Legislator Case Law & Legislation
2119/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment due to inadmissible ground of evidence non-consideration. Appeal rejected as grounds not applicable to first instance decisions.

Case Number 2119/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against a first-instance judgment regarding a co-ownership dispute over a shop in Naxos. The appellants argued that the lower court failed to consider specific notarized certificates they submitted, claiming this omission was a material error. The court ruled this ground inadmissible because Article 560 of the Code of Civil Procedure restricts appeal grounds against first-instance decisions to a specific list, excluding the general ground for non-consideration of evidence applicable to other courts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 KPolD; Art. 559 KPolD: The grounds for appeal against first-instance judgments are limited to those specifically enumerated in the relevant article, excluding the general ground for non-consideration of evidence which applies only to appeals against decisions of other courts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal first instance judgment evidence non-consideration co-ownership dispute Code of Civil Procedure appeal grounds limitation court costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 560 KPolD
Art. 495 no. 3 KPolD
Art. 106 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 no. 1 KPolD
Art. 191 no. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2119 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2119/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Δ., 2) Δ. Π. του Ε. και 3) Ι. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Πασχάλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. χήρας Β. Τ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. χήρας Ε. Μ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., 3) Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Ι. Χ. του Α., κατοίκου ... και 5) Σ. Χ. του Α. , κατοίκου ..., οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Πρωτοπαπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-07-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 02-02-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 30-7-2014 (υπ' αριθ. ...-2014 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή τους, που άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξέθεταν ότι επί της παραλιακής οδού της Χώρας Νάξου βρίσκεται ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 98,40 τ.μ., όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής τους, το οποίο ανήκει εξ αδιαιρέτου σε εκείνους και τους εναγομένους και πιο συγκεκριμένα στον πρώτο εναγόμενο ανήκει η επικαρπία των 2/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και στους δεύτερο και τρίτο των εναγόμενων ανήκει κατ' ισομοιρία η ψιλή κυριότητα του ίδιου ποσοστού (2/3) του ακινήτου, ενώ στους ενάγοντες ανήκει το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, σύμφωνα και με τη με αριθμό 5/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Ότι το ποσοστό συγκυριότητας καθενός από τους ενάγοντες, όπως αναγνωρίσθηκε και με την ως άνω απόφαση, είναι για την πρώτη, δεύτερη και τρίτο από αυτούς το 1/36 ή 10/360, για τον τέταρτο το 75/360 και για τον πέμπτο το 1/24 ή 15/360. Ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει κοινωνία δικαιώματος επί του ακινήτου, αλλά αποκλειστική χρήση αυτού κάνουν οι εναγόμενοι, λειτουργώντας σε αυτό καφετέρια με την επωνυμία "ΡΑΝΤΕΒΟΥ" και για τον λόγο αυτό δικαιούνται αποζημίωση για την εκ μέρους των τελευταίων αποκλειστική χρήση του ακινήτου, αναλόγως της μισθωτικής αξίας αυτού.

Βάσει των ως άνω περιστατικών οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ζήτησαν να υποχρεωθεί έκαστος των αναιρεσειόντων (εναγομένων) να καταβάλει σε κάθε ένα από τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο από αυτούς (ενάγοντες) το ποσό των 1.584,06 ευρώ, στον τέταρτο από αυτούς (ενάγοντες) το ποσό των 11.880,50 ευρώ και στον πέμπτο από αυτούς (ενάγοντες) το ποσό των 2.376,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και επικουρικώς βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ).

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 108/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή και υποχρέωσε έκαστο των αναιρεσειόντων (εναγομένων) να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων (εναγόντων) το ποσό των 1.584,06 ευρώ, στον τέταρτο αυτών το ποσό των 11.880,50 ευρώ και στον πέμπτο αυτών το ποσό των 2.376,10 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Τέλος, επί της ασκηθείσας από τους ήδη αναιρεσείοντες εφέσεως και προσθέτους λόγους αυτής, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 89/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι ασκήθηκε, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1386/2019).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου (ΑΠ 108/2025).

Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερθέν Δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επί της παραλιακής οδού της πόλης της Νάξου βρίσκεται ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 98,40 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.

Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Σ., νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Χ. και δυτικά με το δημοτικό παραλιακό δρόμο της πόλης της Νάξου. Με τη με αριθμό 5/2014 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εξεδόθη επί της από 25-06-2003 αγωγής των εναγόντων και της Μ. Χ. (η οποία διαρκούσης της επιδικίας απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον τέταρτο των εναγόντων, ο οποίος συνέχισε τη δίκη) κατά των εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και επικυρώθηκε με τη με αριθμό 709/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως εκ μέρους των εναγόμενων, το ως άνω κατάστημα ανήκει στους ενάγοντες σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, στον πρώτο εναγόμενο ανήκει η επικαρπία των 2/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και στους δεύτερο και τρίτο αυτών ανήκει κατ' ισομοιρία η ψιλή κυριότητα του ίδιου ποσοστού (2/3) του ακινήτου (οράτε το .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Νάξου, Α.

Κ.). Κατά την ως άνω εφετειακή απόφαση, την οποία επικύρωσε η με αριθμό 709/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο απώτερος αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου ήταν ο κοινός δικαιοπάροχος όλων Δ. Χ. του Σ., ο οποίος είχε αποκτήσει το όλο ακίνητο, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../1942 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου, Α.

Μ. σε συνδυασμό με το επίσης νομίμως μεταγεγραμμένο .../1961 πωλητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Εν συνεχεία ο Δ. Χ., δυνάμει του .../1963 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου Β. Δ., νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησε και μεταβίβασε τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου στον πρώτο εναγόμενο Ε. Π.

και τον Μ. Π., σε καθένα από αυτούς κατ' ισομοιρία, καθιστώντας έτσι καθέναν από αυτούς κυρίους σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Κατόπιν ο Μ. Π., δυνάμει του .../1964 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησε και μεταβίβασε το ποσοστό του (1/3 εξ αδιαιρέτου), στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος κατέστη κύριος των 2/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ενώ ο απώτερος δικαιοπάροχος Δ.

Χ. εξακολούθησε να είναι κύριος του 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού. Ο τελευταίος απεβίωσε στις ...-1970 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη Μ. Χ. κατά ποσοστό 1/4 και τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων κατά ποσοστό 1/4, ήτοι κατά 1/12 ο καθένας, τους τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων κατά ποσοστό 1/4, ήτοι κατά 1/8 ο καθένας και την Ε.

Χ. κατά ποσοστό 1/4. Στις ...-1993 απεβίωσε η Ε. Χ. και κληρονομήθηκε από τη Μ. Χ., δυνάμει της ...-1987 δημόσιας διαθήκης, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου Ε. Β. και δημοσιεύθηκε στις ...-1993 δυνάμει του .../1993 πρακτικού του Πρωτοδικείου Νάξου. Στις ...-2006 απεβίωσε η Μ. Χ. και κληρονομήθηκε από το τέταρτο των εναγόντων δυνάμει της από ...-2003 ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με το 2/2007 πρακτικό του Πρωτοδικείου Νάξου.

Τα ποσοστά συγκυριότητας καθενός εκ των εναγόντων, όπως αυτά αναγνωρίστηκαν με την προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση και επικυρώθηκαν με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι για την πρώτη, δεύτερη και τρίτο από αυτούς το 1/36 ή 10/360, για τον τέταρτο το 75/360 (αθροιζόμενου του δικού του ποσοστού και του ποσοστού 60/360, το οποίο ανήκε στη Μ.

Χ., ως κληρονόμος της) και για τον πέμπτο των εναγόντων το 1/24 ή 15/360. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω προκύπτει ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει κοινωνία δικαιώματος επί του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου κατά τα ανωτέρω ποσοστά, του οποίου όμως αποκλειστική χρήση κάνουν οι εναγόμενοι, λειτουργώντας σε αυτό καφετέρια με τον τίτλο "Ραντεβού".

Οφείλεται λοιπόν από τους εναγομένους στους ενάγοντες η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν οι εναγόμενοι από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και δη βάσει της μισθωτικής αξίας του ακινήτου αυτού, κατ' ίσα μέρη με βάση το άρθρο 480 ΑΚ, καθόσον χρήση έκαναν όλοι οι εναγόμενοι, στεγάζοντας εκεί και εκμεταλλευόμενοι τη λειτουργούσα επί του ως άνω ακινήτου επιχείρησή τους ζαχαροπλαστείου, απορριπτομένης της ένστασης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, η δε υποχρέωσή τους απόδοσης της ωφέλειας βαρύνει όλους τους εναγομένους κατ' ίσα μέρη (άρθρο 480 ΑΚ), όπως προαναφέρθηκε.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η μισθωτική αξία του ακινήτου, το οποίο χρησιμοποιείται από τους εναγομένους ως ζαχαροπλαστείο - καφετέρια και βρίσκεται στον πιο εμπορικό δρόμο της Χώρας Νάξου, ήτοι πάνω στην παραλιακή οδό και δη στο πιο κεντρικό της σημείο, με την ως άνω εφετειακή και ήδη αμετάκλητη απόφαση, καθορίσθηκε για το έτος 2003 σε 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, με δεδομένο δε, ότι κατά τη διάρκεια του διαδραμόντος ενδίκου χρονικού διαστήματος, ήτοι από την 01- 01-2009 έως και 31-07-2014 δε μεταβλήθηκε η νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, ενώ συνεχίστηκε η αποκλειστική χρήση αυτού από όλους τους εναγομένους ως καφετέριας, αφού ουδέν αντίθετο απέδειξαν οι τελευταίοι, η μεταβληθείσα μισθωτική αξία του ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον καθορισμό αυτό.

Με την εφαρμογή της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τα επόμενα έτη, όπως αυτή προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (οράτε σχετικούς πίνακες για τη διαμόρφωση του Δ.Τ.Κ., νόμιμα προσκομιζόμενους μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους) προκύπτει ότι τον πρώτο μήνα του έτους 2004 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 2,9 % σε σχέση με το έτος 2003, τον πρώτο μήνα του έτους 2005 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 4,0 % σε σχέση με το έτος 2004, τον πρώτο μήνα του έτους 2006 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 3,2 % σε σχέση με το έτος 2005, τον πρώτο μήνα του έτους 2007 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 2,7 % σε σχέση με το έτος 2006, τον πρώτο μήνα του έτους 2008 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 3,9 % σε σχέση με το έτος 2007, τον πρώτο μήνα του έτους 2009 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 1,8 % σε σχέση με το έτος 2008, τον πρώτο μήνα του έτους 2010 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 2,4 % σε σχέση με το έτος 2009, τον πρώτο μήνα του έτους 2011 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 5,2 % σε σχέση με το έτος 2010, τον πρώτο μήνα του έτους 2012 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 2,3 % σε σχέση με το έτος 2011, τον πρώτο μήνα του έτους 2013 μεταβλήθηκε σε ποσοστό 0,2 % σε σχέση με το έτος 2012 και τον πρώτο μήνα του έτους 2014 μεταβλήθηκε σε ποσοστό -1,5 % σε σχέση με το έτος 2013.

Συνεπώς η μισθωτική αξία για το έτος 2004 έως και το έτος 2014 (και δη μέχρι τον μήνα καταθέσεως της αγωγής) ήταν 2.058,00, 2.140,32, 2.208,81, 2.268,44, 2.356,90, 2.399,32, 2.456,90, 2.584,65, 2.644,09, 2.649,37, 2.609,62 ευρώ αντίστοιχα. Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων περί μείωσης της μισθωτικής αξίας του ακινήτου και αναπροσαρμογής της κατά το προσήκον μέτρο επικαλούμενοι μεταξύ άλλων αφενός την οικονομική κρίση, αφετέρου τον υπολογισμό αυτής, σύμφωνα με τη με αριθμό 3/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κρίνεται απορριπτέος, καθώς η διάταξη του άρθρου 7 § 2 του π.δ. 34/1995 ρυθμίζει την περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, τα οποία ουδόλως αποδείχθηκαν εν προκειμένω. Δέον να σημειωθεί ότι, παρά την αδιαμφισβήτητη οικονομική κρίση που ενέσκυψε στη Χώρα μας το παραπάνω χρονικό διάστημα, υπήρξε ραγδαία αύξηση του τουρισμού στη Ν. Νάξο, με διαρκή ανοδική πορεία κατά το ίδιο διάστημα. Ενόψει των ανωτέρω, η ετήσια μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου διαμορφώνεται για τα έτη 2004 έως και το έτος 2014 (και δη ως το μήνα καταθέσεως της αγωγής) στα ποσά των 24.696,00, 25.683,84, 26.505,72, 27.221,28, 28.282,80, 28.791,84, 29.482,80, 31.015,80, 31.729,08, 31.792,44 και 18.267,34 αντίστοιχα.

Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως και 31-07-2014, για το οποίο οι ενάγοντες ζητούν την απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν οι εναγόμενοι από την αποκλειστική χρήση του επικοίνου, αυτή (ωφέλεια) ανήλθε στο ποσό των 171.079,30 ευρώ (28.791,84 + 29.482,80 + 31.015,80 + 31.729,08 + 31792,44 + 18.267,34 = 171.079,30 ευρώ). Από το ποσό αυτό, η στο ποσοστό καθενός από τους ενάγοντες επί του κοινού ακινήτου αναλογούσα αποζημίωση, όπως το ποσοστό εκάστου αναφέρθηκε ανωτέρω ανέρχεται για την πρώτη, τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγόντων σε 4.752,20 ευρώ (171.079,30 X 10/360 = 4.752,20 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των πρώτης, δεύτερης και τρίτου των εναγόντων 1.584,06 ευρώ (4.752,20 : 3 = 1.584,06 ευρώ), για τον τέταρτο των εναγόντων σε 35.641,52 ευρώ (171.079,30 X 75/360 = 35.641,52 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει 11.880,50 ευρώ (35.641,52 : 3 = 11.880,50 ευρώ) και για τον πέμπτο των εναγόντων σε 7.128,30 ευρώ (171.079,30 X 15/360 = 7.128,30 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει 2.376,10 ευρώ (7.128,30 : 3 = 2.376,10 ευρώ).

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ανήγειρε το εν λόγω ακίνητο με δικές του αποκλειστικά δαπάνες, τουναντίον σ' αυτές συμμετείχαν όλοι οι αρχικοί συγκύριοι, έτι περαιτέρω, δαπάνες που αφορούν το ακίνητο μεν, πλην όμως λόγω της εγκατεστημένης επ' αυτού επιχείρησης των εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν βαρύνουν όλους τους συγκυρίους, ώστε να πρέπει αυτές να επιμεριστούν σε όλους τους διαδίκους κατά τον λόγο της ιδανικής μερίδας ενός εκάστου".

Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω αιτιολογία, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων (εναγομένων) κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή. Με τον πρώτο λόγο, καθώς και το δεύτερο σκέλος (υπό στοιχείο ΒΒ) των δεύτερου και τρίτου λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προαναφερθείσα προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί δεν περιέχει αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα επί των αναφερομένων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως τους και ιδίως σχετικώς με την υποβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 440 επ. , 794 και 1113 επ.

του ΑΚ και αφορά την αξίωση για τις δαπάνες κατασκευής του ισογείου καταστήματος επί του εν λόγω ακινήτου, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, διενεργήθηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα (εναγόμενο), καθώς και τους λοιπούς αναιρεσείοντες (εναγομένους), χωρίς τη συμμετοχή των αναιρεσίβλητων (εναγόντων). Ωστόσο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 440 επ. , 794 και 1113 επ.

του ΑΚ), καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της αξίωσης των αναιρεσίβλητων (εναγόντων), η οποία αφορά την αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση του εν λόγω κοινού ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα ότι α) οι αναιρεσείοντες και οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου, ισόγειου καταστήματος, που βρίσκεται στη Νάξο, κατά το ως άνω ποσοστό έκαστος (από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες η πρώτη, η δεύτερη και ο τρίτος κατά 1/36 ή 10/360, ο τέταρτος κατά 75/360 και ο πέμπτος κατά το 1/24 ή 15/360 και κατά το υπόλοιπο ποσοστό από τους αναιρεσείοντες - εναγομένους εξ αδιαιρέτου), β) οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι διενήργησαν αποκλειστική χρήση του ανωτέρω ακινήτου, λειτουργώντας σ' αυτό κατάστημα ζαχαροπλαστείο - καφετέρια, παρά την προαναφερθείσα μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος επ' αυτού, και ως εκ τούτου οφείλεται από τους τελευταίους (εναγομένους) στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες η απόδοση της σχετικής ωφέλειας που αποκόμισαν βάσει της μισθωτικής αξίας του ακινήτου αυτού, κατ' ίσα μέρη (άρθρο 480 ΑΚ), γ) η μισθωτική αξία του εν λόγω ακινήτου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2009 έως και 31-07-2014, ανήλθε στο ποσό των 171.079,30 ευρώ (28.791,84 + 29.482,80 + 31.015,80 + 31.729,08 + 31792,44 + 18.267,34, αντίστοιχα για τα έτη 2009 - 2014), κατά συνέπεια από το ποσό αυτό, η στο ποσοστό εκάστου από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες σχετική αναλογούσα αποζημίωση, ανέρχεται για την πρώτη, τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγόντων σε 4.752,20 ευρώ (171.079,30 X 10/360 = 4.752,20 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των πρώτης, δεύτερης και τρίτου των εναγόντων 1.584,06 ευρώ (4.752,20 : 3 = 1.584,06 ευρώ), για τον τέταρτο των εναγόντων σε 35.641,52 ευρώ (171.079,30 X 75/360 = 35.641,52 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει 11.880,50 ευρώ (35.641,52 : 3 = 11.880,50 ευρώ) και για τον πέμπτο των εναγόντων σε 7.128,30 ευρώ (171.079,30 X 15/360 = 7.128,30 ευρώ), από το οποίο έκαστος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει 2.376,10 ευρώ (7.128,30 : 3 = 2.376,10 ευρώ) και δ) στις δαπάνες κατασκευής του ισογείου καταστήματος επί του εν λόγω κοινού ακινήτου συμμετείχαν όλοι οι (αρχικοί) συγκύριοι αυτού και όχι αποκλειστικώς οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα ισχυρίσθηκαν, ενώ, οι λοιπές δαπάνες που αφορούν το ακίνητο αυτό, λόγω της εγκατεστημένης επ' αυτού επιχείρησης των αναιρεσειόντων - εναγομένων δεν βαρύνουν όλους τους συγκυρίους, ώστε να πρέπει αυτές να επιμεριστούν σε όλους τους διαδίκους κατά τον λόγο της ιδανικής μερίδας ενός εκάστου.

Επομένως, οι ως άνω λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους ως άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον αναφέρονται στην από αυτό εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων, κατά συνέπεια προβάλλονται απαραδέκτως.

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 333/2025 ΑΠ 148/2025, ΑΠ 65/2020).

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της.

Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 526/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από τους αναιρεσείοντες υποβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης, ένσταση συμψηφισμού, η οποία αφορά την αξίωση για τις δαπάνες κατασκευής του ισογείου καταστήματος επί του εν λόγω ακινήτου, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, διενεργήθηκαν από τον πρώτο αναιρεσείοντα (εναγόμενο), καθώς και τους λοιπούς αναιρεσείοντες (εναγομένους), χωρίς τη συμμετοχή των αναιρεσίβλητων (εναγόντων).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα ως άνω, δέχθηκε ότι στις δαπάνες κατασκευής του ισογείου καταστήματος αυτούυ, συμμετείχαν όλοι οι (αρχικοί) συγκύριοι αυτού και όχι αποκλειστικώς οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα ισχυρίσθηκαν, ενώ, οι λοιπές δαπάνες που αφορούν το ακίνητο αυτό, λόγω της εγκατεστημένης επ' αυτού επιχείρησης των αναιρεσειόντων - εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν βαρύνουν όλους τους συγκυρίους, ώστε να πρέπει αυτές να επιμεριστούν σε όλους τους διαδίκους κατά τον λόγο της ιδανικής μερίδας ενός εκάστου.

Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την παραδοχή των ανωτέρω περιστατικών, εμμέσως πλην σαφώς, έλαβε υπόψη και απέρριψε την προαναφερθείσα ένσταση περί συμψηφισμού και τη συναρτώμενη με αυτήν απόσβεση της επίδικης αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσίβλητων (εναγόντων). Επίσης, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου (υπό στοιχεία ΑΑ) της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω περιστατικά ("πράγματα") που αφορούν την υποβληθείσα ένσταση περί συμψηφισμού, χωρίς να προταθούν από τους αναιρεσίβλητους τέτοιοι ισχυρισμοί, αντιστοίχως.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αντίθετες με τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σχετικά με τις επικληθείσες δαπάνες, που τείνουν στη μη αποδοχή της ανωτέρω ενστάσεως.

Κατά συνέπεια ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. Εξάλλου, το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο". Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι μόνον έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 7, 8 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως).

Επομένως, στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατά των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων, όπως, μεταξύ άλλων, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων και στοιχείων που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε (ΑΠ 931/2024 ΑΠ 269/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται και όχι από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που επικαλούνται), με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τις υπ' αριθ. ...-2003, ...-2003 και ...-2003 ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Νάξου Μ. Π. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη (υπό στοιχείο ΙΙΙ), καθόσον αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (που κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2022 αίτηση αναίρεσης των 1) Ε. Π., 2) Δ. Π. και 3) Ι. Π., κατά της υπ' αριθ. 89/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ