Legislator Case Law & Legislation
211/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment citing insufficient grounds and improper challenge to fact-finding.

Case Number 211/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment regarding insurance liability for a traffic accident. The appellant argued that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, yet failed to specify the exact legal provisions violated or provide concrete details on the alleged inconsistencies. The court ruled that the appeal was inadmissible because it merely challenged the court's evaluation of evidence and factual findings, which are not subject to review under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if it does not cite the specific substantive law violated and fails to pinpoint the exact grounds for the alleged defects, as challenges to the court's evaluation of evidence and fact-finding are excluded from cassation review.

Keywords

AI generated
cassation appeal insufficient reasoning fact-finding review evidence evaluation Civil Procedure Code insurance liability traffic accident

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015
Article 1(9)(2) of Law 4335/2015
Article 1(1)(4) of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 211 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 211/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ν. του Στεφάνου, κατοίκου Άρτας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κονταξή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "E. G. Α.", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. ../2013 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από ….-2013 αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3608/2014 και 1812/2017 μη οριστικές και 875/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4020/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από ….2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/30-3-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4020/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού άρθρα 591 και 614 αριθ. 1,6 Κ.Πολ.Δ.

όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1β, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή ( άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Α) Ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, Ε. Τ., με την από 10.7.2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι εξαιτίας του περιγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος, που οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Μ.

Ν., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ, … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "E. G. Α.Α.Ε.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε, το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", τραυματίστηκε βαρύτατα, με αποτέλεσμα να καταστεί ισοβίως ανάπηρος, με ποσοστό αναπηρίας που εμπίπτει στην κλίμακα του 67%.Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νομότυπο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν σε ολόκληρο έκαστος, ως αποζημίωση (θετική ζημία), χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ιδιαίτερη κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Β) Το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με την ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου από 11.11.2013 παρεμπίπτουσα αγωγή απευθυνόμενη κατά της πρώτης εναγόμενης, οδηγού και κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επικαλούμενο ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος η άνω οδηγός ευρίσκετο υπό την επήρεια οινοπνεύματος, γεγονός που συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος, και ότι για το λόγο αυτό δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με όρο αυτής, ζήτησε μετά παραδεκτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης να του καταβάλει το αιτούμενο με την κύρια αγωγή ποσό, άλλως οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα για την προαναφερόμενη αιτία.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συνεκδίκασε τις αγωγές (κύρια και παρεμπίπτουσα) και, με τις υπ' αριθμ. 3608/2014 και 1812/2017 μη οριστικές αποφάσεις έταξε τα αναφερόμενα σε αυτές και, στη συνέχεια, με την υπ'αριθμ. 875/2019 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης οδηγού, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των κυρίως εναγομένων να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος καθένας, τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά και, ακολούθως δέχθηκε κατ'ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, κρίθηκε ομοίως ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλ…. ΙΧΕ, αυτοκινήτου (ήδη αναιρεσείουσας), αφού δε εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση επιδίκασε στον κυρίως ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ,τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1328/2023,ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1209/2023,ΑΠ 1328/2023,ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996,ΑΠ 1209/2023,ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε ( ΑΠ 687/2023,ΑΠ 163/2022, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όλους τους νομίμως προταθέντες, δια των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμούς της, ειδικότερα δε, τον ισχυρισμό περί πλαστότητας και νόθευσης εγγράφων.

Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την ως άνω πλημμέλεια, χωρίς όμως να επικαλείται τους ισχυρισμούς που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, το δικάσαν δικαστήριο, το νόμιμο τρόπο προβολής αυτών την επίδραση που ασκούσαν στη δίκη (ΑΠ 1559/2022).

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος (ο άνω λόγος), ως αβάσιμος, καθόσον όσον αφορά τους αναφερόμενους το αναιρετήριο, ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμούς από το Εφετείο, περί πλαστότητας και νόθευσης εγγράφου, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι στο 10ο φύλλο αυτής ρητώς αναφέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς, διαλαμβάνοντας ότι "...

η από 14-12-2013 μηνυτήρια αναφορά της ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Άρτας για αλλοίωση των δεδομένων του ατυχήματος στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τέθηκε στο αρχείο στις 5-11-2015 (αριθμός αρχείου …./2015)... ". Τέλος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι τα επικληθέντα και προσκομισθέντα στο δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικά μέσα, και η αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών, από το δικαστήριο, δεν αποτελούν, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα πλήττει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019,), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1230/2023) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1328/2023,ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προβάλλει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών της, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, το περιεχόμενο αυτών και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, ούτε καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1316/2023).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και την χωρίς όρκο κατάθεση της εναγομένης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 3608/2014 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, τα ταυτάριθμα με την 1812/ 2017 μη οριστική και την 875/2019 εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, τις με αρ. 315/2015 και 339/2015 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και από όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης της με αριθμό …./….2020 γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ, που παραδεκτά κατ' άρθρ. 529 ΚΠολΔ προσκομίζεται για πρώτη φορά στο δικαστήριο τούτο, και τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, τις φω-τογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, και τέλος από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Από την ανωτέρω ρητή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας οδηγού, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006,ΑΠ 687/2024, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 453/2022, ΑΠ1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ1328/2023, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις (άρθρ. 559 παρ. 1α' και 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 687/2024,ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ1328/2023, ΑΠ 1217/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. ,διότι όπως κατά λέξη επικαλείται "...από το αιτιολογικό της απόφασης υπάρχουν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες των περιστατικών που έγιναν δεκτά ή και τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψιν καίτοι προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Ωστόσο και ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, ως εκ τούτου απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον α) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) δεν επισημαίνονται, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές, η κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

λόγου αναίρεσης, αλλά αντίθετα αναφέρεται ένα απόσπασμα των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης (που αφορά μέρος μόνο της γενόμενης δεκτής αμελούς συμπεριφοράς της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας) και όχι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτής ως οδηγού.

Τέλος, με τις αιτιάσεις της για έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών στο σύνολο τους, η αναιρεσείουσα δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων και των φωτογραφιών που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 687/2024,ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1226/2023).

Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 30-3-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/30-3-2022), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4020/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για έκαστο εξ' αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ