211/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 211 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated211/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 211 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 211 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 211/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσίου δικηγόρου της Γεωργίου Σγουρίτσα. Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μαργώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3541/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5736/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-8-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως αόριστης, είτε λόγω νομικής αοριστίας είτε λόγω ποσοτικής τοιαύτης, το δεδικασμένο περιορίζεται στην καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια της απορρίψεως λόγω της αοριστίας που διέγνωσε η απόφαση, με συνέπεια την απόρριψη της νέας αγωγής ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου, αν το ίδιο αίτημα υποβάλλεται με τις ίδιες ελλείψεις. Αντιθέτως, αν το αίτημα αυτό υποβάλλεται χωρίς ελλείψεις, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, αφού η συμπληρωμένη νέα ιστορική αιτία είναι διαφορετική. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής : "Ο ενάγων (και τώρα αναιρεσίβλητος) είχε εγείρει κατά της εναγομένης (και τώρα αναιρεσείουσας) και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη .... την από 17/7/2000 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως μόνοι, εκ διαθήκης κληρονόμοι του .... να τα καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας το ποσό των 20.178.000 δραχμών εντόκως από 11-7-1995, το οποίο αντιστοιχεί στο εργολαβικό αντάλλαγμα που του όφειλε ο θανών ..... και το οποίο ο τελευταίος μέχρι του θανάτου του δεν του είχε καταβάλει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 297/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή), ως μη νόμιμη (αόριστη) για το λόγο ότι δεν εκτίθετο σ΄ αυτή (αγωγή) η αξία της κληρονομίας του διαθέτη .... , ούτε το ποσοστό της κληρονομικής μερίδος εκάστου των εναγομένων κατά το οποίο και μόνο ευθύνονται, προκειμένου να επιμεριστεί κατά το λόγο αυτό η ένδικη αξίωση του ενάγοντος. Μετά τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως, η οποία έγινε την 18-1-2002 και πριν παρέλθει το εξάμηνο, ήτοι την 5-7-2002 κατατέθηκε η κρινόμενη αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγόμενη, όπως προκύπτει από την με αριθμό .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... . Η κρινόμενη αγωγή έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προαναφερόμενη αγωγή αφού και στις δύο αγωγές η ένδικη αξίωση αφορά εργολαβικό αντάλλαγμα για έργο που έχει εκτελέσει ο ενάγων ύστερα από σύμβαση με το θανόντα .... , επίσης εργολάβο, ο οποίος κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από την εναγόμενη και τον .... και οι οποίοι καλούνται και στις δύο αγωγές να καταβάλουν το ποσό αυτό ως κληρονόμοι αυτού. Επίσης και στις δύο αγωγές το αίτημα είναι το ίδιο δηλ. η καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 20.178.000 δραχμών. Το ότι με την πρώτη αγωγή ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν το ως άνω ποσό, ενώ με την κρινόμενη αγωγή ζητεί να τού καταβάλλουν τό ως άνω ποσό, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδος, όπως του υποδείχθηκε με την παραπάνω απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ζητείται διαφορετική έννομη προστασία, αφού τόσο στην πρώτη αγωγή, όσο και στην κρινόμενη η αξίωση είναι η ίδια διαφοροποιούμενη μόνο ως προς τον τρόπο καταβολής αυτής και το ποσό (μικρότερο) από τους κληρονόμους του αρχικά υποχρέου. Επομένως εφόσον η ένδικη αξίωση γεννήθηκε το έτος 1995 η πενταετής παραγραφή στην οποία υπόκειται αυτή αρχίζει κατ' άρθρο 261 AK από το τέλος του έτους ήτοι από 1-1-1996 και λήγει την 31-12-2000, πλην όμως προ της λήξεως του έτους 2000 ήτοι την 28-7-2000 ασκήθηκε η πρώτη αγωγή και έτσι διακόπηκε η ως άνω παραγραφή. Mετά την απόρριψη της αγωγής αυτής με την προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προ της παρόδου εξαμήνου από της δημoσιεύσεώς της ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή η οποία έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την πρώτη αγωγή, και επομένως η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την πρώτη αγωγή. Ακόμη η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή για δικονομικό λόγο (τυπικό) όπως είναι η αοριστία, παράγει δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας που κρίθηκε και όχι και ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που κατήχθη στη δίκη με την αγωγή αυτή. Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας - εναγομένης και συγκεκριμένα α) την περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης ένσταση (άρθρ. 250 ΑΚ) δεχθέν ότι η παραγραφή είχε διακοπεί με την άσκηση της πρώτης αγωγής και την εμπρόθεσμη επανέγερσή της. β) τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της ότι δηλαδή από την παραπάνω απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή παράγεται δεδικασμένο και ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα και γ) τον ισχυρισμό της ότι ενώ με την πρώτη αγωγή είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνον της απαίτησης του ενάγοντος η επιζήτηση από αυτόν με την ένδικη αγωγή μεγαλύτερου ποσού (έστω και αν η αγωγή αυτή ασκήθηκε εντός του εξαμήνου από της απορρίψεως ως αορίστου της πρώτης) έχει παραγραφεί κατά το υπερβάλλον μέρος, δεχθέν ότι με την αγωγή που προηγήθηκε και διέκοψε την παραγραφή ο ενάγων ζητούσε από καθένα εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.178.000 δραχμών σε ολόκληρο, ενώ με την κρινόμενη αγωγή επιζητεί εμφανώς μικρότερο ποσόν, αφού ζητεί να του καταβάλουν οι εναγόμενοι το αυτό ως άνω ποσόν κατά το λόγο όμως της κληρονομικής των μερίδας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα, σύμφωνα με παραπάνω, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 263 ΑΚ ούτε εκείνες των άρθρ. 261 και 1885 ΑΚ και συνεπώς οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 ΑΚ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι όπως και η αναίρεση το σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-8-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 5736/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ