Legislator Case Law & Legislation
211/2010 AI generated

211/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 211/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

211/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Keywords

AI generated
property ownership sole ownership land and buildings rural land ownership ownerless property proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 211 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 211/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, κατοίκου .... Ο δεύτερος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοδέ, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 18-7-2008 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο δεύτερος αναιρεσείων.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάρπα.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως πιο πάνω σημειώνεται, ο δικηγόρος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 489/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1143/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 20-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1 απεβίωσε στις 18-07-2008, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (12-6-2008), ο δε δεύτερος αναιρεσείων Χ2, τέκνο του, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκείμενη δίκη. 2.- Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία.

Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοση της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλ' έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή ν' ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν1 ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 1113, 1884 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η σύννομη του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του.

Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών κληρονόμων κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία. Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού (κληρονομιαίου) ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, κατά το έτος 1953, μετά από άτυπη διανομή που έκανε με τα αδέλφια του, και συγκεκριμένα με τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα και την Ω συζ. Μ, της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας των γονέων τους, που αποτελείτο από έξι ακίνητα, έλαβε στη νομή και κατοχή του ένα ακίνητο, εμβαδού 640 τ.μ, με την εντός αυτού παλαιωμένη και ετοιμόρροπη οικία, κατασκευής έτους 1873, που βρίσκεται εντός του δημοτικού διαμερίσματος ...

του Δήμου .... Από τότε ο ενάγων το κατείχε συνεχώς, με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες Χ1, αδελφό του, και Χ2, γιο του τελευταίου. Ειδικότερα ο ενάγων, ως μόνιμος κάτοικος ..., το καλλιεργούσε, το φρόντιζε και το καθάριζε και εν γένει το επέβλεπε και επιμελείτο την παρεμπόδιση της προσβολής του από οποιοδήποτε τρίτο, μέσω των ίδιων των εναγομένων, που ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό του.

Η παραπάνω άτυπη διανομή, μάλιστα επιβεβαιώθηκε και εγγράφως, μεταξύ των αδελφών, με το από 30-5-1986 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ τους και μεταξύ της συζύγου του πρώτου εναγομένου ... συζ. Χ1, στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι ο ενάγων από την άτυπη διανομή, που έγινε το έτος 1953 έλαβε στη νομή και κατοχή του, πλην άλλων, και το επίδικο ακίνητο.

Από τη νομή του ακινήτου αυτού ουδέποτε αποξενώθηκε ο ενάγων, αντίθετα κατά το έτος 1988 με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίας Ορφανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στην αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του, για το συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ κατά το έτος 1994 υπέβαλε στην Κοινότητα τότε ...

και δήλωση ιδιοκτησίας γι' αυτό. Επομένως,ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία, αφού το νεμόταν, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1953 μέχρι και το έτος 2002, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι εναγόμενοι κατά τον Ιούνιο του έτους 2002 κατέλαβαν αυθαίρετα το παραπάνω ακίνητο και εμπόδισαν τον ενάγοντα, ο οποίος ήλθε από την ..., να το επισκεφθεί, από τότε δε το κατέχουν και αμφισβητούν και οι δύο το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητάς του και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να τον εμποδίζουν στην άσκηση των δικαιωμάτων του, που απορρέουν από την κυριότητά του επ' αυτού.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχτηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήσαν αναγκαία για την απόκτηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και συνακόλουθα για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.

Αντιφατική προς την ανωτέρω αιτιολογία της κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία δεν είναι η περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο ενάγων με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίας Ορφανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στην αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του, για το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού η αναφορά του γεγονότος αυτού έγινε προς ενίσχυση της κρίσεως, ότι ο ενάγων ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή του ακινήτου αυτού και δεν αναφέρεται (η παραδοχή αυτή) και σε κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν.

Εξάλλου τέτοια βάση δεν είχε η αγωγή, όπως από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προκύπτει. Τέλος για τη νομική πληρότητα της απόφασης δεν απαιτείτο να αναφέρεται σ' αυτήν, ενόψει της παραδοχής ότι χώρησε άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων, ότι ο ενάγων, ως συγκληρονόμος, γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκληρονόμους πως νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, μόνο από τονααριθ.1ί9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

3.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.

Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι "με την επίκληση των διδαγμάτων κοινής πείρας σφαλερά ερμήνευσε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου περί κτήσεως, ασκήσεως αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου, απώλειας, αναστολής και διακοπής της νομής προς κτήσιν κυριότητος δι' υπέρ 20ετούς χρησικτησίας (αρθ. 974, 976, 980,981 ΑΚ), καθώς και κτήσεως της κυριότητος δι εκτάκτου χρησικτησίας (άρθρα 1033, 1045, 1056, 1048 επ.

ΑΚ) και σφαλερά υπήγαγε σε αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι ενισχύουν την άποψη της περί κτήσεως της νομής και κυριότητος του επιδίκου ακινήτου από τον αντίδικο". Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ποία συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού. 4.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το αναφερόμενο στο αναιρετήριο έγγραφο και συγκεκριμένα την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίας Ορφανού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το εν λόγω έγγραφο έχει ληφθεί υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, όπως ρητά σ' αυτήν αναφέρεται. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις, που οι αναιρεσείοντες (με τον ίδιο λόγο) αποδίδουν στο Εφετείο, οι οποίες αναφέρονται στην αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της ως άνω δήλωσης αποδοχής είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, απαράδεκτες.

5.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2008 αίτηση τωνΧ1 και Χ2 για αναίρεση της 1143/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ