα και αποτελούν μία ενιαία κατοικία (μεζονέτα). Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ... Αττικής, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζωνών (Α και Β) και επί της δημοσίας οδού ....

Ο εναγόμενος το απέκτησε δυνάμει των .../14.4.2005 και .../14.4.2005 συμβολαίων πώλησης αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Α. Ι. Μ. - Σ. που μεταγράφηκαν νόμιμα, αντί τιμήματος, για το μεν πρώτο τμήμα του που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο (1885 τμ) 128.651,55 ευρώ που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία και για το δεύτερο τμήμα (1924 τμ) αντί ποσού 11.005,28 ευρώ που επίσης αντιστοιχεί στην αντικειμενική του αξία.

Όπως αναγράφεται και στα αντίστοιχα συμβόλαια, το συνολικό τίμημα για κάθε επιμέρους τμήματα του ακινήτου πιστώθηκε με την υπόσχεση του αγοραστή ότι θα καταβληθεί από το προϊόν δανείου που θα λάβει από την τράπεζα .... Ο εναγόμενος - αγοραστής πράγματι έλαβε δάνειο, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση της ως άνω τράπεζας, ποσού 380.000 ευρώ προκειμένου να καλύψει το τίμημα των ως άνω ακινήτων και πέραν αυτού και τις ανάγκες της επιχείρησής του.

Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ακινήτου η αξία τσυ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 250.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων του οικοπέδου και της οικοδομής), 2) Μίας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (κατοικίας-μεζονέτας), με τα στοιχεία ... που είναι κτισμένη σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται στην περιφέρεια του ..., στη θέση ... (γνωστή και με το όνομα "..."), εντός σχεδίου, στο Ο...., επί της οδού με ....

Το οικόπεδο έχει έκταση 1.073,73 τμ και η οικοδομή που κατασκευάστηκε το έτος 2002 αποτελείται από υπόγειο επιφανείας 40,48 τμ, ισόγειο επιφανείας 27,80 τμ και α’ όροφο επιφανείας 36,92 τμ. Επιπλέον διαθέτει μία θέση στάθμευσης. Ο εναγόμενος κατέστη κύριος αυτού δυνάμει της ...14.12.2005 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Κηφισιάς ...

που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί εκπλειστηριάσματος 90.140 ευρώ με αντικειμενική αξία 84.674,35 ευρώ. Το ακίνητο αυτό σύμφωνα με την παραπάνω περιγραφή του, τη θέση του και το χρόνο κατασκευής, είχε αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 160.000 ευρώ. 3) ποσοστό ΛΑ εξ αδιαιρέτου, των 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού ακινήτου εκτάσεως 1631,85 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...

Αττικής εκτός σχεδίου πόλεως και εντός ζώνης, άρτιο και κατά παρέκκλιση οικοδομήσιμο, αντί εκπλειστηριάσματος 30.010 ευρώ και με αντικειμενική αξία 12.499.076 ευρώ, δυνάμει της .../19.7.2006 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης τριών ογδόων (3/8) εξ αδιαιρέτου αγροτικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου κατακυρώθηκε στην εναγομένη Α. Μ.. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 5/8 εξ αδιαιρέτου το απέκτησε από κοινού με την εναγομένη, με αγορά δυνάμει του .../2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Χ. που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 15.000 ευρώ. Η αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 80.000 ευρώ και το ποσοστό συγκυριότητας του εναγομένου (1/2 εξ αδιαιρέτου) στο ποσό των 40.000 ευρώ, 4) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τεσσάρων αγροτεμαχίων εκτάσεων 843,60 τμ, 562,50 τμ, 562,50 τμ και 843,75 τμ που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ..., στη θέση "..." δυνάμει της ...2007 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά.

Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί εκπλειστηριάσματος, συνολικά και για τα τέσσερα ακίνητα 198.700 ευρώ με συνολική αντικειμενική αξία 47 786,19 ευρώ. Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών κατακυρώθηκε στην ενάγουσα Α. Μ.. Η αξία τους ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2009) που δεν απέχει χρονικά από την αγορά τους στο ποσό των 200.000 ευρώ κα κατά συνέπεια η αξία του μεριδίου του εναγόμενου (1/2 εξ αδιαιρέτου) ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η συνολική αξία της περιουσίας που ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου ανέρχεται στο ποσό των (250.000 + 160.000 + 40.000 + 100.000) = 550.000 ευρώ Τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους διαδίκους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα καθώς δεν απεδείχθη περιουσία μεγαλύτερη ή μικρότερη της ανωτέρω.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος απέκτησε διάφορα ακίνητα, κυρίως μέσω πλειστηριασμών, τα οποία στη συνέχεια μεταπώλησε, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι το τίμημα από τις αγοραπωλησίες αυτές διατηρείτο στην περιουσία του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (15.10.2008) ή έστω της έναρξης της διάσπασης της εγγάμου συμβιώσεώς τους που τοποθετείται χρονικά στις αρχές Νοεμβρίου 2007.

Μετά το χρονικό αυτό σημείο και πριν την αμετάκλητη λύση του γάμου τους οι διάδικοι εκποίησαν από κοινού με το .../3.4.2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Δ. συζ. Χ. Μ., ο καθένας το ποσοστό του 50% συγκυριότητάς του επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 511 τμ με την επ’ αυτού ισόγεια οικοδομή, που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας Ωρωπού Αττικής αντί συνολικού τιμήματος 133.707,31 ευρώ, έκαστος των οποίων έλαβε ποσό του τιμήματος αντίστοιχο της μερίδας που του αναλογεί (ήτοι 1/2 έκαστος).

Το τίμημα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι διατηρείτο στην περιουσία των διαδίκων κατά τον κρίσιμο χρόνο....Στην προκειμένη περίπτωση απ’ τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις που αναφέρονται στην αγωγή και καταρτίσθηκαν μεταξύ του δεύτερου εναγομένου Α. Κ. και τρίτων προσώπων ήταν εικονικές, ότι δηλαδή δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ του ανωτέρω αγοραστή δεύτερου εναγομένου αλλά υπέρ του πρώτου εναγομένου Κ.

Κ., ώστε αυτός να είναι ο πραγματικός των ακινήτων, αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αυτά αποδεικτικά μέσα ότι οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και των τρίτων ήταν αληθινές και πραγματικές καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι όλοι οι συμβληθέντες, ήτοι αγοραστές και πωλητές γνώριζαν, ήθελαν και συμφώνησαν η σύμβαση να συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο αγοραστή (Α.

Κ.) ως συμβαλλόμενο αλλά με τον καλυπτόμενο απ’ αυτόν αληθινό (Κ. K.). Επομένως τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Περαιτέρω η ενάγουσα ως εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της προσπαθεί να βελτιώσει την αγωγή της ισχυριζόμενη ότι με αυτά δεν ζητούσε την αναγνώριση της εικονικότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών ως προς το συμβαλλόμενο πρόσωπο αλλά ως πρός την προέλευση των χρημάτων με τις οποίες αυτές πραγματοποιήθηκαν ότι δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος συμβλήθηκε με χρήματα που αποτελούσαν αποκτήματα του γάμου της με τον πρώτο εναγόμενο - εντολέα του και για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε και επομένως τα χρήματα αυτά έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για τον υπολογισμό της συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.

Οι ισχυρισμοί αυτοί της εκκαλούσας αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής και του αιτήματος της και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην κατ’ έφεση δίκη. Ειδικότερα η ενάγουσα στην σελίδα 19 της αγωγής της για να υποστηρίξει την εικονικότητα των μεταβιβάσεων αυτών αναφέρει επί λέξει: "Έτσι τα κατωτέρω μνημονευόμενα ακίνητα, τυπικώς, εικονικός, κατά το φαινόμενο δηλαδή ανήκουν στον δεύτερο εναγόμενο, ενώ στην πραγματικότητα ουσιαστικώς και σπουδαίως, ανήκουν στον πρώτο των εναγομένων".

Και συνεχίζει στη σελίδα 28 της αγωγής "...ο δεύτερος εναγόμενος φέρεται ως καταστάς κύριος των προαναφερθέντων υπό στοιχεία … ακινήτων που περιγράφονται εκεί υπό τα στοιχεία 1 έως 11 πάσχουν από εικονικότητα, περί το πρόσωπο του αληθούς κυρίου" και παρακάτω στην ίδια σελίδα "Ο πρώτος εναγόμενος ενεργών από κοινού με τον δεύτερο των εναγομένων, προήλθαν στη μεθόδευση της απευθείας στο πρόσωπο του δευτέρου των εναγομένων κτήσεως των παραπάνω ακινήτων.....

μεταβιβάσεις των παραπάνω ακινήτων... δεν εγένετο σπουδαίως, αλλά έλαβαν χώρα κατά το φαινόμενο και μόνο ως προς το πρόσωπο του αγοραστή που αποκτά τα προαναφερθέντα ακίνητα, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί με υψηλές φορολογικές υποχρεώσεις από την κυριότητα των πλείστων όσων ακινήτων ο πρώτος εναγόμενος" και "...πάσχουν από εικονικότητα κατά το πρόσωπο του αποκτώντος τα ως άνω ακίνητα αγοραστή, αφού στην πραγματικότητα αγοραστής αυτών ήτο ο πρώτος των εναγομένων και όχι ο εμφανιζόμενος ως τοιούτος, κατά φαινόμενο, δεύτερος των εναγομένων".

Στο αιτητικό δε ζητεί "Να αναγνωριστεί η μερική ακύροτης των ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιοπραξιών που μνημονεύονται αναλυτικώς και περιγράφονται λεπτομερώς στην υπό κρίση αγωγή μου υπό στοιχεία ..., κατά το πρόσωπο του αποκτώντος τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία.....και να αναγνωριστεί περαιτέρω, ενόψει της ως άνω μερικής ακυρότητας, ότι αληθής κύριος των ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται λεπτομερώς στην υπό κρίση αγωγή μου υπό στοιχεία ...

είναι ο πρώτος των εναγομένων" Από όλα τα παραπάνω δεν μένει η παραμικρή αμφιβολία περί του αιτήματος της αγωγής, ότι αφορά εικονικότητα περί το πρόσωπο του αποκτώντος και σε καμμία περίπτωση περί της προέλευσης των χρημάτων για την διενέργεια των παραπάνω συμβάσεων. Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτό και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την έφεση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Εξάλλου όπως προκύπτει από σχετικές βεβαιώσεις του ΟΠΑΠ που προσκομίζονται ο δεύτερος εναγόμενος είχε εισοδήματα από κέρδη από το "..." από το έτος 2001 ποσού 11.738.125 δραχμών μέχρι τον Μάιο του 2001, 88.351,33 ευρώ και 52.916,97 ευρώ μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001 και 148.820,10 ευρώ το έτος 2002. Όπως προαναφέρθηκε η συνολική αξία της περιουσίας του ενάγοντος κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 570.000 ευρώ, από τα οποία πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της αρχικής περιουσίας του (570.000 - 140.000) = 430.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος - ενάγων όπως και ο ίδιος ισχυρίζεται στην αγωγή του και δεν αμφισβητείται, τόσο για τις ανάγκες της επιχείρησής του όσο και για την αγορά του προαναφερθέντος ακινήτου στο Καπανδρίτι έλαβε δάνειο από την τράπεζα ... (βλ. την σχετική βεβαίωση) ποσού 380.000 ευρώ από το οποίο το άληκτο κεφάλαιο, στις 15.12.2008 ανέρχονταν στο ποσό των 339.020 ευρώ.

Πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, έγγραφο ή βεβαίωση της πιστώτριας τράπεζας προέκυψε ποιο ποσό από τα 339.020 ευρώ αφορά άληκτο κεφάλαιο του δανείου για τις επιχειρήσεις του εναγομένου και ποιο αφορά κεφάλαιο δανείου για την απόκτηση του ως άνω ακινήτου που αποτελεί επίδικο ακίνητο για την ένδικη διαφορά.

Κατόπιν τούτων επειδή το παθητικό της περιουσίας του εναγομένου δεν προέκυψε με σαφήνεια και βεβαιότητα δεν μπορεί να αφαιρεθεί από την παραπάνω τελική περιουσία του αξίας 430.000 ευρώ κανένα ποσό και επομένως η τελική περιουσία του εναγομένου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 430.000 ευρώ.

Την περιουσία αυτή απέκτησε ο τελευταίος από την εκμετάλλευση επιχείρησης ΤΑΞΙ που διατηρούσε στην Αθήνα, αρχικά επί της οδού ... και στη συνέχεια στην οδό ..., όπου διατηρούσε δύο επιχειρήσεις, τα μηνιαία εισοδήματά του από τις οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 8.000 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα και μη αμφισβητούμενα στην αγωγή, Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια συνέβαλε τουλάχιστον κατά το 1/3 στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου τόσο με την προσωπική εργασία της στην οικία τους καθημερινά με την φροντίδα και την περιποίηση της οικογένειας όσο και με την παροχή των υπηρεσιών της στην επιχείρησή του καθημερινά επί 7ωρο για το χρονικό διάστημα 1995 έως 2005.

Απεδείχθη όμως απ’ τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι η ενάγουσα επισκεπτόταν περιστασιακά την επιχείρηση του εναγομένου και μόνο για να λάβει χρήματα για αγορές δικές της και της κόρης της από τον πρώτο της γάμο και ότι δεν εργάστηκε στην επιχείρηση, καθώς και ότι για την φροντίδα της οικίας συνεπικουρείτο από βοηθητικό προσωπικό που είχε αναλάβει όλες τις οικιακές εργασίες, χωρίς τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά να αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας (συγγενών και φίλων της).

Άλλωστε είναι γεγονός ότι ο εναγόμενος απασχολούσε περί τους τρεις υπαλλήλους στην επιχείρησή του οι οποίοι, κατά τα γενικώς κρατούντα στις συναλλαγές και τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν υπεραρκετοί για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησής του. Η ενάγουσα προ του γάμου των διαδίκων είχε στην κυριότητά της ένα επιβατικό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως (ΤΑΞΙ), το οποίο πούλησε το έτος 1994 και με τα χρήματα που εισέπραξε αγόρασε μια σχολή χορού η οποία λειτούργησε από το έτος 1994 έως και το έτος 1995, οπότε έκλεισε.

Κατά τα δύο έτη λειτουργίας της η ενάγουσα φέρεται να είχε έσοδα για το οικονομικό έτος 1995 (χρήση 1994) ποσού 3.859.197 δραχμών και για το οικονομικό έτος 1996 (χρήση 1995) ποσού 3.629.764 δραχμών, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεών της που η ίδια προσκομίζει. Επιπλέον για το προηγούμενο οικονομικό έτος 1994 (χρήση 1993) δήλωσε εισοδήματα από την επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτοκινήτων ποσού 2.200.000 δραχμών.

Όλα τα παραπάνω αφορούν εισοδήματα που απέκτησε η ενάγουσα προ του γάμου των διαδίκων. Ο ισχυρισμός της ότι εργαζόταν στην επιχείρηση του εναγομένου και προ του γάμου τους (27.12.1995), ώστε είχε εισοδήματα, δεν απεδείχθη καθώς σε καμία από τις παραπάνω φορολογικές δηλώσεις της δεν δηλώνει εισοδήματα από τέτοια εργασία, Η επιχείρηση σχολής χορού έκλεισε με έξοδα καθώς στο αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το οικονομικό έτος 1996 (χρήση 1995) φέρεται να δηλώνει στον κωδικό (425) ακαθάριστα έσοδα από την ατομική επιχείρηση της σχολής χορού ποσού 7.863.445 δραχμών και στον κωδικό (413) ζημιά του ίδιου οικονομικού έτους από την ίδια ατομική επιχείρηση ποσού 6.705.742 δραχμών.

Επομένως δεν αποδεικνύονται εισοδήματα από τη λειτουργία της σχολής, τα οποία να εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά το γάμο των διαδίκων και με τα οποία να συνέβαλε η ενάγουσα στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκειά του. Εξάλλου δεν απεδείχθη ότι η ενάγουσα μετά το γάμο των διαδίκων συνέχισε να εκμεταλλεύεται αυτοκίνητα ΤΑΞΙ η να έχει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, καθόσον μετά την τέλεσή του η τελευταία δεν υπέβαλε ποτέ φορολογική δήλωση, ούτε προσκομίζει αντίγραφο τέτοιας δήλωσης.

Επίσης ο ισχυρισμός της ότι από την πώληση της σχολής χορού το έτος 1995, έλαβε τίμημα ποσού 14.500.000 δραχμών το οποίο έδωσε στον εναγόμενο και κατά το ποσό αυτό συνέβαλε στα αποκτήματά του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεν απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Όπως επίσης δεν απεδείχθη ότι η τελευταία παρέδωσε το τίμημα από την αγοραπωλησία του διαμερίσματος της που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ...

στον πρώτο εναγόμενο, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ούτε ότι εκποίησε τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά της σε δυο αυτοκίνητα ΤΑΞΙ αντί συνολικού τιμήματος 180.000 ευρώ και ότι το ποσό αυτό παρέδωσε στον εναγόμενο. Απεδείχθη περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε ότι n ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων παρείχε στον συζυγικό οίκο τις συνήθεις υπηρεσίες για τη φροντίδα και περιποίηση της οικογένειας, συνεπικουρουμενη από οικιακές βοηθούς, ενώ καθόλη τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο διέμενε σε οικία ιδιοκτησίας του εναγομένου, αρχικά στο διαμέρισμα της οδού ...

και στη συνέχεια στην μεζονέτα του ..., μαζί με την κόρη της από τον πρώτο γάμο της, περιστασιακά δε διέμενε μαζί τους και ο δεύτερος εναγόμενος, γιός του εναγομένου από τον πρώτο γάμο του. Οι δαπάνες διαβίωσής τους καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από τα εισοδήματα του εναγομένου, ο οποίος φρόντισε και την κόρη της ενάγουσας, συνέδραμε αποκλειστικά, όπως αποδείχθηκε, στις δαπάνες των σπουδών και της διαβίωσής της στα ΤΕΙ Λογιστικής Ευβοίας όπου φοιτούσε, κατά τακτά χρονικά διαστήματα της αγόρασε και τρία διαφορετικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης για τις ανάγκες της και γενικά της παρείχε την οικονομική και συναισθηματική του στήριξη καθόλη τη διάρκεια του γάμου του με την μητέρα της...Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η μοναδικό συμβολή της ενάγουσας κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου των διαδίκων ήταν η παροχή των προαναφερομένων υπηρεσιών στη συζυγική οικία, η οποία όμως συμβολή δεν υπερβαίνει το μέτρο των επιβαλλόμενων κατ’ άρθρ.1389 και 1390 ΑΚ υποχρεώσεων της για συνεισφορά στον οικογενειακό βίο και επομένως οι υπηρεσίες της αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμβολή της (όπως απαιτεί το άρθρ. 1400 ΑΚ) στα περιουσιακά αποκτήματα του εναγομένου, των οποίων μοναδική πηγή ήταν τα εισοδήματα του από την επαγγελματική του απασχόληση και την αγορά και μεταπώληση ακίνητων.

Κατόπιν αυτών και επειδή απεδείχθη η μηδενική συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την καταλυτική της αγωγής, ένσταση αυτού περί μηδενικής συμβολής της και απέρριψε, την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, όσον αφορά την αγωγή του Κ.

Κ. ως ενάγοντος, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εναγομένη Α. Μ. κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων (27.12.1995), όπως προαναφέρθηκε ήταν κυρία ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., χωρίς να αποδεικνύεται αν ήταν κυρία και ενός αυτοκινήτου ΤΑΞΙ με την άδεια του, όπως η ίδια ισχυρίζεται και ποια ήταν η αξία του.

Το ως άνω ακίνητο εκποίησε η εναγομένη το έτος 2005 αντί τιμήματος 80.000 ευρώ, που αποτελεί και την αξία του κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής (12.4.2010) καθόσον από την εκποίηση του δεν διέδραμε ικανό χρονικό διάστημα ώστε να μεταβληθεί η αξία του ακινήτου αυτού. Κατά το χρόνο λύσης του γάμου των διαδίκων η εναγομένη ήταν κυρία των εξής ακινήτων: 1) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου επιφανείας 1739,40 τμ που βρίσκεται εκτός οικισμού του Δήμου ...

Αττικής, στη θέση "..., αξίας το οποίο απέκτησε αφενός δυνάμει της .../2006 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου με τον ενάγοντα και αφετέρου κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου με τον ενάγοντα δυνάμει του .../2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Χ., όλων μεταγραφέντων, συνολικής αξίας κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων (15.10.2008) 80.000 ευρώ, του δε μεριδίου της εναγομένης αξίας 40.000 ευρώ, 2) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τον ενάγοντα τεσσάρων (4) αγροτεμαχίων εκτάσεως 843,60 τμ, 562,50 τμ, 562,50 τμ, και 843,75 τμ που βρίσκονται στη θέση "..." κτηματικής περιφέρειας Παλλήνης Αττικής, τα οποία απέκτησε δυνάμει της ...2007 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά.

Σ.-Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αξία των ακινήτων αυτών κατά τον παραπάνω χρόνο (15.10.2008) ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε στη θέση των ακινήτων του ενάγοντος και επομένως η αξία του μεριδίου της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ. Τα τελευταία αυτά ακίνητα η εναγομένη εκποίησε μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων δυνάμει του .../2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ.

Β. που μεταγράφηκε νόμιμα. Πλην όμως επειδή η εκποίηση αυτή έγινε μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, θα υπολογιστεί στην περιουσία της ως απόκτημα του γάμου. Επομένως η τελική περιουσία της εναγομένης κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανέρχεται στο ποσό των (40.000 + 100.000) = 140.000 ευρώ. Από τα ποσό αυτό θα αφαιρεθεί η αρχική περιουσία της των 60.000 ευρώ καθώς και το παθητικό των 1.206,58 ευρώ που αντιπροσωπεύει τα χρέη της εναγομένης, ποσού 411.300 δραχμών από την λειτουργία της σχολής χορού για το έτος 1995, ώστε η καθαρή τελική περιουσία της να ανέρχεται στο ποσό των [140.000 - (80.000+1.206,58)] = 58.793,42 ευρώ.

Πέραν αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η εναγομένη, όπως και ο ενάγων όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε την κυριότητα διαφόρων ακινήτων, τα οποία εκποίησε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, χωρίς όμως να αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι το τίμημα των αγοραπωλησιών αυτών εξακολουθεί να υπάρχει στην περιουσία της εναγομένης και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου.

Επομένως τα ποσά αυτά δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στην περιουσία της εναγομένης ως αποκτήματα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δαπάνησε για λογαριασμό της εναγομένης στο ΤΣΑ, για το χρονικό διάστημα 1999-2006 καταβάλλοντος τις εισφορές της για ασφάλιση και συνταξιοδότηση, το συνολικό ποσό των 19.385,25 ευρώ, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον δεν απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Επιπλέον ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην εναγομένη το ποσό των 36.300 ευρώ με κατάθεση στο λογαριασμό της στην τράπεζα ... στις 16.2.2007. Από το προσκομιζόμενο αντίγραφο κατάθεσης στην τράπεζα, προκύπτει ότι η κατάθεση αυτή έγινε πράγματι στον λογαριασμό της εναγομένης. Πλην όμως δεν απεδείχθη ότι πρόκειται για δάνειο καθόσον οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους δοσοληψίες λόγω της συγκυριότητάς τους επί των προαναφερομένων ακινήτων και της εκποίησης μέρους αυτών.

Για την απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης ο ενάγων συνέβαλε τουλάχιστον κατά ποσοστό 1/3 καθόσον όπως αποδείχθηκε είχε εισοδήματα πολλαπλάσια της τελευταίας, όπως και η ίδια συνομολογεί με την αγωγή της αναφερόμενη στην οικονομική του ευμάρεια. Τα εισοδήματά του, όπως προαναφέρθηκε, προέρχονταν τόσο από την επιχείρηση του εκμετάλλευσης επιβατικών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως (ΤΑΞΙ), όσο και από κέρδη που αναλογούν σε "...", τα οποία εισέπραξε από την ...

και ανέρχονται για το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαΐου 2001 στο ποσό των 13.855.440 δραχμών και Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2000 στο ποσό των 184.735 δραχμών (βλ. βεβαίωση ... της ...). Επίσης εισέπραξε για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Ιουνίου 2002 το ποσό των 149.303,25 ευρώ που αναλογεί σε δελτία "..." (βλ. την ... βεβαίωση της ...).

Επιπλέον όπως προαναφέρθηκε είχε αναλάβει το σύνολο των οικογενειακών δαπανών, καθώς δεν απεδείχθησαν εισοδήματα από την πλευρά της εναγομένης, καθόλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους κατοικούσαν σε ιδιόκτητο ακίνητο του ενάγοντος, ο ίδιος φρόντισε οικονομικά και ανέλαβε τις δαπάνες σπουδών και διαβίωσης της κόρης της εναγομένης από τον πρώτο της γάμο και αποκόμιζε επιπλέον εισοδήματα, το ακριβές ποσό των οποίων δεν αποδείχθηκε, από αγοραπωλησίες ακινήτων που αποκτούσε σε πλειστηριασμούς.

Κατά συνέπεια απεδείχθη ότι η συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση της περιουσίας της εναγομένης υπερέβαινε το μέτρο της συμβολής στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΚ 1389, 1390) τουλάχιστον κατά το προαναφερόμενο ποσοστό του 1/3, ήτοι κατά το ποσό των (58.793,42 ευρώ Χ 1/3) = 14.598 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και την αγωγή του ενάγοντος Κ.

Κ., έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει δεκτής γενομένης της εφέσεως αυτού και απορριπτόμενης της αντιθέτου εφέσεως της Π. Μ., να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί στην ουσία της και στη συνέχεια να απορριφθεί η από 12.10.2009 αγωγή της Π.

Μ., γίνει δεκτή εν μέρει κατ’ ουσίαν η από 12.4.2009 αγωγή του Κ. Μ. και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.598 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε τη συνεκδικασθείσα έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει διαφορετικά, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας επί των αντιθέτων αγωγών των διαδίκων απέρριψε την από 12-10-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας των αναφερομένων συμβάσεων πώλησης ακινήτων, λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, φερομένου ως αγοραστή τους και περί συμβολής της στην αύξηση, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3, δεχόμενο την ένσταση αυτού περί μηδενικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του και δέχθηκε εν μέρει την από 12-4-2010 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίζοντας ότι αυτός συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3, το οποίο υπολόγισε στο ποσό 14.598€, αφού απέρριψε εκ των πραγμάτων την ένσταση της αναιρεσείουσας περί μηδενικής συμβολής του στην επελθούσα, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αύξηση της περιουσίας της.

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή. Εφόσον σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, η αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσείουσα, προήλθε αποκλειστικά από τα δικά του εισοδήματα, χωρίς οποιαδήποτε συμβολή της τελευταίας (αναιρεσείουσας), είτε από κεφάλαια, είτε από παροχή υπηρεσιών στις επιχειρήσεις του ή στο συζυγικό οίκο, δεδομένου ότι, όπως δέχτηκε, δεν αποδείχτηκε ότι παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο το τίμημα από την πώληση του διαμερίσματός της, ούτε ότι είχε άλλα κεφάλαια, τα οποία παρέδωσε σ’ αυτόν, ούτε ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της στην επιχείρησή του και περαιτέρω, ότι η συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες δεν υπερέβαινε το μέτρο, που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, εφόσον αυτή περιοριζόταν μόνο στις συνήθεις υπηρεσίες για τη φροντίδα και περιποίηση της οικογένειας στη συζυγική οικία, συνεπικουρούμενη από οικιακές βοηθούς, που είχαν αναλάβει όλες τις οικιακές εργασίες, με δαπάνες του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παράλληλα είχε αναλάβει το σύνολο των οικογενειακών δαπανών, καθώς και των εξόδων διαβίωσης και σπουδών της κόρης της αναιρεσείουσας από τον πρώτο γάμο της, που διέμενε στη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, στη συζυγική οικία τους, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Υπό τα ανωτέρω δε πραγματικά δεδομένα της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνη η παραδοχή της ότι "περιστασιακά διέμενε μαζί τους και ο υιός του εναγομένου από τον πρώτο γάμο του" εν συνεπάγεται συνεισφορά της αναιρεσείουσας υπερβαίνουσα τις νόμιμες υποχρεώσεις της για συμμετοχή της στις οικογενειακές ανάγκες κατά το μέτρο, που επιβάλλουν οι παραπάνω διατάξεις, ώστε να είναι αναγκαίος ο κατ’ είδος και αξία προσδιορισμός της, στον οποίο, άλλωστε, ούτε η αναιρεσείουσα προβαίνει, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε σχέση προς τη μη συμβολή της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με την παροχή υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

Δεν υφίσταται δε αντίφαση της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "όλες τις οικιακές εργασίες είχε αναλάβει βοηθητικό προσωπικό", προς εκείνη "ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων παρείχε στο συζυγικό οίκο τις συνήθεις υπηρεσίες για τη φροντίδα και την περιποίηση της οικογένειας, συνεπικουρούμενη από οικιακές βοηθούς..." και εκείνη "ότι η μοναδική συμβολή της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου των διαδίκων, ήταν η παροχή των προαναφερομένων υπηρεσιών στη συζυγική οικία, η οποία όμως συμβολή δεν υπερβαίνει το μέτρο των επιβαλλομένων κατ’ άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρεώσεών της για συνεισφορά στον οικογενειακό βίο και επομένως οι υπηρεσίες της αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμβολή της...στα περιουσιακά αποκτήματα του εναγομένου...", καθόσον από τις συνδυασμένες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια συνάγεται, ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στις οικογενειακές ανάγκες συνίστατο απλώς στην επίβλεψή της για τη λειτουργία και συντήρηση του κοινού οίκου, ενώ οι οικιακές βοηθοί αναλάμβαναν όλες τις οικιακές εργασίες, όπως καθαριότητα της οικίας, προετοιμασία φαγητού, επιμέλεια των ειδών ένδυσης κλπ.

Ούτε, εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, απαιτείτο να καθορισθούν οι οικογενειακές ανάγκες, το μέτρο της υποχρέωσης συνεισφοράς σ’ αυτές των διαδίκων πρώην συζύγων και να αποτιμηθούν οι υπηρεσίες που παρείχε η αναιρεσείουσα για τη λειτουργία του κοινού οίκου, ώστε να κριθεί, εάν και σε ποιο εύρος αυτές επιβάλλονταν από την υποχρέωση συνεισφοράς της, δοθέντος ότι το Εφετείο δεν υπολόγισε αυτές ως συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεχόμενο ότι δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ μέτρο συνεισφοράς της για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επιπλέον η αναιρεσείουσα με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφάσεις στις αιτιολογίες της, διότι, ενώ το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της για συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη εισοδημάτων της, παράλληλα δέχθηκε την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της, με την αιτιολογία "...για την απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης ο ενάγων συνέβαλε τουλάχιστον κατά ποσοστό 1/3, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, είχε εισοδήματα πολλαπλάσια της τελευταίας...", από την οποία συνάγεται ότι δέχεται την ύπαρξη εισοδημάτων της.

Ο λόγος αυτός, αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ομοίως αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αφορούν σε διαφορετικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης, απόφασης, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την παραδεκτή επισκόπησή της, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντίφαση, δεδομένου ότι το Εφετείο, δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, επειδή δεν συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως στερούμενης παντελώς εισοδημάτων δηλαδή επειδή δεν μπόρεσε εκ των πραγμάτων να συμβάλλει στην αύξησή της, αλλά διότι, μετά την απόρριψη των επικαλουμένων τρόπων συμβολής της σε αυτή, κατά της παραδοχές του, η αναιρεσείουσα το κεφάλαιο, που είχε από την πώληση του διαμερίσματος της στην Αθήνα δεν το παρέδωσε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως υποστήριζε με την αγωγή της, δεχόμενο έτσι ότι είχε κεφάλαιο προς διάθεση, αλλά εφόσον δεν το παρέδωσε σ’ αυτόν, δεν ήθελε να συμβάλλει στην αύξηση της περιουσίας του, όπως προέβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατ’ ένσταση, με αποτέλεσμα η αιτιολογία αυτή να μην αντιφάσκει προς την αιτιολογία, κατά την παραδοχή της αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου για τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) είχε τη δυνατότητα να συμβάλλει και συνέβαλε ως έχων πολλαπλάσια εισοδήματα από εκείνη (αναιρεσείουσα), σε απόρριψη του αντίστοιχου ισχυρισμού της τελευταίας περί μηδενικής συμβολής του, δεχόμενο έτσι ότι και αυτή είχε εισοδήματα εννοώντας κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης το συγκεκριμένο κεφάλαιο από την πώληση του προαναφερομένου ακινήτου της.

Παράλληλα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η τελική περιουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, ανερχόταν στο ποσό των 550.000€, ενώ σε άλλο σημείο, προφανώς από παραδρομή, δέχεται ότι η ίδια περιουσία ανέρχεται στο ποσό των 570.000€, αποτελεί μεν αντίφαση, πλήν όμως αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας περί συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στα στοιχεία της οποίας αναφέρεται η άνω αξία της τελικής περιουσίας του, απερρίφθηκε πρωτοδίκως και από το Εφετείο με την αιτιολογία ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας ήταν μηδενική, χωρίς κατά της παραδοχής της αυτής να ευδοκιμήσει ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Τέλος, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι επήλθε αύξηση στην περιουσία της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, την οποία προσδιόρισε, μετά την αφαίρεση της αρχικής της περιουσίας και του παθητικού της, στο ποσό των 58.793,42€, με τη συμβολή του τελευταίου σ’ αυτή, όχι στην αιτούμενη με την αγωγή του πραγματική μεγαλύτερη συμβολή του, αλλά ίση με το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3, αποτιμώντας αυτή στο ποσό των 14.598€, αφού, κατά τις παραδοχές του, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι αυτός δεν είχε καμία συμβολή δεχόμενο ειδικότερα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέβαλε με το παραπάνω ποσοστό στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας, διότι μπορούσε και ήθελε, ως έχων πολλαπλάσια εισοδήματα από την αναιρεσείουσα, προερχόμενα από την επιχείρησή του, κέρδη από παίγνια και αγοραπωλησίες ακινήτων, ανερχόμενα οπωσδήποτε στο παραπάνω ύψος, με το οποίο δέχτηκε ότι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 ΑΚ, καταλήγοντας στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες.

Τούτο δε διότι η διάθεση χρηματικού κεφαλαίου για την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, δεν εμπίπτει στο πραγματικό των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ και με την έννοια αυτή, δεν περιλαμβάνεται στις οικογενειακές ανάγκες και την επιβαλλομένη υποχρέωση από κοινού συνεισφοράς στην αντιμετώπισή τους (ΑΠ 336/2010).

Οι περαιτέρω δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος-συνέβαλε με το παραπάνω ποσοστό στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας και με τη συμμετοχή του στις ανάγκες της οικογένειας, οι οποίες υπερέβαιναν το προσδιοριζόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 1389 , 1390 ΑΚ μέτρο, ως εκ περισσού διατυπωθείσες, δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της ως άνω κρίσης του Εφετείου, δεδομένου ότι και ο ίδιος στην αγωγή του προέβαλε ως τρόπο συμβολής του την παροχή κεφαλαίου από τα εισοδήματά του και μόνο.

Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για τις τελευταίες αυτές παραδοχές, είναι αβάσιμος, καθόσον οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες είναι αλυσιτελείς, διότι ανάγονται σε παραδοχές που διατυπώθηκαν ως εκ περισσού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11, περ.γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 12/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ,ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μονό από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072- 3/2005, ΑΠ 798/201 0), Έτοιμο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μονό από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1 573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ήταν μηδενική, ενώ αντίθετα η συμβολή του τελευταίου στην αύξηση της δικής της περιουσίας ανέρχεται σε ποσοστό 1/3, δεν έλαβε υπόψη τις υπ’ αριθ. .../2011 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Κ., τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τις οποίες προέκυπτε ότι αυτή συνέβαλε στην απόκτηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου με κεφάλαια αλλά και με παροχή υπηρεσιών και επιπλέον ότι απέκτησε τα δικά της περιουσιακά στοιχεία αποκλειστικά με δικά της χρήματα.

Από τη ρητή όμως βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη οι άνω ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής (απόφασης), το οποίο αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο τις έλαβε υπόψη, αλλά κατέληξε σε αντίθετο προς αυτές αποδεικτικό πόρισμα, αφού τις συνεκτίμησε ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους.

Επομένως ο παραπάνω πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 138 του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά όμως δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της, κατά δε το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (Α.Π. 437/2001, Α.Π. 1162/2000, Α.Π. 874/1996). Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύσουν οι συμβάσεις αυτές όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του εμφανιζόμενου ως αγοραστή και του προσώπου που καλύπτεται από τον τελευταίο (πραγματικού αγοραστή) ότι οι πιο πάνω συμβάσεις καταρτίζονται, όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι αληθινός αγοραστής (ΑΠ 1063/2014, ΑΠ 483/2005).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η δε έλλειψη και ενός από τα στοιχεία αυτά καθιστά άκυρη την πώληση. Το τίμημα, ήτοι η αντιπαροχή που οφείλεται από τον αγοραστή για την παροχή του πράγματος ή του δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή η περί αυτού συμφωνία να είναι ειλικρινής και σπουδαία, διότι ναι μεν η μη καταβολή του δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως, αφού η ενοχή προς καταβολή του μπορεί να αφεθεί ή κατ’ άλλο τρόπο να αποσβεσθεί, εάν όμως η συμφωνία που το αφορά έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υπάρχει εικονικότης κατά την έννοια του άρθρου 138 § 1 ΑΚ, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της υποσχετικής συμβάσεως της πωλήσεως, κατ’ επέκταση δε και της εμπράγματης μεταβιβαστικής της κυριότητος του πωληθέντος πράγματος τοιαύτης, εάν αφορά ακίνητο, αφού αυτή κατ’ άρθρο 1033 ΑΚ είναι αιτιώδης (ΑΠ 1169/2003, ΑΠ 1517/2009).

Συνακόλουθα, η σύμβαση πώλησης δεν είναι, χωρίς άλλο, εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από μόνο το γεγονός ότι το τίμημα για την αγορά στην πραγματικότητα κατέβαλε τρίτος και όχι ο εμφανιζόμενος στη σχετική σύμβαση ως αγοραστής. Απλώς, το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τρίτον και όχι από τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή.

Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση πώλησης ακινήτου αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή και ισχύει για τον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων αληθινό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 70 Κ.Πολ.Δ.

και 180 ΑΚ (ΑΠ 1514/2013, ΑΠ 483/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο οι αναφερόμενες στην αγωγή δικαιοπραξίες περί πώλησης ακινήτων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και τρίτων προσώπων, είναι εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, υπό την έννοια ότι τα ακίνητα αυτά εικονικός και κατά το φαινόμενο μόνον φέρεται ότι αγοράστηκαν στο πρόσωπο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ενώ στην πραγματικότητα ανήκουν στον πρώτο αναιρεσίβλητο, πράγμα που γνώριζαν όλοι οι συμβαλλόμενοι, ότι εξ αυτού του λόγου οι δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρες και τα ακίνητα αυτά ανήκουν στην περιουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που περιλαμβάνονται στην περιουσία του, που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, στην οποία συνέβαλε και αυτή κατά ποσοστό 1/3.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο με την αιτιολογία "ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις που αναφέρονται στην αγωγή και καταρτίσθηκαν μεταξύ του δεύτερου εναγομένου Α. Κ. και τρίτων προσώπων ήταν εικονικές, ότι δηλαδή δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ του ανωτέρω αγοραστή δεύτερου εναγομένου αλλά υπέρ του πρώτου εναγομένου Κ.

Κ., ώστε αυτός να είναι ο πραγματικός κύριος των ακινήτων, αντίθετα αποδείχθηκε......ότι οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ του δευτέρου εναγομένου και των τρίτων ήταν αληθινές και πραγματικές καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι όλοι οι συμβληθέντες, ήτοι αγοραστές και πωλητές γνώριζαν, ήθελαν και συμφώνησαν η σύμβαση να συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο αγοραστή (Α.

Κ.) ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ’ αυτόν αληθινό (Κ. Κ.).....Εξάλλου όπως προκύπτει από σχετικές βεβαιώσεις του ΟΠΑΠ που προσκομίζονται ο δεύτερος εναγόμενος είχε εισοδήματα από κέρδη από το "..." από το έτος 2001 ποσού 11.738.125 δραχμών μέχρι τον Μάιο του 2001, 88.351,33 ευρώ και 52.916.97 ευρώ μέχρι τον Δεκέμβριο του 2001 και 148.820,10 ευρώ το έτος 2002.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις είναι έγκυρες και έτσι απέρριψε την πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης προβληθείσα εικονικότητα αυτών. Κρίνοντας έτσι και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή κακή εφαρμογή και επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την έφεσή της ισχυρισμό, ότι η εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του πραγματικά συμβληθέντος ως αγοραστή των άνω δικαιοπραξιών ενισχύεται από το γεγονός ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε τίμημα, αλλά τούτο καταβλήθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού δέχτηκε ότι με τον ισχυρισμό αυτό επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και του αιτήματος της.

Ο λόγος αυτός, που κατά την αληθή νοηματική του έννοια αποτελεί αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ.14, εφόσον παραπονείται για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού της αυτού και ανεξαρτήτως της ορθότητας της αιτιολογίας απόρριψης του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι το Εφετείο, για τη στήριξη του άνω αποδεικτικού του πορίσματος δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε γνώση, θέληση και συμφωνία όλων των εμπλεκομένων ότι οι άνω συμβάσεις είναι εικονικές.

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον τα προβαλλόμενα με το λόγο αυτό συνιστούν όχι ουσιώδη και αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά επιχείρημα, που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για τη στήριξη του περί της εικονικότητας του προσώπου του αληθινού αγοραστή ουσιώδη και αυτοτελή ισχυρισμού της, τον οποίο το Εφετείο, κατά τα παραπάνω, έλαβε υπόψη και τον απέρριψε.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους της αίτησης και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ....2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/2/2015 αίτηση της Π. Μ. και τους από 2-6-2015 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2569/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ