211/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Legislator headnote
AI generated211/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 211 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 211/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", νομίμως εκπροσωπουμένη, που εδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1854/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανο του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).
Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου, αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί.
Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ(Ολ.
ΑΠ 27/1995, ΑΠ 183/08). Σύμφωνα δε με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από το βαθμό του Τμηματάρχη στον ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από στο άρθρο 12 του Οργανισμού όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε με τις από και αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.
Ενόψει όλων αυτών συνάγεται ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 17.5.1973 από την εκκαλούσα τράπεζα, και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της, μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε διαγωνισμό που διενήργησε η εκκαλούσα.
Στη συνέχεια, προήχθη από 1.7.1986 στο βαθμό του Τμηματάρχη Λογιστηρίου, τον οποίο κατείχε μέχρι την αποχώρησή του στις 21.11.2006. Είναι κάτοχος πτυχίου τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών και του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΠΑΣΠΕ.
Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο πολύ καλά. Επιπλέον, στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμορφώσεως και ενημερώσεως έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια. Από την 1.12.1984, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου Α' υπηρεσίας λογιστικών εργασιών, από 16.12.1986, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένο υπηρεσίας Γ' λογιστικών και λοιπών εργασιών, από 9.3.1993, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας Α' λογιστικών ελέγχων του τμήματος μηχανεπεξεργασίας και ελέγχου, από 18.12.1995, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Γ' υπηρεσίας λογιστικών εργασιών του τμήματος μηχανογραφικού ελέγχου και από 16.5.1996 έως 21.11.2006, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος μηχανογραφικού ελέγχου.
Ο εφεσίβλητος υπηρέτησε στο τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου και στο τμήμα Β' εξωτερικού συναλλάγματος της Διεύθυνσης Συναλλάγματος και από το έτος 1998 και μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία, μετά από πρόταση της εκκαλούσας προς το υπουργείο ανάπτυξης, εργάστηκε πέραν του ωραρίου (στην εκκαλούσα) στο Συμβούλιο Ελέγχου της Δ.Ε.Η.
διενεργώντας κατ' εντολή της λογιστικούς- διαχειριστικούς ελέγχους, ακόμη και στα επαρχιακά πρακτορεία της. Επί πλέον ο εκκαλών βαθμολογήθηκε ως εξής: σε σύνολο 17 κριτηρίων για τα έτη 1999 έως 2003, με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και για τα έτη 2004 και 2005 με 17 εξαίρετος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Γενικό Συμβούλιο της εκκαλούσας, μετά γνωμοδότηση της αρμόδιας προς τούτο συσταθείσας επιτροπής, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, με την από 27.5.2002 απόφασή του, που ανακοινώθηκε με την 5/29.5.2002 εγκύκλιο της διοικήσεως, παρέλειψε να προαγάγει τον εφεσίβλητο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου, ενώ προήγαγε από 1.5.2002 στον ως άνω βαθμό, μεταξύ άλλων τους αναφερόμενους από τον εφεσίβλητο και προτεινόμενους απ' αυτόν προς σύγκριση ομοιόβαθμους συναδέλφους του, Β.
Β., Χ. Κ., Θ. Μ.-Γ., Α. Π., Ε. Τ., Α. Τ., Ν. Κ. και Σ. Κ.. Οι εν λόγω προαχθέντες είχαν τα παρακάτω προσόντα: 1) Ο Β. Β. προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 8.7.1974 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1995. Έχει απολυτήριο εξατάξιου Γυμνασίου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά και έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Απασχολήθηκε στο τμήμα Οργάνωσης και Προγραμματισμού, και στο τμήμα καταθέσεων του τομέα οργάνωσης, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου στο τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών από 2.10.2000. Επίσης, συνέταξε: σχέδιο κανονισμού προμηθειών για το τμήμα καταθέσεων, σχέδιο αλλαγής της διαδικασίας απόδοσης επιστροφής διαφοράς τόκων και σχετικών εντύπων, πρόταση τροποποίησης της διαδικασίας πληρωμής επιταγών και σχέδιο αλλαγής των διαδικασιών για παρακολούθηση και απόδοση δεσμευμένων καταθέσεων.
Επίσης συμμετείχε στην σύνταξη μελετών για λογιστικό σχέδιο, σχέδιο διοικητικής λογιστικής και κοστολόγησης εργασιών καθώς και σε ομάδες εργασίας, που συνεστήθηκαν με πράξη διοικητική για θέματα του τμήματος οργάνωσης, καθώς και σε επιτροπές αξιολόγησης προσφορών για προμήθειες του τμήματος και υπήρξε εισηγητής σεμιναρίου επιμόρφωσης προσωπικού υποκαταστημάτων και πρακτορείων και σεμιναρίων εκπαίδευσης προσωπικού διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων στην εφαρμογή νέων μηχανογραφικών συστημάτων και μεθόδων.
Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 13 εξαίρετος, ενώ για 4 υποκατηγορίες δεν βαθμολογήθηκε και για το έτος 2000, βαθμολογήθηκε με 17 εξαίρετος, και για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 14ος με σύνολο 378,60 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. 0 εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τη βαθμολογία για το έτος 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, και τον αριθμό σεμιναρίων, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού, ως προς την βαθμολογία για το έτος 1999 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 13 του συγκρινόμενου) ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, ( 3 πτυχία ενώ ο συγκρινόμενος είναι απόφοιτος γυμνασίου), ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 2) ο Χ.
Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.7.1973 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1993. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, κάτοχος πτυχίου αναλυτή συστημάτων, έχει πιστοποίηση παρακολούθησης μαθημάτων προγραμματισμού σε γλώσσες προγραμματισμού, γνωρίζει την αγγλική και γερμανική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Απασχολήθηκε στο τμήμα υποστήριξης πληροφοριακών συστημάτων και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου στο τμήμα από 10.2.2000, ενώ είχε ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από 25.11.1986. Υπήρξε εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης υπαλλήλων σε λειτουργικά συστήματα και σε σεμινάρια νέων διαδικασιών βελτίωσης μηχανογραφικής παραγωγής, εισηγητής- εκπαιδευτής σε μικροϋπολογιστές, εισηγητής βελτίωσης main- frame και εισηγητής σε σεμινάρια συντήρησης εξοπλισμού, μετείχε σε επιτροπές παραλαβής μηχανολογικού εξοπλισμού και σε επιτροπή σύνταξης προδιαγραφών και ηλεκτρονικών υπολογιστών και ως εκ της φύσεως των καθηκόντων του ήταν εκπρόσωπος της εκκαλούσας στο σύστημα swift, υπεύθυνος λειτουργικών συστημάτων VM, USE, υπεύθυνος SWIFT και υπεύθυνος συστημάτων OS/390.
Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν υπάρχουν στοιχεία αξιολόγησης του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 45ος με σύνολο 355,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 έως 2000, (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου) και στις ξένες γλώσσες, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό σεμιναρίων (8 έναντι 4 του συγκρινόμενου) ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 3) ο Θ.
Μ.- Γ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 3.3.1972 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.4.1996. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Εκπόνησε πρόταση για την ενοποίηση των λογαριασμών της μισθοδοσίας του προσωπικού της εκκαλούσας στις 26.6.1990 και πρόταση σχετικά με τις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων της τράπεζας στις 22.2.1991, συμμετείχε σε επιτροπή για την εξέταση των αιτημάτων των υπαλλήλων της τράπεζας και των συνταξιούχων των ασφαλιστικών ταμείων της τράπεζας που είχαν πληγεί από τους σεισμούς του έτους 1999 και του είχαν ανατεθεί καθήκοντα ελεγκτή αστικής εταιρίας.
Άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 16.5.1991, προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 21.7.1992 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 16.11.1999. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 43ος με σύνολο 356 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες.
Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου, ως προς τη γενική αρχαιότητα, κατά ένα έτος και 2 μήνες, και ως προς τη βαθμολογία για το έτος 1999 (16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση της ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς την ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία ενώ ο συγκρινόμενος είναι απόφοιτος Γυμνασίου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 ενώ ο συγκρινόμενος κανένα) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 4) ο Α.
Π., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.8.1990 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1994. Είναι κάτοχος δύο πτυχίων, πολιτικών επιστημών και δημόσιας της Π.Α.Σ.Π.Ε, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, και έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια, συμμετείχε δε και σε επιτροπή για την ορθή τήρηση του αποθέματος της τράπεζας στα υποκαταστήματα της και σε ομάδα εργασίας για την περιγραφή και αξιολόγηση των θέσεων εργασίας στην τράπεζα.
Απασχολήθηκε με θέματα χρηματοδότησης τραπεζών και αναπροεξοφλήσεων και με τον έλεγχο της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 8.2.1991, καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 17.5.1993 και υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 30.7.1999.
Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός και για το έτος 2000 με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 75ος με σύνολο 332,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς είναι ισοδύναμος του συγκρινόμενου, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 2 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 14 και 15 του συγκρινόμενου αντίστοιχα) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 5) ο Ε.
Τ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 25.4.1983 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.4.1997. Είναι κάτοχος 2 πτυχίων, Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά, και έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη διεύθυνση Νομισματικής πολιτικής και στη διεύθυνση συναλλάγματος, με καθήκοντα αναλυτού συστημάτων Β' και ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος από τις 11.12.2000.
Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 10 εξαίρετος και 3 πολύ καλός, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 53ος με σύνολο 349,60 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς είναι ισοδύναμος με τον εφεσίβλητο, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία έναντι 2 του συγκρινόμενου), στον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 5 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 10 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 6) Ο Α.
Τ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 21.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.10.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς- Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και γνωρίζει πολύ καλά την γαλλική γλώσσα και μέτρια την αγγλική γλώσσα, και έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια.
Απασχολήθηκε στο τμήμα πιστώσεων και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου τραπεζών, στο υποκατάστημα Βόλου, στο τμήμα πιστώσεως και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου τραπεζών στην υπηρεσία αξιών-ενέγγυων πιστώσεων, στην υπηρεσία γενικών εργασιών και συναλλάγματος, και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15.3.1995.
Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 9 εξαίρετος και 8 πολύ καλός και για το έτος 2000 με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 63ος με σύνολο 339,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως τις ξένες γλώσσας (1 έναντι 2 του συγκρινόμενου) είναι ισοδύναμοι ως προς την αξιολόγηση για τρ έτος 2000, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 7 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση του έτους 1999 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 9 που έλαβε ο συγκρινόμενος) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών ^προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 7) Ο Ν.
Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 11.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια. Είναι τακτικό μέλος της ομάδας εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης EUR0STAT για το ισοζύγιο πληρωμών, απασχολήθηκε στο τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών του τμήματος κίνησης κεφαλαίων και στον ' τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών του τμήματος ελέγχου του ισοζυγίου πληρωμών.
Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών, αναπληρωτή προϊσταμένου και προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από την 1.8.2001. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του.
Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 50ος με σύνολο 351,80 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου, ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη ξένη γλώσσα, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 4 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 8) ο Σ.
Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά και έχει παρακολουθήσει 18 επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000, σε σύνολο 17 κριτηρίων με 13 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης.
Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 74ος με σύνολο 333,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 18 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι στη γνώση ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού, ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 13 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, διότι ασκεί τέτοια από το έτος 1984, ενώ στον συγκρινόμενο δεν έχουν ανατεθεί και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος.
Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των προαναφερόμενων (τυπικών και ουσιαστικών) προσόντων του εφεσίβλητου και εκείνων των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος υστερεί του Χ. Κ. και Α Τ., ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών, και του Σ. Κ.υ ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, που δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο για να αναιρέσει την καταφανή υπεροχή του εκκαλούντα έναντι αυτών.
Επίσης υστερεί ελαφρώς, ως προς τη βαθμολογία, όσον αφορά το συγκρινόμενο Β. Β. για το έτος 2000 κατά μία μονάδα, το Θ. Μ. - Γ. για το έτος 1999 κατά μία μονάδα και όσον αφορά τον Χ. Κ. και Ν. Κ. στις αξιολογικές κρίσεις των ετών 1999 και 2000, επίσης κατά μία μονάδα, τούτο όμως δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή και δεν αναιρεί την καταφανή υπεροχή του εφεσίβλητου.
Υπερτερεί όλων, ως προς τους τίτλους σπουδών, καθώς και ως προς όλα τα ουσιώδη κριτήρια, που είναι η γενική αρχαιότητα (πλην του Χ. Κ., ως προς τον οποίο υστερεί κατά 1 έτος και 2 μήνες) και ειδική αρχαιότητα, αφού κατέχει το βαθμό του τμηματάρχη με διαφορά με τους συγκρινόμενους από 7 έως 11 έτη, και η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση τέτοιων καθηκόντων, όλων των ανωτέρω συγκρινόμενων, με διαφορά από 7 έως 17 έτη, ενώ στον Σ.
Κ. δεν έχει ανατεθεί η άσκηση ανάλογων καθηκόντων. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά ο εφεσίβλητος υπερτερεί καταδήλως έναντι των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του και συνεπώς η εκκαλούσα θα έπρεπε να είχε προαγάγει τον εφεσίβλητο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, από 1.5.2002, καθόσον η προαγωγή των ανωτέρω είναι προφανώς άδικη και η εκκαλούσα με την παράλειψη του εφεσίβλητου παρεμπόδισε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.....".
Η εναγομένη ισχυρίζεται- συνεχίζει το Εφετείο- ότι η προαγωγή των εν λόγω υπαλλήλων της, έγιναν ύστερα από αξιολόγηση των εν γένει προσόντων τους από τη συσταθείσα, με την απόφαση του Διοικητή της, γνωμοδοτικής επιτροπής με απόφαση της οποίας οι ανωτέρω κατατάχθηκαν σε πίνακα, που συντάχθηκε από τα μέλη της, χάριν μεγαλύτερης αντικειμενικότητας και διαφάνειας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι εκτός του ότι η προηγηθείσα των προαγωγών γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής, που συνεστήθη για την κατ' αρχήν αξιολόγηση των υποψηφίων προς προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου και τη σύνταξη των σχετικών πινάκων, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς τους προαχθέντες έναντι της αντίστοιχης κρίσεως που αναφέρεται στον εφεσίβλητο, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εκκαλούσας και δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει την κρίση αυτή, ούτε συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού της εκκαλούσας, με βάση τα οποία κρίνονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων προς προαγωγή, επιπλέον δε δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, αλλ' αντίθετα αποτελεί προϊόν υποκειμενικής κρίσεως της Επιτροπής αυτής, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών.
Τέλος, το Εφετείο δέχτηκε ότι η διακωλυτική της γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, ένσταση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν θα προήγετο, αφού υπήρχαν οι συνάδελφοι του Κ. Γ., Δ. Γ. και Η. Ζ., οι οποίοι παραλείφθηκαν και θα είχαν προαχθεί, γιατί υπερέχουν του ενάγοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, διότι ο ενάγων υπερέχει καταδήλως των ως άνω οκτώ (8) προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε και αν ακόμη οι προς σύγκριση αντιπροτεινόμενοι υπερείχαν αυτού, ο τελευταίος θα καταλάμβανε την μια από τις υπολειπόμενες πέντε (5) θέσεις.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των πιο πάνω συναδέλφων του και, επομένως, η παράλειψή του είναι παράνομη, κατ' άρθρο 207 ΑΚ, και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα, καταρχήν να αξιώσει την προαγωγή του. Στη συνέχεια δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 207 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 201 ΑΚ. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων Ειδικότερα περιέχει αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού της ως άνω διατάξεως.
Τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος, έναντι των προαχθέντων, διέθετε περισσότερους τίτλους σπουδών (τρία πτυχίων πανεπιστημίου έναντι ενός), είχε περισσότερα χρόνια υπηρεσίας, πλην του Χ. Κ. ( από τον οποίο υπολειπόταν κατά ένα έτος και δυο μήνες), με αποτέλεσμα να είναι αρχαιότερος όλων των υπολοίπων, αλλά και στην ειδική αρχαιότητα (άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων) υπερείχε κατά πολύ όλων των ως άνω συναδέλφων του (από 7-10 έτη), ενώ στον Σ.
Κ., δεν είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα.
Συνεπώς, υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων στα ουσιώδη κριτήρια, που είναι αναγκαία, με βάση τον κανονισμό της αναιρεσείουσας για την προαγωγή του και συνακόλουθα η παράλειψη αυτού είναι προφανώς άδικη. Έτσι με την εκδηλωθείσα, πιο πάνω, συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της, παρεμπόδισε η αναιρεσείουσα, εναντίον της καλής πίστεως, την προαγωγή του.
Η εν λόγω δε, υπεροχή του δεν αναιρείται, από το ότι υστερούσε έναντι των προαχθέντων και ειδικότερα: 1) του Χ. Κ. και Α Τ., ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών, 2) του Σ. Κ.υ ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, 3) ως προς τη βαθμολογία, όσον αφορά το συγκρινόμενους, Β. Β. για το έτος 2000 κατά μία μονάδα, το Θ. Μ. - Γ. για το έτος 1999 κατά μία μονάδα και όσον αφορά τον Χ.
Κ. και Ν. Κ. στις αξιολογικές κρίσεις των ετών 1999 και 2000, επίσης κατά μία μονάδα, καθόσον τα προσόντα αυτά δεν αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο πιο πάνω κανονισμό, ουσιώδη και αποφασιστικά κριτήρια για την προαγωγή των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας. Ενόψει αυτών οι συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος, 2ος και 3ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως , ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 2.
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τον 4ο λόγο, της κρινόμενης αίτησης, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τον, μετ' επίκληση υπό της αναιρεσείουσας προσκομισθέντα πίνακα αξιολόγησης των υπό προαγωγή υπαλλήλων, που συντάχθηκε από την ορισθείσα με απόφαση του Διοικητή της, γνωμοδοτική επιτροπή.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τον αναφερόμενο πιο πάνω πίνακα, για τον οποίο μάλιστα γίνεται και ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.
φύλλο 8 οπίσθια όψη). Κατά συνέπεια ο 4ος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικο πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 3599/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ