Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and common sense violation grounds in civil procedure case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court decision regarding legal fees. The appellant argued violations of the abuse of right principle and common sense teachings, but the court found these claims inadmissible as they concerned evidence evaluation rather than legal interpretation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 100 of the Civil Code; The abuse of right doctrine applies only to the interpretation or application of legal rules, not to the evaluation of evidence, and common sense teachings regarding evidence assessment do not constitute a violation of legal interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2119 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2119/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γενική Κλινική ... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Σιδηρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2626/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 11-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.
Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.
του προϊσχύσαντος κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 (Ολ. Α.Π. 10/2012). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 105 παρ. 1 του προαναφερθέντος κώδικα περί δικηγόρων προκύπτει ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα (εναγόμενο της κύριας δίκης) οτιδήποτε θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, έχει αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και συνακόλουθα, για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής για την άσκησή της, έχουν εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις και όχι εκείνη του άρθρου 100 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου στην περίπτωση που η αγωγή έχει αντικείμενο μη αποτιμητό σε χρήμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Μεταξύ της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας]... που διατηρεί και εκμεταλλεύεται κλινική στην πόλη της Έδεσσας, και του ενάγοντος [ήδη αναιρεσιβλήτου] δικηγόρου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Έδεσσας, υπήρχε μακροχρόνια συνεργασία και η πρώτη ανέθετε στο δεύτερο διάφορες νομικής φύσης υποθέσεις της.
Μία από τις υποθέσεις αυτές αφορούσε στη με αριθμ. καταθ. ... αγωγή που είχαν ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας κατά της ήδη εναγομένης καθώς και κατά του συνεργαζόμενου με αυτήν ιατρού Α. Τ. οι 1) Σ. Σ. του Χ., 2) Χ. Σ. του Σ. και Γ., 3) Β. Σ. του Σ. και Γ., 4) Α. Κ. του Ν., 5) Ε. συζ. Α. Κ., 6) Χ. Κ. του Α., 7) Ν.
Κ. του Α., 8) Χ. Σ. του Σ. και 9) Β. συζ. Χ. Σ.. Με την αγωγή εκείνη οι εκεί ενάγοντες εξέθεταν ότι στις 4-7-1999, όταν η συγγενής τους Γ. Κ. του Α., ηλικίας τότε 34 ετών, σύζυγος του πρώτου, μητέρα του δεύτερου και της τρίτης, τέκνο του τέταρτου και της πέμπτης, αδελφή της έκτης και του έβδομου και νύφη του όγδοου και της ένατης των εναγόντων, που βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, παρακολουθούμενη από τον προστηθέντα από την εναγομένη...
και συνεναγόμενό της ιατρό (μαιευτήρα γυναικολόγο), ο οποίος πραγματοποιούσε τοκετούς με σχέση ελεύθερης συνεργασίας με την κλινική της εναγομένης, μετέβη στην κλινική αυτή για να γεννήσει, απεβίωσαν, από αμέλεια του εναγομένου ιατρού, τόσο η συγγενής τους όσο και το κυοφορούμενο. Ζήτησαν δε από τους εκεί εναγομένους να υποχρεωθούν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της επιτόκου συγγενούς τους και του κυοφορουμένου, για διατροφή σε χρήμα των ανηλίκων τέκνων της θανούσας (ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 10,5 και 7,5 ετών) έως τη συμπλήρωση των 22 ετών (385 ευρώ επί 222 μήνες) και για έξοδα κηδείας (4.370 ευρώ), το συνολικό ποσό των 1.040.310 ευρώ με τους νόμιμους τόκους.
Περί τα τέλη του φθινοπώρου του έτους 2004, η ήδη εναγομένη... έδωσε εντολή στον ενάγοντα να αποκρούσει την κατ' αυτής και του παραπάνω ιατρού αγωγή και ο ενάγων πράγματι ανέλαβε την υπόθεση. Έτσι, στα πλαίσια της εντολής που του δόθηκε από την εναγομένη και προς απόκρουση της κύριας αγωγής, συνέταξε τις από 14-9-2006 προτάσεις του και τις κατέθεσε στη γραμματεία του παραπάνω δικαστηρίου.
Περαιτέρω ο ήδη ενάγων δικηγόρος μετά από εντολή της ήδη εναγομένης συνέταξε και την από 11-2-2006 με αριθμό καταθέσεως …2006 παρεμπίπτουσα αγωγή, στρεφόμενη κατά του συνεναγομένου της ήδη εναγομένης στην παραπάνω κύρια αγωγή και απευθυνόμενη προς το ίδιο δικαστήριο, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό διατασσόταν αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Ακόμη ο ήδη ενάγων δικηγόρος προέβη στην έκδοση τριών αντιγράφων της παρεμπίπτουσας αγωγής, καθώς και σε παραγγελία προς επίδοσή της. Ενόψει δε της συζητήσεως της παρεμπίπτουσας αγωγής συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου. Τέλος κατά τη συζήτηση των παραπάνω δύο αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας στις 5-10-2006, ο ενάγων παραστάθηκε προς αντίκρουση της κύριας αγωγής και υποστήριξη της παρεμπίπτουσας.
Επί των αγωγών εκείνων εξεδόθη ερήμην του παρεμπιπτόντως εναγομένου ιατρού και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η 12/20-2-2007 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν προς τους ενάγοντες συνολικό ποσό 493.600 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (μόνο της επιτόκου συγγενούς τους) και για διατροφή των ανηλίκων [100 ευρώ για κάθε ανήλικο, μετά από μερική παραδοχή προβληθείσας ένστασης συνεισφοράς του πατέρα τους, για το χρονικό διάστημα από την επόμενη ημέρα του θανάτου της μητέρας τους (5-7-1999) μέχρι την ενηλικίωσή τους - δηλαδή τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους] με τους νόμιμους τόκους, ενώ τα λοιπά αγωγικά κονδύλια απορρίφθηκαν.
Ο ήδη ενάγων δικηγόρος εξέδωσε για τις παραπάνω ενέργειές του τις ...-3-2006 ποσού 267,8 ευρώ (με αιτιολογία σύνταξη και κατάθεση παρεμπίπτουσας αγωγής - ελάχιστη αμοιβή), ...-9-2006 ποσού 556,25 ευρώ (με αιτιολογία σύνταξη και κατάθεση προτάσεων - εναγόμενος - ελάχιστη αμοιβή), ...-9-2006 ποσού 556,25 ευρώ (με αιτιολογία σύνταξη και κατάθεση προτάσεων - επί παρεμπίπτουσας αγωγής - ελάχιστη αμοιβή) και ...-12-2006 ποσού 1.000 ευρώ (με αιτιολογία παροχή νομικών συμβουλών, σύνταξη εξώδικων εγγράφων, υπομνημάτων, εξηγήσεων κ.τ.λ.) Α.Π.Υ. [αποδείξεις παροχής υπηρεσιών], ενώ αντίστοιχα εκδόθηκαν και οι σχετικές τετραπλότυπες αποδείξεις του Δικηγορικού Συλλόγου Έδεσσας.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας ο ενάγων δικηγόρος, λαμβάνοντας σχετική εντολή από την εναγομένη... συνέταξε την από 17-8-2007 έφεση, την οποία κατέθεσε νόμιμα στη γραμματεία του εκδόντος δικαστηρίου και ορίσθηκε συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τη δικάσιμο της 31-10-2008, ενώ έφεση άσκησε και ο εναγόμενος ιατρός.
Η συζήτηση όμως των εφέσεων ματαιώθηκε, επειδή τελικά οι διάδικοι κατέληξαν σε συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός αυτός έγινε με το από 24-9-2008 πρακτικό, το οποίο υπογράφηκε από την εκπροσωπούσα τους ενάγοντες δικηγόρο Μ. Χ., από τον εναγόμενο ιατρό Α. Τ. και από την εναγομένη... εκπροσωπούμενη από το διαχειριστή της Π.
Μ., ενώ ο ήδη ενάγων δικηγόρος δεν συνέπραξε ούτε και στη σύνταξη του πρακτικού λόγω έντονων προσωπικών του αντιπαραθέσεων με την παραπάνω πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων. Σύμφωνα δε με τους όρους του πρακτικού συμβιβασμού οι ενάγοντες περιόρισαν τις αξιώσεις τους από το θάνατο της επιτόκου συγγενούς τους και του εμβρύου που περιγράφονται στην αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η 12/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, στο ποσό των 420.000 ευρώ, ποσό που αποδέχθηκαν να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι, δηλώνοντας ότι παραιτούνται από τις εφέσεις τους.
Από το παραπάνω ποσό των 420.000 ευρώ συμφωνήθηκε να αφαιρεθεί το ποσό των 101.402,60 ευρώ που αφορούσε απαιτήσεις της εναγομένης κλινικής που είχαν ήδη εισπράξει οι ενάγοντες με κατασχέσεις εις χείρας τρίτων και το υπόλοιπο να καταβληθεί σε άτοκες δόσεις. Μετά την παραπάνω υπόθεση που του είχε αναθέσει η ήδη εναγομένη δεν υπήρξε περαιτέρω επαγγελματική συνεργασία του ήδη ενάγοντος με αυτήν...
Η εναγομένη ισχυρίζεται: α) ότι το αντικείμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής που συνέταξε κατόπιν εντολής της ο ήδη ενάγων δικηγόρος δεν ήταν αποτιμητό σε χρήμα, β) ότι επικουρικά η αμοιβή του ενάγοντος για την ενέργειά του αυτή πρέπει να υπολογισθεί επί του ποσού το οποίο τελικά επεδίκασε για την κύρια αγωγή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και γ) ότι επικουρικά το αίτημα της εναντίον της κύριας αγωγής, προς απόκρουση της οποίας συνέταξε κατόπιν εντολής της τις προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας ο ήδη ενάγων δικηγόρος, ανερχόμενο σε 1.040.310 ευρώ, όπως και το αντίστοιχο αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής, την οποία συνέταξε ο ίδιος κατ' εντολή της, ήταν προφανώς εξογκωμένα (διογκωμένα) και τούτο μπορούσε να το αντιληφθεί ο ήδη ενάγων δικηγόρος αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα.
Ζητεί δε ο κανονισμός της αμοιβής του ενάγοντος για τις παραπάνω ενέργειές του να γίνει με βάση το ποσό των 493.600 ευρώ, που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων. Ο πρώτος από τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγομένης είναι μη νόμιμος, καθώς το αντικείμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής είναι αποτιμητό σε χρήμα, με κατώτατο μάλιστα όριο υπολογιζόμενο κατά ρητή παραπομπή του άρθρου 105 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 του ίδιου κώδικα...
Ο δεύτερος όμως και ο τρίτος είναι νόμιμοι... δεδομένου και του ότι πράγματι με την παρεμπίπτουσα δεν μπορούσε να ζητηθεί και δεν ζητήθηκε το ίδιο ποσό που ζητήθηκε με την κύρια αγωγή αλλά το μέρος αυτού που θα διατασσόταν η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, και πρέπει να ερευνηθούν και κατ' ουσίαν.
Έτσι, εφόσον το συνολικό ποσό που τελικά επιδικάσθηκε στους ενάγοντες της κύριας αγωγής ανέρχεται πράγματι σε 493.600 ευρώ, το ποσό αυτό πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της αμοιβής του ήδη ενάγοντος δικηγόρου για τη σύνταξη της παρεμπίπτουσας αγωγής. Περαιτέρω κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου το προαναφερθέν αίτημα της κύριας αγωγής (ανερχόμενο συνολικά σε 1.040.310 ευρώ), λαμβανομένων υπόψη κυρίως του παραπάνω εκτιθεμένου αντικειμένου της υποθέσεως και των περιστάσεων που τη συνόδευαν (θάνατος 34χρονης επιτόκου από ιατρική αμέλεια, αριθμός δικαιούχων και βαθμός συγγένειάς τους με τη θανούσα και οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών) αλλά και του ποσού που επιδικάσθηκε (493.600 ευρώ), καθώς και εκείνου στο οποίο τελικά συμβιβάσθηκαν οι διάδικοι (420.000 ευρώ), ήταν πράγματι προφανώς εξογκωμένο και τούτο μπορούσε να το αντιληφθεί τόσο ο δικηγόρος που συνέταξε την κύρια αγωγή όσο και ο ήδη ενάγων δικηγόρος που συνέταξε τις προτάσεις προς απόκρουσή της, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα.
Το δε ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την κύρια αγωγή ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερθέντων δεδομένων, υπερβαίνει ασφαλώς κατά πολύ, όχι μόνο το παραπάνω ποσό για το οποίο επιτεύχθηκε ο μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμός (αφού ο συμβιβασμός εμπεριέχει την έννοια των αμοιβαίων υποχωρήσεων) αλλά και εκείνο που τελικά επιδικάσθηκε από το δικαστήριο (αφού δεν λαμβάνεται υπόψη το ποσό που επιδικάσθηκε αλλά το σημαντικό - ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων - ποσό που έπρεπε να ζητηθεί), υπολείπεται όμως σημαντικά και του υπερβολικού ποσού που ζητήθηκε με την αγωγή, ανερχόμενο συνολικά κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 800.000 συνολικά ευρώ.
Βάσει του ποσού αυτού πρέπει να γίνει... ο κανονισμός της αμοιβής του ήδη ενάγοντος δικηγόρου για τη σύνταξη των προτάσεων προς απόκρουση της κύριας αγωγής, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της σχετικής (από το άρθρο 102 του κώδικα περί δικηγόρων) ένστασης της ήδη εναγομένης εντολέως του. Έτσι η αμοιβή του ήδη ενάγοντος δικηγόρου για όλες τις παραπάνω ενέργειές του, ελλείψει ειδικής συμφωνίας του με την ήδη εναγομένη εντολέα του, πρέπει να καθορισθεί σύμφωνα με τα κατώτατα όρια που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων ως εξής:
α) για τη σύνταξη της παρεμπίπτουσας αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 100 του κώδικα περί δικηγόρων, σε (493.600 ευρώ, που ήταν το - κατά τα προεκτεθέντα - αντικείμενο της αγωγής αυτής Χ 2%) 9.872 ευρώ, β) για την έκδοση τριών αντιγράφων της παραπάνω αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 136 του κώδικα περί δικηγόρων, σε (19 φύλλα Χ 2 μεταλλικές δραχμές έκαστο φύλλο Χ 140 δραχμές Χ 3 αντίγραφα αγωγής) σε 15.960 δραχμές ή 46,84 ευρώ γ) για την παραγγελία προς επίδοση της παραπάνω αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 134 του κώδικα περί δικηγόρων, σε 4,11 ευρώ, δ) για τη σύνταξη προτάσεων επί της κυρίας αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων (800.000 που ήταν το - κατά τα προεκτεθέντα - αντικείμενο της αγωγής Χ 2%) 16.000 ευρώ και ε) για την παράσταση στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας προς απόκρουση της κύριας και υποστήριξη της παρεμπίπτουσας αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 109 του κώδικα περί δικηγόρων, σε (40 μεταλλικές δραχμές Χ 140 Χ 2 υποθέσεις) 32,86 ευρώ.
Δεν δικαιούται όμως ο ήδη ενάγων δικηγόρος κανένα ποσό για τη σύνταξη των από 14-9-2006 προτάσεων επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, διότι κατά το άρθρο 107 παρ. 3 του κώδικα περί δικηγόρων "δια την σύνταξιν προτάσεων επί των εν άρθρω 105 παρεμπιπτουσών αγωγών κλπ. οσάκις αύται συνεκδικάζονται μετά της κυρίας αγωγής (όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση) ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα αμοιβής".
Επομένως το σχετικό αγωγικό κονδύλιο των 10.040,31 ευρώ πρέπει να απορριφθεί σαν (νομικά) αβάσιμο. Μετά από αυτό παρέλκει και η έρευνα του ισχυρισμού της εναγομένης από το άρθρο 102 του κώδικα περί δικηγόρων ως προς το κονδύλιο αυτό. Συνολικά δηλαδή για όλες τις παραπάνω ενέργειές του ο ήδη ενάγων δικηγόρος δικαιούται το ποσό των (9.872 + 46,84 + 4,11 + 16.000 + 32,86) 25.955,81 ευρώ, η δε ήδη εναγομένη εντολέας του, που του έχει καταβάλει έναντι του παραπάνω συνολικά οφειλόμενου ποσού συνολικό ποσό 1.380,30 ευρώ, του οφείλει το υπόλοιπο από (25.955,81 - 1.380,30) 24.575,51 ευρώ...
Η εναγομένη προβάλλει ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος προς λήψη όλων των αιτηθεισών με την αγωγή αμοιβών του, υποστηρίζοντας ότι επειδή κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους ο ενάγων αποδεχόταν πάντοτε να αμείβεται με ποσά κατώτερα των ελαχίστων ορίων που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων αλλά και λόγω της δήλωσής του περί πλήρους ικανοποίησής του αναφορικά με το ύψος της αμοιβής του στην ένδικη υπόθεση, που έγινε με τη μονομερή και ανεπιφύλακτη έκδοση εκ μέρους του των σχετικών Α.Π.Υ.
για ποσά κατώτερα από αυτά που εδικαιούτο και της κατ' αυτό τον τρόπο παραίτησής του από τις σχετικές αξιώσεις του, καθώς και λόγω των επαχθών οικονομικών συνεπειών που έχει για την ίδια η ικανοποίηση των αξιώσεών του αυτών, η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει τις αγωγικές του αξιώσεις δημιούργησε στην ίδια την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα τις ασκούσε και ήδη παριστά, σε συνδυασμό με το ότι το αντικείμενο των δικαστικών του ενεργειών ήταν προφανώς εξογκωμένο, την άσκησή τους ως καταχρηστική.
Η ένσταση αυτή της εναγομένης είναι νόμιμη... στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., με την επισήμανση βέβαια ότι ο επιμέρους ισχυρισμός περί παραίτησης του ενάγοντος από τις αγωγικές του αξιώσεις δεν αρκεί από μόνος του για να παραστήσει την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ως καταχρηστική, όπως και η τυχόν εξόγκωση του αντικειμένου των δικαστικών ενεργειών του ενάγοντος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης ένστασης (από το άρθρο 102 του κώδικα περί δικηγόρων), η οποία άλλωστε προβλήθηκε και αυτοτελώς από την εναγομένη.
Την ίδια ένσταση προβάλλει η εναγομένη και ως [προς] το επί μέρους κονδύλιο της αμοιβής του ενάγοντος για σύνταξη της παρεμπίπτουσας αγωγής, υποστηρίζοντας ότι η αγωγή ως προς αυτό ασκείται καταχρηστικά επειδή η παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε συντάξει δεν αποτελούσε παρά επανάληψη της κύριας αγωγής με τυπική διατύπωση του αιτήματός της κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου και ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε καμία ιδιαίτερη εργασία πέραν εκείνης που είχε καταβάλει για την αντίκρουση της κύριας αγωγής εναντίον της ούτε και απώλεσε επιπλέον χρόνο.
Ο επί μέρους αυτός ισχυρισμός όμως είναι μη νόμιμος... δεδομένου ότι ο υπολογισμός της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου γίνεται βάσει των ελαχίστων ορίων του κώδικα περί δικηγόρων και ο τυχόν λίγος χρόνος της απασχόλησής του δεν συνιστά περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της αξιώσεώς του για τη λήψη της.
Σημειώνεται ότι η ίδια ένσταση ως προς την αμοιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη των προτάσεων επί της παρεμπίπτουσας αγωγής καθίσταται άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου. Και κατά τα λοιπά όμως η παραπάνω κριθείσα ως νόμιμη ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 του Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμη, διότι από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι ο ενάγων παραιτήθηκε ποτέ από τις ένδικες αξιώσεις του, καθώς δεν προέκυψε κατά θετικό τρόπο δήλωσή του προς την εναγομένη με οποιονδήποτε τρόπο ή και δημιουργία στην τελευταία της πεποίθησης ότι ο ενάγων παραιτείται από τα νόμιμα δικαιώματά του.
Αντίθετα το δικαστήριο πείθεται ότι ο ενάγων (όπως ο ίδιος υποστηρίζει αλλά και ανταποκρίνεται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής) εξέδωσε τις προαναφερθείσες Α.Π.Υ. για μικρότερα από τα κατώτατα όρια του κώδικα περί δικηγόρων ποσά, μόνο και μόνο επειδή τα ποσά αυτά, τα οποία προβλέπονταν από την τότε ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, τα είχε καταβάλει εξ ιδίων και ήθελε να είναι συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις, τη δε αμοιβή του θα την ελάμβανε όπως συνηθίζεται με την ολοκλήρωση της υπόθεσης, κάτι που όμως καθυστέρησε λόγω της προαναφερθείσας εξέλιξης (άσκηση εφέσεων, ματαίωση της συζήτησής τους, συμβιβασμός χωρίς τη συμμετοχή του, διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων).
Σημειώνεται ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνεργασίας των διαδίκων ο ενάγων κατά κανόνα ελάμβανε τα κατώτατα όρια των αμοιβών του... ενώ από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε ζητήσει και λάβει μικρότερες αμοιβές από τα κατώτατα όρια του κώδικα περί δικηγόρων και μάλιστα σε υποθέσεις με το αντικείμενο και τη σημασία της ένδικης.
Με όλα τα παραπάνω δεδομένα δεν μπορεί να γίνει λόγος για κακόπιστη μεταγενέστερη διεκδίκηση των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος και για αντίθεση της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, μόνη δε η μακροχρόνια αδράνειά του δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή τους...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση της ενάγουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή, είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.178,11 ευρώ και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης να καταβάλει στο δεύτερο το ποσό των 25.178,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής) και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.575,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. διότι μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος να ασκήσει την αγωγή του δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματός του καταχρηστική κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος.
Δεν συνιστά δε αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης η παραδοχή αφενός ότι υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, αφετέρου δε ότι η μακροχρόνια αυτή αδράνεια ήταν δικαιολογημένη "λόγω της προαναφερθείσας εξέλιξης (άσκηση εφέσεων, ματαίωση της συζήτησής τους, συμβιβασμός χωρίς τη συμμετοχή του, διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων)".
Ούτε συνιστά ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης η παραδοχή ότι "κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνεργασίας των διαδίκων ο ενάγων κατά κανόνα ελάμβανε τα κατώτατα όρια των αμοιβών του... ενώ από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε ζητήσει και λάβει μικρότερες αμοιβές από τα κατώτατα όρια του κώδικα περί δικηγόρων".
Ούτε τέλος συνιστούν ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης οι παραδοχές αφενός ότι ο ενάγων εξέδωσε τις αναφερόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών στα πλαίσια συμμόρφωσης προς την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία και αφετέρου ότι μεταξύ των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών περιλαμβανόταν και η ...-12-2006 απόδειξη ποσού 1.000 ευρώ με αιτιολογία "παροχή νομικών συμβουλών, σύνταξη εξώδικων εγγράφων, υπομνημάτων, εξηγήσεων κτλ.", δηλαδή για ποσό ανώτερο των ελαχίστων ορίων προείσπραξης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αναιρεσείουσα επί πλέον με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι παρέλειψε να αποφανθεί επί των στοιχείων της ένστασής της για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος:
α) ότι κατά το διάστημα της μακροχρόνιας συνεργασίας τους αυτός ουδέποτε απαίτησε αμοιβή βάσει του κώδικα δικηγόρων και β) ότι αυτός εξέδωσε τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών χωρίς δήλωση επιφύλαξης. Οι αιτιάσεις αυτές (οι οποίες θα μπορούσαν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ.
και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμες αφού το εφετείο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία και τα απέρριψε και ειδικότερα το μεν αναφερόμενο με το στοιχείο α με την προπαρατεθείσα παραδοχή ότι: "κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνεργασίας των διαδίκων ο ενάγων κατά κανόνα ελάμβανε τα κατώτατα όρια των αμοιβών του...
ενώ από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε ζητήσει και λάβει μικρότερες αμοιβές από τα κατώτατα όρια του κώδικα περί δικηγόρων", το δε αναφερόμενο με το στοιχείο β με την παραδοχή ότι "δεν προέκυψε ότι ο ενάγων παραιτήθηκε ποτέ από τις ένδικες αξιώσεις του, καθώς δεν προέκυψε κατά θετικό τρόπο δήλωσή του προς την εναγομένη με οποιονδήποτε τρόπο ή και δημιουργία στην τελευταία της πεποίθησης ότι ο ενάγων παραιτείται από τα νόμιμα δικαιώματά του".
Γ) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με 105 παρ. 1 του προϊσχύσαντος κώδικα περί δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ούτε εκείνη του 100 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, η οποία δεν έχει εφαρμογή, αφού κατά τα προεκτεθέντα η παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα (εναγόμενο της κύριας δίκης) οτιδήποτε θα υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, έχει αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και συνακόλουθα, για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής για την άσκησή της, εφαρμόζονται οι δύο πρώτες διατάξεις και όχι η τρίτη.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά ένα μέρος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με την παραδοχή της ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι δικηγόροι εκδίδουν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με βάση τα γραμμάτια προείσπραξης και στη συνέχεια διεκδικούν τις αμοιβές τους με βάση τις διατάξεις του κώδικα των δικηγόρων, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. αλλά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 2626/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ