Legislator Case Law & Legislation
211/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on liability and damages in employment dispute.

Case Number 211/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the employer against the labor court's judgment awarding damages to the employee. The court found the lower court's reasoning on liability and the calculated compensation amounts to be legally sound and within its discretionary limits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final labor court judgment is inadmissible if the lower court's factual findings and application of tort liability principles are legally sound and the awarded damages do not exceed reasonable limits.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal tort liability damages assessment inadmissible appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 211 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 211/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Α., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C. D. S. - A. - Α. Τ. Η. Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Βαλεντή και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ρ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3563/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1979/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/6/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 21-6-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 360/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 25-7-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1979/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και έγινε δεκτή η από 15-6-2018 έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκε η ως άνω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και έγινε δεκτή εν μέρει η από 24-10-2011 αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον στον τελευταίο το συνολικό ποσό των 64.755 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητος, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητος του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρεούσης, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1398/2015).

Εξ άλλου, η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (άρθρο 662 Α.Κ.), η οποία είχε ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση των άνω διατάξεων ή υποχρεώσεων οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, εν όψει του ότι στις γενικές διατάξεις νόμου κατά την έννοια του άρθρου 16 ν. 551/1915 εντάσσεται και αυτή του άρθρου 662 ΑΚ.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο παθών εργαζόμενος, ανεξάρτητα από το αν δικαιούται αποζημίωση μόνο κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 για τα εργατικά ατυχήματα ή και κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου (άρθρο 15 Ν. 515/1915), δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. (ΑΠ 786/2008.

πρβλ. πλειοψ. ΟλΑΠ 26/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον." Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα:

α) οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011)και β) εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλ. η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων,όσο και.

των νομικών προσώπων (ΑΠ 54/2019, 1723/2014, 253/2013). Εξ άλλου, από τα άρθρα 300 και 330 του Α.Κ., που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης από αδικοπρακτική συμπεριφορά, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν ο ζημιωθείς, από αμέλειά του, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές από μέσο συνετό άνθρωπο του ιδίου επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, συνετέλεσε δια πράξης ή παράλειψής του στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος συνδέεται όχι γενικώς αλλά με τα συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του (Α.Π. 530/2014, 1718/2012). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:

το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο δε 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον σκέλος της : "... στην ένδικη αγωγή ο ενάγων αναφέρει τη νομική σχέση που τον συνέδεε με τους εναγομένους, το είδος της εργασίας που εκτελούσε, τον τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις του ενδίκου ατυχήματος, την υπαιτιότητα των εναγομένων το είδος του τραυματισμού καθώς και την ειδικότερη περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που αυτό του προκάλεσε και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ανωτέρω.

Για την πληρότητα του δικογράφου δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει την πλοιοκτήτρια εταιρεία και την εθνικότητα του σκάφους επί του οποίου συνέβη το ατύχημα, γιατί εργοδότριά του δεν ήταν η πλοιοκτήτρια του σκάφους εταιρεία αλλά η δεύτερη εναγομένη ούτε να μνημονεύει ειδικότερα τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις ημεροχρονολογίες της ανικανότητας προς εργασία αφού αυτά είναι στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως.

Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων με τον οποίο αυτοί παραπονούνται για τις ανωτέρω ελλείψεις ισχυριζόμενοι ότι καθιστούν την αγωγή αόριστη". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκρινε την αγωγή ως ορισμένη καθόσον από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και συγκεκριμένα 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας), ουδόλως έσφαλε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Στη συνέχεια ως προς την ουσία της υπόθεσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής : "Ο γεννηθείς το έτος 1960 ... πολίτης Ε. Ρ. (ενάγων) κατέχων νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 1.9.2008, από τη δεύτερη εναγόμενη, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος λαμβάνει όλες τις αποφάσεις που τη δεσμεύουν έναντι των τρίτων, για να εργασθεί ως εργάτης γενικών καθηκόντων (καμαρώτος, καθαριστής, βαφέας) στο υπό ιταλική σημαία σκάφος αναψυχής με την ονομασία "D.G.", κυριότητας της εταιρείας με την επωνυμία "P. L.T.D., αντί μηνιαίων αποδοχών 900 ευρώ.

Στις 3.4.2009, περί ώρα 07.30 π.μ. κι ενώ το ανωτέρω πλοίο είχε μεταφερθεί στο ..., στο ναυπηγείο … , για εργασίες επισκευής και συντήρησης και βρισκόταν στην ξηρά, υπερυψωμένο σε ειδικούς τετράποδους πασσάλους που το στήριζαν, ο ενάγων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων για τα οποία είχε προσληφθεί, εργαζόμενος επί του πρυμναίου καταστρώματος του εν λόγω πλοίου, επιχείρησε να κατέλθει από την πρυμναία σκάλα του σκάφους, η οποία, όμως, ήταν απασφαλισμένη, γεγονός που δεν γνώριζε ο ενάγων, με αποτέλεσμα, αυτή να υποχωρήσει μόλις ο ενάγων πάτησε πάνω της και να πέσει από αρκετό ύψος στο τσιμεντένιο δάπεδο του ναυπηγείου παρασύροντας μαζί της τον ενάγοντα, ο οποίος υπέστη κατάγματα πτερνών άμφω, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος είναι η προαναφερθείσα εργοδότρια του ενάγοντος, η οποία, δια των αρμοδίων οργάνων της, του ανέθεσε την εκτέλεση της εργασίας με αφορμή την οποία αυτό συνέβη και παραλλήλως, παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που θα καθιστούσαν ασφαλή την εργασία του και ειδικότερα δεν μερίμνησε ώστε η ανωτέρω σκάλα να είναι ασφαλισμένη ούτε επέστησε στον ενάγοντα την προσοχή σχετικά με το ενδεχόμενο αυτή να ήταν απασφαλισμένη.

Η προαναφερθείσα παράλειψη των οργάνων της εναγόμενης συνιστά παράλειψη των αντιστοίχων υποχρεώσεων της εναγομένης εργοδότριας που απορρέουν από το γενικό καθήκον πρόνοιας του εργοδότη και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του.

Οι παραλείψεις δε αυτές τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα και τον εξαιτίας αυτού τραυματισμό του ενάγοντος, καθόσον ήταν πρόσφορες να επιφέρουν, όπως και επέφεραν, τον ένδικο τραυματισμό. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια του ενάγοντας στην πρόκληση του ατυχήματος και την έκταση της σωματικής βλάβης καθόσον αυτός δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι η σκάλα δεν ήταν ασφαλισμένη, το δε ατύχημα συνέβη κατά την εκτέλεση εργασίας στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η εργοδότριά του και όχι κατά την εκτέλεσή εργασίας που ο ίδιος αποφάσισε, απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της από το άρθρο 300 ΑΚ ένστασης που οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες επαναφέρουν με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους.

Από την προπεριγραφείσα πτώση ο ενάγων υπέστη κατάγματα πτερνών άμφω, όπως διαπιστώθηκε στο ... Νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα. Τοποθετήθηκε νάρθηκας, δόθηκε φαρμακευτική αγωγή και χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριάντα (30) ημερών: Στις 8.4.2009 επισκέφθηκε το ... Γ.Ν. … και τού συνεστήθη αξονική τομογραφία, στην οποία υπεβλήθη στις 9.4.2009, με τα εξής ευρήματα:

συντριπτικά κατάγματα αμφοτέρων των πτερνών πού εκτείνονται έως την κάτω, έσω, άνω και έξω επιφάνεια αυτών και μικρή παρεκτόπιση κατεαγέντων άκρων με κατά τόπους παρουσία ελεύθερων οστικών τεμαχιδίων. Στις 23.2.2010, ο ενάγων επισκέφθηκε την … Κλινική λόγω του ένδικου τραυματισμού του και του συνεστήθη συνέχιση της φυσιοθεραπείας και αναρρωτική άδεια έξι μηνών.

Στις 19.7.2010 ο ενάγων εξετάσθηκε εκ νέου από ορθοπεδικό ιατρό και διαπιστώθηκε, κλινικώς, ευαισθησία στις υποστραγαλικές άμφω, δυσχέρεια ταχείας βάδισης και δακτυλοβασίας. Στις 16.6.2011 εξετάσθηκε στο νοσοκομείο … και διαπιστώθηκαν πωρωθέντα κατάγματα πτερνών άμφω με εικόνα αρθρίτιδας υποστραγαλικής δεξιά και άλγος βάδισης.

Εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, ο ενάγων έλαβε συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες από τον ασφαλιστικό φορέα του (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) από 3.4.2009 έως 2.6.2009, από 2.6.2009 έως 16.7.2009, από 16.7.2009 έως 26.8.2009, από 27.8.2009 έως 10.10.2009 και ακολούθως, στις 15.10.2009, λόγω της αδυναμίας του να επιστρέψει στην εργασία του, η εναγομένη ανήγγειλε στον ΟΑΕΔ την "οικειοθελή" αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του.

Ο ενάγων συνομολογεί στην ένδικη αγωγή ότι η εναγόμενη από το ένδικο ατύχημα έως και τον Ιούλιο του 2009 τού κατέβαλε τον οφειλόμενο μισθό του. Η ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία, όμως, συνεχίστηκε και τους επομένους μήνες, δηλαδή και τον Αύγουστο του 2009 έως τουλάχιστον και,/ τον Οκτώβριο του 2011 καθόσον, στις 19.11,11 εξετάσθηκε στο τοπικό κατάστημα ΙΚΑ ...

και διαπιστώθηκε αρθρίτιδα υποστραγαλικών άμφω, χωλότητα, δυσχέρεια βάδισης και αδυναμία εργασίας και παραπέμφθηκε στην τριμελή υγειονομική επιτροπή. Αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ήταν να απωλέσει ο ενάγων μισθούς 27 μηνών (από τον Αύγουστο του 2009 έως και τον Οκτώβριο του 2011) συνολικού ποσού (27 X 900=) 24.300 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δαπάνησε εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού τα εξής ποσά, κατά τα οποία και ζημιώθηκε: 200 ευρώ για μίσθωση αναπηρικού αμαξιδίου από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του έτους 2009, από την εταιρεία "Δ. Γ. Θ. Π.", 25 ευρώ για αγορά βακτηρίας από την εταιρεία "G. O.", 170 ευρώ για αγορά ειδικών παπουτσιών από την προαναφερθείσα εταιρεία και 60 ευρώ για επίσκεψη και εξέταση από τον ορθοπεδικό Ε.

Σ.. Επομένως, η θετική και αποθετική ζημία που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 24.755 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ούτε η εργοδότρια εταιρεία-δεύτερη εναγομένη- ούτε ο ενάγων ανήγγειλαν εμπροθέσμως στο ΙΚΑ το ένδικο ατύχημα ως εργατικό, με αποτέλεσμα να απωλέσει ο ενάγων τις αντίστοιχες παροχές του ασφαλιστικού του φορέα.

Τέλος, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους της σωματικής βλάβης και των συνεπειών που αυτή κατέλιπε στον ενάγοντα επί μακρόν μετά το ατύχημα, του ύψους της θετικής και αποθετικής ζημίας που αυτός υπέστη, της ηλικίας του (49 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος) και της οικογενειακής του κατάστασης (έγγαμος με ένα τέκνο το οποίο κατά τον ένδικο χρόνο ήταν φοιτητής σε ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα), ο ενάγων δοκίμασε έντονο ψυχικό άλγος και ταλαιπωρία, για τη χρηματική ικανοποίηση των οποίων, εύλογο είναι, λαμβανομένης υπόψη και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών (η εργοδότρια είναι εύρωστη οικονομικά εταιρεία, που εκμεταλλεύεται την παραλία ...

παρέχοντας, με αντίτιμο, στους επισκέπτες της, υπηρεσίες αναψυχής, ο δε ενάγων είναι νόμιμος οικονομικός μετανάστης- εργάτης γενικών καθηκόντων) το ποσό των σαράντα (40.000) ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 25-7-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1979/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δέχθηκε την από 15-6-2018 έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχτηκε εν μέρει την από 24-10-2011 αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον στον τελευταίο το συνολικό ποσό των 64.755 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο με το να δεχθεί την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής για το ως άνω ατύχημα από την προαναφερθείσα παράλειψη των υποχρεώσεων των οργάνων της εναγομένης εργοδότριας που απορρέουν από το γενικό καθήκον πρόνοιας αυτής και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, και να επιδικάσει στον ενάγοντα αποζημίωση για την ως άνω αιτία ποσού 24.775 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εξ αδικοπραξίας του κοινού δικαίου κατ' επιλογή του ίδιου του ενάγοντος ως προς τη νομική βασιμότητά της για την πλήρη αποζημίωσή του, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς, έστω και συνοπτικές, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής εξ αδικοπραξίας όσον και ως προς την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην τέλεση της σε βάρος του αδικοπραξίας.

Επομένως, οι από τον αρ. 1 και 19 λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι ουσία αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθορίζοντας δε περαιτέρω τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου στο ποσό των 40.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, εν όψει και της έλλειψης συνυπαιτιότητας αυτού.

Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται αρνητικώς, υπό την εσφαλμένη επίκληση της έλλειψης "παθητικής νομιμοποίησής τους", ότι η δεύτερη εναγόμενη συνεβλήθη στην επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, ως αναγόμενος στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 180 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 360/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ