Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to insufficient factual findings on driver negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the final appellate judgment regarding a fatal traffic accident involving pedestrians. The court found the lower court's reasoning insufficient as it failed to address critical factual gaps concerning the driver's speed, reaction distance, and specific maneuvers. Consequently, the case was remanded to the Athens Court of Appeal for a retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 of Law 1911/1911 and 297-300, 330(b) and 914 of the Civil Code; The Supreme Court may remand a case for retrial when the appellate court's reasoning fails to substantiate essential factual findings regarding driver negligence and causation in a traffic accident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2119 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2119/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.X1, 2.X2, 3.X3, 4.X4, 5.X5, 6.X6 , 7.X7, 8.X8, εκ των οποίων οι 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 8 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαργιαννίδη, ενώ η 3η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δήλωσε ότι η 6η X6 (X6) άλλαξε επώνυμο λόγω γάμου σε ...... Των αναιρεσίβλητων: 1. ......, 2 ............. και 3. .............,4.Ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωσης Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φροίξο Βασιλειάδη ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χολέβα ενώ η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χολέβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5131/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/9/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 1/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 4 του ν. ΓπΝ/1911 και 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος η κατά τον ΑΚ ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 21 Νοεμβρίου 1999 και περί ώρα 17.45', ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ......... ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του δευτέρου και τρίτης των εναγομένων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων την ώρα περίπου επί της Νέας Εθνικής Οδού ....... - ........
και συγκεκριμένα στο 212° χιλιόμετρο αυτής, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Η οδός αυτή στο ανωτέρω σημείο (212° χιλιόμετρο) είναι ευθεία σε 2.000μ, διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 12,70μ και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Την ίδια χρονική στιγμή ο X, γιος των δύο πρώτων εναγόντων, σύζυγος της τρίτης ενάγουσας, πατέρας του τέταρτου ενάγοντος, αδελφός της πέμπτης και έκτης των εναγόντων και γαμβρός του έβδομου και όγδοης των εναγόντων, μαζί με τον ......... (κουνιάδο του) και τον X4 (γιο του), ευρισκόμενοι στο άκρο δεξιό της οδού αυτής σε σχέση με το ρεύμα κυκλοφορίας προς ........., σκόπευαν να περάσουν πεζοί απέναντι, στην άλλη πλευρά της οδού, για να επιστρέψουν στη .........
Λαμίας, όπου διέμεναν. Ο ....... πέρασε στο απέναντι μέρος της Ε.Ο. ακολουθώντας την εκεί υπάρχουσα υπόγεια διάβαση. Ο X, μαζί με το γυιό του X4, αποφάσισαν να διέλθουν την Ε.Ο., διασχίζοντας το οδόστρωμα αυτής, γιατί στην υπόγεια διάβαση υπήρχαν νερά. Έτσι, μαζί με τον υιό του διέσχισαν αρχικά το ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, που οδηγεί προς ......
και σταμάτησαν πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, διότι το άλλο ρεύμα κυκλοφορίας προς ....... είχε κίνηση. Ενώ ευρίσκοντο ακινητοποιημένοι επί της διαχωριστικής γραμμής, ξαφνικά ο X προσπάθησε τρέχοντας να διασχίσει και το άλλο (προς .....) ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, χωρίς όμως να ελέγξει προηγουμένως την κυκλοφορία των οχημάτων σ' αυτό, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί εντελώς ξαφνικά και σε πολύ μικρή απόσταση στην πορεία του κανονικά κινούμενου αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση του πεζού, έστριψε το τιμόνι του οχήματος του προς τα δεξιά και συγχρόνως τροχοπέδησε (βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 27 μέτρων πριν το σημείο παράσυρσης του πεζού).
Παρά όμως τις ανωτέρω ενέργειές του, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τον πεζό, ο οποίος συνέχισε την κίνηση του και έτσι τον παρέσυρε κτυπώντας τον με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, με συνέπεια να υποστεί αυτός βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση θώρακα, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, πνευμονοθώρακα αριστερά και αιμοπνευμονο-θώρακα δεξιά, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν", συνεχίζει το Εφετείο, "υπαίτιος, αποκλειστικά, του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του X, είναι ο ίδιος ο θανατωθείς, ο οποίος, σημειωτέον, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, η περιεκτικότητα του οποίου στο αίμα του ανερχόταν σε 1,72ο/οο κατά την πρώτη εξέταση και 1,69ο/οο κατά την επανεξέταση (βλ.
τις εκθέσεις εξετάσεως και επανεξετάσεως αίματος), με συνέπεια να επηρεάζεται οπωσδήποτε η ικανότητα του για ανάληψη του κινδύνου, προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα της ως άνω Ε.Ο. Έτσι αυτός δεν τήρησε τους κανόνες κυκλοφορίας των πεζών και συγκεκριμένα του άρθρου 38 παρ. 4 περ. ε' του Κ.Ο.Κ (Ν.2696/99), σύμφωνα με το οποίο, αν δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών στο οδόστρωμα, οι πεζοί υποχρεούνται να μην κατέρχονται σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά απεναντίας, ενεργώντας, λόγω της μέθης του, απρόβλεπτα, επιχείρησε ξαφνικά τρέχοντας να διασχίσει το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, παρά την κίνηση που υπήρχε σ' αυτό, με αποτέλεσμα, παρά την προσπάθεια του οδηγού του αυτοκινήτου να τον αποφύγει, με ελιγμό προς τα δεξιά και τροχοπέδηση, να παρασυρθεί από αυτό και να τραυματισθεί θανάσιμα.
Αντίθετα προς την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του πεζού δεν αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γεγονότα που να στοιχειοθετούν αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος, καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά και με επιτρεπόμενη ταχύτητα (70 χιλιόμετρα την ώρα) και μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό έκανε αμέσως ελιγμό προς τα δεξιά και συγχρόνως τροχοπέδησε για να τον αποφύγει, πράγμα το οποίο όμως δεν κατόρθωσε λόγω της ξαφνικής κίνησης του πεζού και της μικρής απόστασης που τον χώριζε από αυτόν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την έφεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία επίσης είχε καταλογίσει στον θανόντα συγγενή αυτών αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα και είχε απορρίψει την αγωγή τους. ΄Ετσι, όμως το Εφετείο, με την εξενεχθείσα άνω κρίση του, διέλαβε στην απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου για την παράσυρση του πεζού και τον εξ αυτής θάνατό του.
Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται στην απόφαση : α) σε ποιό μέρος του ρεύματος πορείας του έβαινε το αυτοκίνητο, ήτοι στο άκροδεξιό, στο μέσον ή στο άκροαριστερό? β) από πόση απόσταση ο οδηγός του αυτοκινήτου του αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον θανόντα πεζό και τον γιό του να στέκονται στην διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων της οδού γραμμή? γ) σε ποιό σημείο του ρεύματος πορείας του το αυτοκίνητο παρέσυρε τον πεζό? δ) σε ποιό μέρος ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο μετά την παράσυρση του πεζού και πόση απόσταση διήνυσε από το σημείο της παρασύρσεως έως την ακινητοποίησή του? ε) ποιό το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων στον τόπο του ατυχήματος και εάν για τον προσδιορισμό της ταχύτητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, την οποία καθόρισε σε 70 χιλ.
την ώρα, έλαβε υπόψη εκτός από το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεως από την έναρξή τους έως το σημείο της παρασύρσεως του πεζού, το οποίο ανεβάζει σε 27 μέτρα, και την απόσταση που το αυτοκίνητο διήνυσε έως την ακινητοποίησή του? στ) εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου ρύθμισε την ταχύτητά του ενόψει των συνθηκών της οδού και συγκεκριμένα ενόψει του ότι οι δύο πεζοί στέκονταν επί της διπλής διαχωριστικής των δύο ρευμάτων της οδού γραμμής, προτιθέμενοι να διασχίσουν το ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου? και ζ) εάν ο ελιγμός προς τα δεξιά, που επιχείρησε ο οδηγός του αυτοκινήτου συγχρόνως με την πέδηση, ήταν η ενδεδειγμένη κίνηση για να αποφύγει τον πεζό, ενόψει της αποστάσεως που χώριζε το αυτοκίνητο από τον πεζό, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να διασχίσει το ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, και του ότι αυτός έπραξε τούτο τρέχοντας ή μπορούσε να αποφευχθεί η παράσυρση του πεζού εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου ενεργούσε μόνο τροχοπέδηση και συνέχιζε να κινείται σε ευθεία γραμμή.
Ενόψει των ασαφειών και ελλείψεων αυτών στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αναφορικώς με την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του οδηγού του παρασύραντος τον πεζό αυτοκινήτου, της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερθέντων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλομένη (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 518/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθέση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ