Legislator Case Law & Legislation
2120/2014 AI generated

2120/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2120/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/10/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2120/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδίου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το αρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2120 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2120/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/10/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι το από τις διατάξεις του ν. 653/1997 (αρθρ. 1 παρ. 1 και 3) προβλεπόμενο, τεκμήριο ωφελείας των παροδίων ιδιοκτητών, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα " Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται, μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή... (παρ. 3)... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης... (παρ. 6)..." Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδάφ.

α' του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι, η ισχύς των διατάξεων τού ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (19-12-2001) και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις, που, κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδίου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το αρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ...".

Καταλαμβάνονται επίσης, αναδρομικά, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.

ΑΠ 6/2007). Αντίθετα, το άρθρο 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του" άρθρου 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλομένης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ ΑΠ 10 και 11/2004).

Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμιση της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του αρθρ. 37 εδάφ.

α' του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρύθμισες του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν-ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται, έτσι, τόσο το συμφέρον του υποχρέου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή, χωρίς άλλο, η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ.

α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί, στην περίπτωση αυτή, άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφελείας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσης του.

Συνεπώς, οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ ΑΠ 7/2013, 12/2011). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08). Με τον παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης δικαιωμάτων, ενδίκων μέσων (ΑΠ 973/14, ΑΠ 371/08) καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ 2091/86).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθιμένου, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, την κατ' αυτού (από 12.6.06) αγωγή του αναιρεσιβλήτου με την οποία ο τελευταίος ζήτησε την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας για το, εκτός της απαλλοτρίωσης, που είχε συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν.2971/2001, εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας του [ Επιφάνειας 566,71 τ.μ ] και την καταψήφισή του στην καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης υπολογιζόμενης στο ανά τ.μ ισόποσο της, δυνάμει της 143/2003 απόφασης του Εφετείου Πατρών καθορισθείσας για το απαλλοτριωμένο τμήμα του ακινήτου του οριστικής τιμής μονάδας, δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλομένη αιτίαση) την εμπρόθεσμη άσκησή της παρά την πάροδο της οριζομένης σχετικώς από την διάταξη του άρθρου 37 ν. 2971/2001 της δίμηνης, από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001 (19-12-2001), ανατρεπτικής προθεσμίας.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού κατά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η οριζομένη στη διάταξη του άρθρου 37 ν. 2971/2001, δίμηνη, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, (19.12.2001) ανατρεπτική προθεσμία, [ εντός της οποίας έπρεπε κατά την προσβαλλόμενη αιτίαση να ασκηθεί η ένδικη αίτηση] δεν καταλαμβάνει και τις απαλλοτριώσεις οι οποίες είχαν ήδη συντελεστεί πριν από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση κατά την οποία, και καθ' ομολογία του αναιρεσείοντος, η ένδικη απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί πριν από την κατά την ως άνω ημεροχρονολογία έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001 και ειδικότερα την 21.12.2000 ότε και έλαβε χώρα η παρακατάθεση της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης (βλ. 5816/21.12.00 γραμ.

ΤΠΔ), με αποτέλεσμα η σχετική περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας (ένδικη) αγωγή να μην υπόκειται στον επικαλούμενο από το αναιρεσείον χρονικό περιορισμό του άρθρου 37 ν. 2971/2001. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 653/1997, 33 παρ. 1 και 37 ν. 2971/2001 προκύπτει ότι, η αγωγή του παροδίου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ' αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθύλην πολιτικό δικαστήριο, της ασκούμενης μ' αυτήν αξιώσεως υποκείμενης στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 ν.δ 797/1971 που ισχύει στην ένδικη περίπτωση ενόψει του ως άνω χρόνου συντελέσεως αυτής, δεκαετή παραγραφή, αρχομένη από την παρακατάθεση της καθορισθείσας [ προσωρινής] αποζημίωσης (ΑΠ 792/2010) και όχι στην επικαλουμένη από το αναιρεσείον πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 90§1 ν. 2362/95.

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου διάταξης, του άρθρου 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου νομίμως προταθείσα απ' αυτό (αναιρεσείον) ένσταση παραγραφής της ασκουμένης με την εν λόγω αγωγή αξιώσεως του τελευταίου (αναιρεσίβλητου) λόγω παρόδου της προβλεπομένης από την παραπάνω διάταξη (90 παρ. 1 ν. 2362/1995) πενταετίας από την κατά το έτος 1999 λαβούσα χώρα κήρυξη της απαλλοτρίωσης μέχρι την έγερση ένδικης αγωγής, (2-6-2006) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην προκειμένη υπόθεση δεν εφαρμόζεται η επικαλουμένη από το αναιρεσείον γενική διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 αλλά η προβλέπουσα 10ετή παραγραφή ειδική διάταξη του 10 ν. 797/1971 η οποία, αρξαμένη από την κατά των 20.12.2000 λαβούσα χώρα παρακατάθεση της προσωρινής καθορισθείσας αποζημίωσης, δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής (12.6.2006).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας, αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παρόλο ότι είχε προταθεί τούτο νομίμως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω (από τον αριθμό 16) λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1339/1985).

Κατά συνέπεια, στο αναιρετήριο πρέπει να εκτίθεται, με σαφήνεια, αν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται ή όχι λόγος για την ύπαρξη δεδικασμένου, το οποίο είχε προταθεί νομίμως, προκειμένου να κριθεί ποια από τις προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 16 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται.

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύεται ενόψει των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και κατά το αρθ. 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης είναι η αποζημίωση στο σύνολο της, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία της ωφελείας του ιδιοκτήτη του, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, αλλά και κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ ΑΠ 10 και 11/2004).

Επομένως, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να υποβληθεί αίτημα, και το Εφετείο είναι αρμόδιο να το εξετάσει, για να αναγνωριστεί ότι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, το οποίο αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, δεν είναι ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση και έτσι δεν πρέπει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή αυτοαποζημίωση, όπως αντίθετα αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, κατά το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του αριθμού 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 αμάχητο τεκμήριο, το οποίο όμως ως αντιτιθέμενο στο ίδιο ως άνω άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ -ισχύει ως μαχητό, δυνάμενο να ανατραπεί από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου (ΑΠ 598/2001).

Το αίτημα όμως αυτό, ήτοι της αναγνώρισης της ανυπαρξίας υποχρέωσης του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση, ως μη ωφελουμένου από την απαλλοτρίωση, μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμόδιου για τη δίκη αυτή Εφετείου, καθώς και εκτός πλαισίου της δίκης για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής.

Τούτο ρητά πλέον ορίζεται με το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, με το οποίο το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 653/1977 έγινε μαχητό. Κατά συνέπεια, από τις τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης και την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής δεν πηγάζει δεδικασμένο και για το δικαίωμα του ιδιοκτήτη του απαλλοτρουμένου ακινήτου προς ανατροπή του κατά τα άνω τεκμηρίου ωφελείας του και (προς) αναγνώριση ότι δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση ως μη ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση, καθόσον το εν λόγω δικαίωμα δεν είχε εισαχθεί και δεν είχε κριθεί στις δίκες αυτές, και επομένως δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από τις παραπάνω αποφάσεις, αφού είναι δυνατή η άσκηση του με αυτοτελή, εκτός των πλαισίων των δικών αυτών, αίτηση (ΑΠ 1960/08).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτεθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, εσφαλμένως και κατά παράβαση του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη, κρίνοντας αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της ομοίως κρίνασας πρωτοδίκου αποφάσεως (338/2009 Μ Πρ Πατρών), την, προς απόκρουση της κατ' αυτού αγωγής του αναιρεσιβλήτου προταθείσα ένσταση δεδικασμένου απορρέοντος από τις 110/2001 και 143/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Πατρών με τις οποίες καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και αναγνωρίστηκε ο αναιρεσίβλητος δικαιούχος της αποζημίωσης αυτής, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο αναφορικά και με το, για πρώτη φορά εισαχθέν προς κρίση με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δικαίωμα αυτού να ζητήσει την αναγνώριση της μη συνδρομής του κατά τη διάταξη του αρθ. 1 παρ. 1 ν. 653/77 τεκμηρίου ωφελείας, αφού αυτό δεν είχε εισαχθεί και επομένως δεν είχε κριθεί στις παραπάνω δίκες, επί των οποίων εκδόθηκαν οι επικαλούμενες τελεσίδικες αποφάσεις.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όχι όμως μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου ν. 3693/1957 αφού αυτό δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση ενόψει του ότι πρόκειται για δίκη περί την απαλλοτρίωση όπου η εφαρμογή της προαναφερθείσες διάταξης θα οδηγούσε εκ των πραγμάτων με την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης σε μείωση της επιδικαζόμενης αποζημίωσης (ΑΠ 315/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-13 και με αριθμ. κατάθεσης 49/13 αίτηση αναίρεσης της 112/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ