Legislator Case Law & Legislation
211/2021 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against court fee rates, reducing them from 5% to 3% for sole applicants.

Case Number 211/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court decision regarding lawyer fees in expropriation compensation cases. The State argued the original 5% fee rate violated substantive law, while the lower court had set it at 5% for sole applicants and 4% for others. The court found the 5% rate excessive and reduced it to 3% for sole applicants and 2% for others, while dismissing other appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The court must reduce excessive lawyer fees in expropriation cases to comply with substantive law principles of proportionality and fairness.

Keywords

AI generated
expropriation compensation lawyer fee rates substantive law violation partial annulment legal representation costs proportionality principle civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 211 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 211/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 30.

Οι υπό στοιχ. 10ος, 12ος, 13η, 15ος και 17ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πα?σιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι Ε. Μ. του Π., Ά. Λ. ( Λ.) και Φ. Κ. του Δ. -υπό στοιχ. 9η, 14η και 16ος, αντίστοιχα-, έχουν αποβιώσει προ πολλού από την επίδοση της αίτησης αναίρεσης. Οι υπό στοιχ. 4ος και 22η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιλιάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των αναιρεσιβλήτων, ο υπό στοιχ. 8ος -Δ. Μ. του Α.- δήλωσε ότι παρίσταται αυτοπροσώπως, χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 99/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις από 9-11-2007 (αρ. κατ. 174/2007), 9-11-2007 (αρ. κατ. 175/2007) και 26-11-2007 (αρ. κατ. 176/2007) αιτήσεις των Ν. Π. κ.λπ. (σύνολο 7), Ε. Μ. του Π. κ.λπ. (σύνολο 10) και Κ. Δ. Α. και Γ. Α. Π., αντίστοιχα.

Εκδόθηκε η 421/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 25-9-2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Παναρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 13-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με στοιχεία …/…/2016, …/…/2016 και …./…/2017 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των ληξιάρχων δήμου Ναυπάκτου ,δήμου Ασπροπύργου και δήμου Πατρέων αντίστοιχα οι εκ των αναιρεσιβλήτων ένατη Ε. Μ., δέκατη τέταρτη Ά. Λ. και δέκατος έκτος Θ. Κ. απεβίωσαν την 6-5-2016 την 28-10-2016 και την 19-11-2017 αντίστοιχα ( μετά την άσκηση της αναίρεσης) και επομένως ως προς αυτούς πρέπει να ανασταλεί η διαδικασία στο ακροατήριο και μέχρι την νόμιμη επανάληψη αυτής.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν ο διάδικος που απολείπεται επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως) προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.

Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπόμενου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη.

Κατά το αρθρ. 576 παρ3 Κ.Πολ.Δ. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς." Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας μετά από αναβολή από την δικάσιμο της 4-10-2019, η από 13-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας τριάντα αναιρεσιβλήτων.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, εμφανίσθηκε στην ως άνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου το αναιρεσείον και εκ των αναιρεσιβλήτων ο τέταρτος, δέκατος, δωδέκατος, δέκατη τρίτη, δέκατος πέμπτος, δέκατος έβδομος και εικοστή δεύτερη, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες, πλην του όγδοου για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω, δεν εμφανίστηκαν ούτε πήραν μέρος στη συζήτηση με άλλο νόμιμο τρόπο (με την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως).

Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, διότι ούτε το αναιρεσείον προσκομίζει τυχόν εκθέσεις επίδοσης ή το αντίγραφο της αίτησης που του επιδόθηκε από τους αναιρεσίβλητους αλλά ούτε και οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι παραστάθηκαν νομίμως κατ' αυτήν, δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν, κατά περίπτωση, το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που τυχόν τους επιδόθηκε από το αναιρεσείον ή την έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, που τυχόν αυτοί επέδωσαν προς το αναιρεσείον και τους απολειπόμενους διαδίκους.(Α.Π. 1268/2014).Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κατά δε το άρθρο 96 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να δικάζεται ερήμην, κατά τις διακρίσεις του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, ο διάδικος που εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς να εκπροσωπηθεί στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο όγδοος αναιρεσίβλητος κατά την παραπάνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος, πλην όμως, δεν προκύπτει και ως προς αυτόν τον διάδικο ποιος επισπεύδει την συζήτηση της ένδικης αίτησης.

Επομένως, η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, λόγω δε της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που συνδέει τους αναιρεσίβλητους, αλλά και σύμφωνα με το άρθρ. 22 παρ 4 ν. 2882/2001 πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο.

Η κρινόμενη από 13-4-2009 (αρ. κατ.54/2009) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 421/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών , που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ.18,19 και 20 ν. 2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στις 15.4.2009, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα υπ' αριθμ. 1158/26-8-2009 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς τους προβαλλομένους με αυτήν λόγους αναιρέσεως. Η τοιαύτη γνωμοδότηση είναι απαραίτητη για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι έχει ασκηθεί υπό την ισχύ του κανόνα που είτε τεθεί με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999 και ο οποίος όριζε ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία να είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 4919/2012, 1549/ 2013, 1481/2014).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την με αρ.99/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και ασκηθεισών από τους καθ' ων ανταιτήσεων ως και από έξι ενδιαφερομένους, που αξιώνουν δικαιώματα κυριότητας στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, παρεμβάσεων καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας ακίνητα δυνάμει της με αρ.1060584/4468/0010/6-7-2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και ΠΕΤΩΔΕ που δημοσιεύτηκε νόμιμα.

Στην συνέχεια το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 22-11-2007(αρ. κατάθεσης (170/2007) αίτησή του επί της οποίας ως και επί των από 9-11-2007 (αρ. κατάθεσης 175/2007) από 9-11-2007 (αρ. κατάθεσης (174/2007) και από 26-11-2007 (αρ. κατάθεσης176/2007) ασκηθεισών αυτοτελών αιτήσεων, τις οποίες άσκησαν δεκαεννέα εκ των καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των επιδίκων ακινήτων και των επικειμένων τους ενώ απορρίφθηκαν τα υποβληθέντα αιτήματα των αιτούντων περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους ως αβάσιμα στην ουσία τους ως και τα αιτήματα περί άρσης του τεκμηρίου ωφελείας ως απαράδεκτα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή ότι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και ότι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η σχετική για το πρόσφορο ή ότι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ( Α.Π. 240/2016, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 2142/2013, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 1782/2008, ΑΠ 877/ 2008). Με τον 1ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμπεριέλαβε επαρκή ,ειδική και ορισμένη αιτιολογία στην απόφαση του σχετικά με το πώς και με ποια κριτήρια διαμορφώνεται η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1060584/4468/0010/6-7-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στο ΦΕΚ (τεύχος Δ') 789/29-7-2005, κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνη του Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της παράκαμψης Ναυπάκτου από χ.θ.2+200,00 έως χ.θ.5+800,00 συνολικής έκτασης 19.698,90 τ.μ.

στο Δήμο Ναυπάκτου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, που εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 22-11-2005 ακριβές αντίγραφο του κτηματολογικού διαγράμματος και του κτηματολογικού πίνακα της Γ.Γ.Δ.Ε., Ε.Υ.Δ.Ε./Ο.Σ.Υ.Ε., που έχουν συντάξει οι Η. Φ. και Ν. Σ. και έχει θεωρήσει στις 22-11-2004 ο Προϊστάμενος της Δ/νσης Δ12 Κ. Δ.. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στη Διοικητική Περιφέρεια του Δήμου Ναυπάκτου του Ν.

Αιτωλοακαρνανίας, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, από τα οποία τα υπ αριθμ. …., …, …, …, … , …, …., … και … του κτηματολογικού πίνακα βρίσκονται στη θέση Παλαιοπαναγιά, τα δε λοιπά στη θέση … . Πρόκειται για αγροτεμάχια, εντός των οποίων υπάρχουν δένδρα (ελιές, αχλαδιές, κυπαρίσσια κλπ.), πλησίον της πόλης της … και δη στο κάστρο αυτής και περί τα 500 μ.

από τη θάλασσα, σε αμφιθεατρική θέση, πλησίον της γέφυρας … . Η περιοχή αυτή, λόγω της προνομιακής θέσης της, έχει παρουσιάσει, κατά τα τελευταία έτη, μεγάλη οικιστική ανάπτυξη, με συνέπεια την αύξηση της αγοραστικής της αξίας. Σ' αυτό συνετέλεσε η ανάπτυξη της …, η κατασκευή της γέφυρας …. καθώς και η μεγάλη αύξηση της τιμής των παραλιακών ακινήτων.

Η επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 με το από 30-6-2006 πόρισμά της καθορίζει την αντικειμενική τιμή των ακινήτων ενιαίως στο ποσό των 9.91 ευρώ/τ.μ., ενώ η Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου, στο υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-3-2007 έγγραφο της, καθόρισε την αντικειμενική αξία τούτων στο ποσό των 13 ευρώ/τ.μ. Ο εκ των μαρτύρων, Γ. Λ., τοπογράφος μηχανικός, υπάλληλος της κτηματικής υπηρεσίας, κατέθεσε επί λέξει ότι 'η περιοχή είναι πιο ακριβή ακόμη και από το …., η αξία της ανέβηκε και μετά την κατασκευή της γέφυρας … .

Έχει ωραία θέα, είναι κοντά στο ... και σε μικρή απόσταση υπάρχουν διάφορα οικοδομήματα. Θα ήθελα να αγοράσω ακίνητο στην περιοχή αλλά δεν έχω τα οικονομικά μέσα...Υπάρχει αύξηση των αντικειμενικών αξιών κατά 50%. Οι λοιποί μάρτυρες, Ι. Φ. - Χ., Αντιδήμαρχος Ναυπάκτου, Α. Ν. και Ε. Π., στις ένορκες καταθέσεις τους, προσδιόρισαν την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων από 180-200 ευρώ/τ.μ.

Οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ως μοναδικό συγκριτικό στοιχείο, την υπ' αριθμ. 230/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή αποζημίωσης των ακινήτων, που βρίσκονται στην ίδια περιοχή με τα επίδικα και τα οποία απαλλοτριώθηκαν αρχικά για την κατασκευή της παράκαμψης Ναυπάκτου.

Με την απόφαση αυτή η αποζημίωση, με κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της την 14η-12-2000, για μεν το έδαφος κυμάνθηκε από 6.000 δρχ. (17,61 ευρώ) μέχρι 15.000 δρχ. (44,02 ευρώ), ενώ για τα δένδρα καθορίστηκε (α) για κάθε ελιά, μικρή, μεσαία και μεγάλη σε 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ), 50.000 δρχ. (146,74 ευρώ) και 80.000 δρχ. (234,78 ευρώ), αντίστοιχα, (β) για κάθε μικρή, μεσαία, μεγάλη συκιά, μουριά, αμυγδαλιά και καρυδιά σε 10.000 δρχ. (29,35 ευρώ), 20.000 δρχ. (58,69 ευρώ) και 40.000 δρχ. (117,39 ευρώ) αντίστοιχα, (γ) για κάθε μικρό, μεσαίο και μεγάλο κυπαρίσσι, πεύκο και ευκάλυπτο σε 15.000 δρχ. (44,02 ευρώ), 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) και 50.000 δρχ. (146,74 ευρώ) αντίστοιχα και (γ) για κάθε μικρή, μεσαία και μεγάλη πορτοκαλιά, λεμονιά, μανταρινιά, κερασιά, αχλαδιά, κυδωνιά και μηλιά σε 20.000 δρχ. (58,69 ευρώ), 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) και 50.000 δρχ. (146,74 ευρώ) αντίστοιχα.

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης (15-3-2007), η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων εκτάσεων και των επικειμένων συστατικών αυτών ανερχόταν, χωρίς βεβαίως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμησή τους από την εξαγγελία ή την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την κατασκευή του έργου, για το οποίο έγινε αυτή (απαλλοτρίωση) στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά.

Τα χρηματικά αυτά ποσά ανταποκρίνονται στην πλήρη αποζημίωση, δηλαδή σε εκείνη με την οποία οι δικαιούχοι αυτής μπορούν να αντικαταστήσουν τα ακίνητά τους με άλλα όμοια και ίσης αξίας ακίνητα. Πρέπει, επίσης, να καθοριστεί η οριστική αποζημίωση για τα συστατικά των ακινήτων, όπως επίσης ορίζονται στο διατακτικό." Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο δέχθηκε αναφορικά την οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους τα ακόλουθα: "Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα ακίνητα των αιτούντων-καθ' ων η απαλλοτρίωση και επικείμενα συστατικά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ' αριθμ. 1060584/4468/0010/6-7- 2005 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 789/29-7-2005) για την κατασκευή της παράκαμψης Ναυπάκτου που εικονίζεται στο από 22-11-2005 ακριβές αντίγραφο του κτηματολογικού διαγράμματος και κτηματολογικού πίνακα της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ε.Υ.Δ.Ε./Ο.Σ.Υ.Ε. ως ακολούθως:

Α. Για το έδαφος προς εξήντα (60) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Β. Για τα δένδρα: α) Ελιά μεγάλη και μεσαία στο ποσό των τριακοσίων (300) και διακοσίων πενήντα (250) ευρώ αντίστοιχα, β) μεγάλη και μεσαία αχλαδιά, συκιά και αμυγδαλιά στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) και εκατό (100) ευρώ αντίστοιχα, γ) μεγάλο και μικρό κυπαρίσσι στο ποσό των εκατό (100) και ογδόντα (80) ευρώ αντίστοιχα.

Γ. Για τα λοιπά επικείμενα: α) πέτρινη οικία στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και β) ένα πηγάδι ξερό στο ποσό των οκτακοσίων (800) χιλιάδων.

Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα ακίνητα των καθ' ων η υπό στοιχ. Α' αίτηση-καθ' ων η απαλλοτρίωση και επικείμενα συστατικά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά ως ανωτέρω ως ακολούθως• Α. Για το έδαφος: (α) στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τα υπ' αριθμ. 22 και 28 ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα χ.θ.2+200-χ.θ.2+800) και υπ' αριθμ. 1 του κτηματολογικού πίνακα χ.θ.3+093-τ.θ.3+223 και (β) στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ για τα λοιπά ακίνητα του κτηματολογικού πίνακα τ.θ.5+342.09-5+543.30, πλην όσων ρυθμίστηκαν ανωτέρω και ανήκουν στους ασκήσαντες αυτοτελή αίτηση.

Β. Για τα δένδρα: α) Ελιά μεγάλη και μεσαία στο ποσό των τριακοσίων (300) και διακοσίων πενήντα (250) ευρώ αντίστοιχα, β) μεγάλη και μεσαία αχλαδιά, συκιά και αμυγδαλιά στο ποσό των εκατό (100) ευρώ αντίστοιχα, γ) μεγάλο και μικρό κυπαρίσσι στο ποσό των εκατό (100) και ογδόντα (80) ευρώ αντίστοιχα ...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους διότι από το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα που είναι σαφές, καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν του αρθ. 13 παρ.1 ν 2882/2001 και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αξιολογηθεί η αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι αγροτεμάχια, τα οποία, όμως, βρίσκονται πλησίον της πόλης της … και συγκεκριμένα στο … αυτής σε αμφιθεατρική θέση περί τα 500 μέτρα από την θάλασσα και είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν περαιτέρω, δεδομένου ότι η περιοχή αυτή, λόγω της προνομιακής της θέσης, έχει παρουσιάσει κατά τα τελευταία έτη μεγάλη οικιστική ανάπτυξη, με συνέπεια την αύξηση της αγοραστικής αξίας.

Εκτίθενται δε σαφώς τα κριτήρια για την εκτίμηση των απαλλοτριουμένων ακινήτων, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την αξία που είχαν ακίνητα της ίδιας περιοχής, η οποία αξία προσδιορίζεται από προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που καθόρισε τιμή μονάδας αποζημίωσης για άλλα ακίνητα της επίδικης περιοχής και άλλα αναφερόμενα στην απόφαση έγγραφα, όπως η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ν.2882/2001 και η έκθεση της Δ.Ο.Υ.

Ναυπάκτου. Αναφέρει επίσης και αξιολογεί τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων συνεκτιμώντας δε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά και συγκριτικά στοιχεία προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους καταλήγοντας στο προαναφερθέν πλήρως αιτιολογημένο και σαφές πόρισμα της .Επομένως καλύπτει με σαφήνεια και πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του ίδιου ως άνω νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση ασκήσεως εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημιώσεως στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, καθώς και την παράστασή του ενώπιον του εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και ειδικότερα:

α) σε ποσοστό 2% για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως ή κύριας παρεμβάσεως, β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή της κύριας παρεμβάσεως και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταιτήσεως με τις προτάσεις ή κύριας παρεμβάσεως με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ου κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 686/2014).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 14/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ επισκόπηση των παρακάτω μνημονευομένων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα. Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον , όπως ήδη αναφέρθηκε, με την από 8-9-2006 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ζήτησε τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επ' αυτών επικειμένων στα ποσά που αναγράφονται στην αίτηση αυτή, ενώ οι καθ ών η αίτηση άσκησαν ανταιτήσεις δια των εμπροθέσμως καταταθεισών προτάσεων τους ζητώντας τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε μεγαλύτερα ποσά.

Επίσης με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους έξι ενδιαφερόμενοι, που αξιώνουν δικαιώματα κυριότητας στα απαλλοτριούμενα ακίνητα, άσκησαν κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις ζητώντας τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας σε μεγαλύτερα ποσά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την με αρ.99/2007 απόφαση του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους στα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά.

Το αναιρεσείον με την από 22-11-2007 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Πατρών ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους στα ποσά που αναφέρονται στην αίτηση. Από τους καθ ών η ανωτέρω αίτηση οι δεκαεννέα άσκησαν ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου τις από 9-11-2007,9-11-2007 και 26-11-2007 αυτοτελείς αιτήσεις, με τις οποίες ζήτησαν να καθοριστεί μεγαλύτερη τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις παραπάνω απαλλοτριωθείσες εκτάσεις που ανήκουν σε αυτούς και για τα επικείμενα τους.

Επί των παραπάνω αιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και των δικαιούχων της αποζημίωσης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία καθορίστηκε η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων της αποζημίωσης σε ποσοστό 5% επί του ποσού της αποζημίωσης για όσους έχουν ασκήσει αυτοτελή αίτηση και σε ποσοστό 4 % επί του ποσού της αποζημίωσης για τους λοιπούς και επιπλέον καταδικάστηκε το υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή ποσού 300 ευρώ για την αμοιβή της παράστασης κάθε πληρεξούσιου δικηγόρου .Όμως με το να καθορίσει την αμοιβή των δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης στο παραπάνω ποσοστά (5% για όσους άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις και 4% για όσους άσκησαν ανταιτήσεις και παρεμβάσεις με τις προτάσεις) παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των ως άνω ανταιτούντων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δικ.) και να καθορισθεί η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων όσων άσκησαν αυτοτελή αίτηση σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης και των λοιπών καθ' ων (δικαιούχων της αποζημίωσης) στο ως άνω ποσοστό, 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της άλλης δίκης μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων κατ' άρθρο 22 § 1β του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ενδέκατο, δέκατο όγδοο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο, εικοστό πέμπτο, εικοστή έκτη, εικοστό έβδομο, εικοστό όγδοο, εικοστό ένατο και τριακοστό των αναιρεσιβλήτων

Αναστέλλει την συζήτηση της υπόθεσης ως προς την ένατη, δέκατη τέταρτη και δέκατο έκτο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 421/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο.

Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων εκ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων των ασκησάντων αυτοτελή αίτηση σε ποσοστό 3% και των λοιπών καθ' ων σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης, μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ