211/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated211/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης (άρθρ. 510 § 1Α ΚΠΔ) τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφερόμενη στην παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεώς της, εκ της μη τηρήσεως των σχετικών με την προσωρινή απομάκρυνσή της από την αίθουσα της συνεδριάσεως διατυπώσεων.
Full text
Απόφαση 211 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 211/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Κ. του Γ., κατοίκου…, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπολόφη, περί αναιρέσεως της 1610/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου
Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/2005.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 δ' και 347 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο, του οποίου με απόφαση του Δικαστηρίου διατάχθηκε η προσωρινή απομάκρυνση από τη συνεδρίαση διότι, παρά τις νουθεσίες του Προέδρου, θορυβούσε και δυσχέραινε τη διεξαγωγή της δίκης και του οποίου, μετά ταύτα, διατάχθηκε η επάνοδος στο ακροατήριο, πρέπει να αναγνωσθούν από το γραμματέα, με την υπόδειξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, υποχρεωτικώς και απαραιτήτως, όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της απουσίας του.
Η παράλειψη της διατυπώσεως αυτής δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, καθ'όσον επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της επ'ακροατηρίου διαδικασίας, που ανάγεται στην παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 1610/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Ναυπλίου και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά, κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής, διατάχθηκε από το Δικαστήριο η απομάκρυνση της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) από τη συνεδρίαση προσωρινά και μέχρι την ολοκλήρωση της αγορεύσεως τούτου, επειδή αυτή, παρά τις νουθεσίες του Προέδρου και τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του ότι θα απομακρυνθεί, δεν συμμορφώθηκε.
Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της αγορεύσεως του τελευταίου, επανήλθε η κατηγορουμένη στην αίθουσα του Δικαστηρίου και συνεχίστηκε η διαδικασία επί παρουσία της. Στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα ταυτάριθμα πρακτικά δεν αναφέρεται όμως ότι η γραμματέας της έδρας, τη υποδείξει του διευθύνοντος τη συζήτηση, της ανέγνωσε περιληπτικά, τα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της απουσίας της, όπως επί ποινή απολύτου ακυρότητας επιβάλλεται από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης (άρθρ. 510 § 1Α ΚΠΔ) τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφερόμενη στην παραβίαση των δικαιωμάτων υπερασπίσεώς της, εκ της μη τηρήσεως των σχετικών με την προσωρινή απομάκρυνσή της από την αίθουσα της συνεδριάσεως διατυπώσεων.
Η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως παρέλκει μετά ταύτα, ως αλυσιτελής.
Επειδή στο άρθρο 511 ΚΠΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν κριθεί παραδεκτή η αναίρεση και εμφανισθεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διάταξη αυτή είναι δικονομικής φύσεως και, ως τέτοια, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά το ατέλεστο μέρος τους υποθέσεις (βλ.
και άρθρο 598 § 1α ΚΠΔ) όπως η κρινόμενη, καθόσον η πληττόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30.11.2004. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ συνάγεται ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας στα πλημμελήματα είναι πέντε (5) έτη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη και ότι η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη για τα πλημμελήματα.
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφ'όσον ο προδιαληφθείς από το άρθρο 559 παρ. 1Α αναιρετικός λόγος κρίθηκε βάσιμος, η δε ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, πρέπει να παύσει οριστικώς η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι αξιόποινες πράξεις, που είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα, διότι τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών η ψευδορκία μάρτυρος και με φυλάκιση η ψευδής καταμήνυση αντιστοίχως (άρθρα 18 εδ.
β', 224 παρ. 1, 2 και 229 § 1 ΠΚ) και για τις οποίες κατηγορείται η αναιρεσείουσα (2.6.1997) και μέχρι σήμερα, πέρασε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ (8) ετών και επομένως συμπληρώθηκε ο χρόνος που καθορίζεται από το νόμο για την παραγραφή τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1610/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη εναντίον της Π. Κ. του Γ., κατοίκου … για το ότι αυτή με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα Α) Στην Αθήνα την 2 Ιουνίου 2 Ιουνίου 1997 εν γνώσει της ψευδώς κατεμήνυσε άλλον, ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή.
Ειδικότερον, με τον παραπάνω σκοπό, την ανωτέρω ημερομηνία υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 29 Μαΐου 1997 μήνυση της κατά της νυν μηνυτρίας Α. Κ., απευθυνομένην προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης, προς τον οποίον και διεβιβάσθη λόγω αρμοδιότητος, με την οποίαν (μήνυση) ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω επί λέξει "...
Η μηνυόμενη (Α. Κ.) εκμεταλλευόμενη την απουσία μας, όλως αυθαιρέτως, παρανόμως και με σαφή πρόθεση και σκοπό να παραποιήσει τα όρια, προέβη στο ξερίζωμα ενός πασσάλου και συγκεκριμένα του εβδόμου από ανατολάς προς δυσμάς όπου στο σημείο αυτό υπάρχει καμπύλη, ώστε να μην είναι σταθερά στερεωμένος με το έδαφος με κίνδυνο να πέσει και βορείως αυτού (πασσάλου) μέσα στην ιδιοκτησία μας τοποθέτησε πέτρες δημιουργώντας τοίχο μήκους περίπου 0,80 εκατ.
και πλάτος 0,60 περίπου με προφανή σκοπό και με υπερχειλίζοντα δόλο στη συγκεκριμένη ενέργειά της να εμφανίσει ότι ο πάσσαλος ήταν τοποθετημένος στην ιδιοκτησία της, παραποιούσα και επιφέρουσα σύγχυση στα όρια των ιδιοκτησιών μας. Ακόμη την 15 Απριλίου 1997 βρήκαμε ότι είχε ξεκουνήσει πάλι τον ίδιο πάσσαλο, έχει σκάψει μέσα στην ιδιοκτησία μας, είχε ανοίξει λακκούβα σε βάθος γύρω από αυτόν (πάσσαλο) και είχε ποτίσει το έδαφος με σκοπό να τον απομακρύνει.
Επειδή η μηνυομένη με δόλια προαίρεση να βλάψει την έκταση της ιδιοκτησίας μου αφού δια των ενεργειών της κατέστησε αγνώριστα τα όρια της ιδιοκτησίας μου και συγκεκριμένως μετατόπισε τα ορόσημα που προσδιορίζουν την ακριβή εδαφική μας έκταση, διέπραξε το αδίκημα το προβλεπόμενο υπό του άρθρου 223 του Ποινικού Νόμου...", ενώ γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω καταγγελθέντα ήσαν ψευδή, όπως επίσης γνώριζε ότι το αληθές ήταν, ότι η νυν μηνύτρια ουδέποτε προέβη ή αποπειράθηκε να προβεί στην μετακίνηση των οροσήμων, που χρησίμευαν για τον καθορισμό των ορίων των ομόρων ιδιοκτησιών τους με σκοπό να την βλάψει (Π.
Κ.) είτε δια της ξεριζώσεως του 7ου σιδηροπασσάλου που είχαν τοποθετήσει η κατηγορούμενη και η Α. Κ., είτε δια της τοποθετήσεως λίθων και της δημιουργίας τοίχου εντός της ιδιοκτησίας της κατηγορούμενης και της Α. Κ., είτε δια της αφαιρέσεως τμήματος των σωζομένων θεμελίων του μανδροτοίχου της νυν μηνύτριας, είτε τέλος ξεκουνώντας τον ίδιο πάσσαλο και ανοίγοντας λακκούβα γύρω απ'αυτόν και ποτίζοντας το έδαφος με σκοπό την απομάκρυνσή του.
Προέβη δε στην πράξη της αυτή η κατηγορούμενη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της μηνύτριας Α. Κ. πράγμα το οποίον πέτυχε, αφού εναντίον της ασκήθηκε ποινική δίωξη για μετακίνηση ορόσημων. Και Β) Στην Αθήνα την 2 Ιουνίου 1997, με πρόθεση εξεταζόμενη, ενόρκως, ενώπιον της αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής, εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή γεγονότα και ειδικότερον, βεβαίωσε στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενόρκως, την αλήθεια του περιεχομένου της από 29 Μαΐόυ 1997 μήνυσής της, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, παρουσία και του Γραμματέως της Εισαγγελίας Πρωτοδικείων Αθηνών, εν γνώσει της ότι αυτό ήταν εντελώς αναληθές και ότι η ως άνω ένορκη διαβεβαίωση περί της αληθείας της μήνυσής της εγένετο ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ