Legislator Case Law & Legislation
2119/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that the lower court correctly defined the crime based on proven facts.

Case Number 2119/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a third-instance court judgment. The defendants argued for a retrial, claiming the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting their written defenses regarding the validity of a contract. The court ruled that the defendants' claims were merely denials of the crime's existence rather than independent legal arguments requiring detailed justification, and that the lower court's reasoning was sufficient.

Legislator headnote

AI generated

Art. 510 para.1 lit. d' of the Code of Criminal Procedure; Art. 171 para.1b of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on the lack of specific and detailed reasoning is unfounded when the contested arguments constitute a denial of the crime's objective existence rather than independent legal claims.

Keywords

AI generated
appeal dismissal lack of reasoning objective existence of crime procedural defect Code of Criminal Procedure third instance court written defense

Cited Legislation

AI generated
Art. 510 para.1 lit. d' of the Code of Criminal Procedure
Art. 171 para.1b of the Code of Criminal Procedure
Art. 371 para.3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para.1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2119 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2119/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Λεπίδα, περί αναιρέσεως της 1303-1304/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ, που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1903/2005.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μεταβολή της κατηγορίας, που δίνει λόγο αναιρέσεως καταδικαστικής απόφασης, κατ' αρθρο 510 παρ.1Α ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1β του ίδιου Κώδικα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει όταν η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε σε δίκη, κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές συνθήκες, και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη ή όταν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρου 371 παρ.3 ΚΠοινΔ, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε, ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλει ουσιωδώς την κατηγορία.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο της βασιμότητας ή όχι, λόγου αναίρεσης, προέκυψε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και συγκεκριμένα για το ότι στην ...

στις 15/10/1999 έπεισε με προτροπές και παραινέσεις το ... να καταρτίσει ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου εμφανιζόταν η εταιρία "..." να μισθώνει κατάστημα που ευρίσκετο στην οδό ... προς την δεύτερη κατηγορουμένη Χ2 και στο τέλος αυτού να θέτει υπογραφές, αφενός του εγκαλούντος και αφετέρου της δεύτερης κατηγορουμένης, αποκρύπτοντας, όμως, από αυτόν (...) ότι ο εγκαλών δεν συναινούσε σε αυτή την ενέργεια, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για το ότι στην ...

στις 25.10.1999 έκαναν χρήση του ως άνω καταρτισθέντος πλαστού εγγράφου προσκομίζοντας αυτό στην Α' ΔΟΥ Πατρών προκειμένου να χορηγηθεί εκ μέρους της υπηρεσίας αυτής βεβαίωση ενάρξεως εργασιών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι των πιο πάνω πράξεων με την διαφορά μόνο, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι στο πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, εμφανίζεται ο μηνυτής και η δεύτερη κατηγορουμένη να εκμισθώνουν το πιο πάνω κατάστημα ατομικώς και όχι ως "εταιρία ...", όπως αναγραφόταν αρχικά στο κατηγορητήριο.

Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι κατ' αυτό τον τρόπο μεταβλήθηκε ανεπίτρεπτα η κατά του πρώτου κατηγορουμένου κατηγορία, επειδή, ενώ αρχικά απεδίδετο σ' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογράφηση των υπογραφών των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας "...", αφού, όπως αναφέρουν, εμφανιζόταν η εταιρία "...

να μισθώνει κατάστημά της", με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε άλλη πράξη, ήτοι, "ότι ο πρώτος από αυτούς έπεισε τον ... να καταρτίσει ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου να εμφανίζεται ο μηνυτής και η δεύτερη κατηγορουμένη ατομικά πλέον και όχι εν εταιρία, ότι εκμισθώνουν κατάστημα". Οι αιτιάσεις αυτές, περί μεταβολής της αρχικής κατηγορίας, είναι αβάσιμες, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, για την οποία και αρχικά είχε παραπεμφθεί.

Ο ακριβέστερος προσδιορισμός της πράξεως αυτής, συμφώνως με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα η παραδοχή ότι στο πλαστό συμφωνητικό εμφανίζονται ατομικά ο εγκαλών (Ζ) και η Χ2 να εκμισθώνουν το πιο πάνω κατάστημα (και όχι ως εταιρία) και να υπογράφουν αυτό (ατομικά και όχι ως εκπρόσωποι της εταιρίας), δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Α λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας.

ΙΙ. Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή, αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτο πρόσωπο, εκτός από τον πλαστογράφο, αποτελεί αυτοτελές αδίκημα ανεξάρτητο από την πλαστογραφία, που τιμωρείται όμως με τη ίδια ποινή. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 216 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία.

κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ.

β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.

ΙΙΙ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

IV. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω (άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β. του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του V.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 331, 141 παρ.1 και 2, και 331 ΚΠοινΔ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται, ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ( ΟλΑΠ 2/2005 Πραξ Λογ ΠΔ 2005.188 ,. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε έφεση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων , ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων , δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1303-1304/2005 απόφασής του , ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Με το από 20-2-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό ο μηνυτής και η ..., πεθερά, του πρώτου κατηγορουμένου και μητέρα της δεύτερης, σύστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και έδρα την ..., της οποίας εταιρείας ορίστηκαν συνδιαχειριστές. Σκοπός της εταιρίας ήταν η λειτουργία επιχειρήσεως αναψυχής παιδιών (λειτουργία χώρου παιδικού και παιχνιδιού και αναψυχής, αναψηκτηρίων, καφέ - μπαρ κ.λ.π.), ασκείτο δε η επιχείρηση αυτή στο εταιρικό κατάστημα στην οδό..., το οποίο την 1-11-1997 μίσθωσαν από τον ιδιοκτήτη αυτού ...

ο μηνυτής και η δεύτερη κατηγορουμένη οι οποίοι ενεργούσαν ατομικά, αλλά και ως συνδιαχειριστές της ΟΕ που έχουν συστήσει, όπως αναγράφεται στο συνταχθέν την ίδια ημέρα ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Βέβαια τέτοια εταιρία με συνεταίρους τον μηνυτή και τη δεύτερη κατηγορουμένη δεν είχε τότε συσταθεί ούτε και συστάθηκε μετέπειτα, αλλά συστάθηκε την 20-2-1998 μεταξύ του μηνυτή και της μητέρας της δεύτερης κατηγορουμένης (προφανώς κατά τη σύναψη της μισθώσεως υπήρχε η προοπτική της συστάσεως της εταιρίας με την συμμετοχή της δεύτερης κατηγορουμένης και στη συνέχεια συμμετέσχε η μητέρα της και όχι αυτή).

Επομένως, και κατά τη δήλωση των συμβληθέντων και στην ουσία, ο μηνυτής και η δεύτερη κατηγορουμένη συμβλήθηκαν ατομικά ως συμμισθωτές και υπέγραψαν και οι δύο στο συμφωνητικό ως μισθωτές στη συνέχεια δε παραχώρησαν τη χρήση του καταστήματος στην ομόρρυθμη εταιρία που συστάθηκε την 20-2-1998. Στις εργασίες της ανωτέρω επιχείρησης δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή η ..., αλλά συμμετείχαν οι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής με τη σύζυγο του.

Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν προβλήματα στη συνεργασία των ασχολουμένων με την επιχείρηση και την 27-9-1999 ο μηνυτής επικαλούμενος ότι είχε αποκλειστεί από τη συμμετοχή του στις εργασίες της επιχείρησης, κατάγγειλε την εταιρία, η οποία έτσι λύθηκε. Μετά την καταγγελία της εταιρείας οι κατηγορούμενοι συνέχισαν τη λειτουργία της επιχείρησης για δικό τους λογαριασμό και στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έναρξη λειτουργίας επιχείρησης στο όνομά της στο ίδιο κατάστημα και με τον ίδιο εξοπλισμό.

Προκειμένου να χορηγηθεί σ' αυτήν βεβαίωση έναρξης εργασιών της επιχείρησής της, ο αρμόδιος ελεγκτής της Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών ... διενέργησε αυτοψία στην επαγγελματική της εγκατάσταση και συνέταξε την υπ' αριθμ. 29604/26-10-1999 ειδική έκθεση αυτοψίας, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η επιχείρηση είναι υπεκμισθωμένη στην επιχειρηματία δεύτερη κατηγορουμένη δυνάμει του υπ' αριθμ.

θεωρήσεως 2568/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού από τους αρχικούς εκμισθωτές Ζ και Χ2, σύμφωνα με το δικαίωμα που τους παρείχε το υπ' αριθμ. θεωρήσεως 2477/18-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Το υπ' αριθμ. θεωρήσεως 2477/18-10-1999 συμφωνητικό είναι το προαναφερθέν από 1-11-1997 συμφωνητικό μισθώσεως με το οποίο ο μηνυτής και η δεύτερη κατηγορουμένη μίσθωσαν το κατάστημα από τον ..., ενώ το υπ' αριθμ.

θεωρήσεως 2568/1999 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι το από 15-10-1999 συμφωνητικό μισθώσεως για το οποίο θα αναφερθεί στη συνέχεια. Πριν λάβει χώρα η αυτοψία από μέρους του ανωτέρω ελεγκτή της Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών, ο ... που ήταν λογιστής και του είχε ανατεθεί η διεκπεραίωση των διαδικασιών έναρξης επαγγέλματος της δεύτερης κατηγορουμένης, προσκόμισε στον εν λόγω ελεγκτή το αρχικό από 1-11-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και εκείνος του είπε ότι δεν μπορεί να γίνει έναρξη επαγγέλματος από μέρους της δεύτερης κατηγορουμένη γιατί το συμφωνητικό αυτό είχε δύο πρόσωπα ως μισθωτές, ενώ θα έπρεπε να είναι αποκλειστική μισθώτρια η δεύτερη κατηγορουμένη (βλ.

επ' αυτού τις καταθέσεις των ανωτέρω ... και...). Ο ... ενημέρωσε στη συνέχεια τον πρώτο κατηγορούμενο για την ανάγκη αποκλειστικής μίσθωσης και ο τελευταίος τον έπεισε με παραινέσεις και προτροπές να συντάξει και να υπογράψει πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο να φαίνεται ότι οι αρχικοί μισθωτές μηνυτής και δεύτερη κατηγορουμένη εκμισθώνουν το ακίνητο προς τη δεύτερη κατηγορουμένη.

Μετά την από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου άσκηση πειθούς με τον ανωτέρω τρόπο ο ... κατάρτισε το από 15-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που προαναφέρθηκε και έθεσε και την υπογραφή του μηνυτή ως συνεκμισθωτή και την υπογραφή της δεύτερης κατηγορουμένης ως συνεκμισθώτριας και ως μισθώτριας, επειδή δε οι δύο αυτές ιδιότητες συνέπιπταν στο πρόσωπό της, έθεσε αυτές μια φορά την υπογραφή της και γι' αυτό δεν υπάρχουν τρεις υπογραφές, αλλά δύο (βλ.

την κατάθεσή του, στο τέλος αυτής). Στο συμφωνητικό αυτό ο ... έγραψε στη θέση των αφενός συμβαλλομένων, δηλαδή των εκμισθωτών, μόνο τα επώνυμα αυτών (...) και όχι και τα κύρια ονόματά τους και αυτό οφείλεται στην προχειρότητα με την οποία συμπλήρωσε τα μη έντυπα στοιχεία του συμφωνητικού, αφού εκείνο που ενδιέφερε ήταν να φαίνεται ως μόνη μισθώτρια η δεύτερη κατηγορουμένη για να μπορεί να κάνει έναρξη επαγγέλματος ως ατομική επιχείρηση.

Ο μηνυτής δεν γνώριζε τίποτε για το συμφωνητικό αυτό ούτε είχε συναινέσει με οποιοδήποτε τρόπο στη σύνταξη και στη θέση υπογραφής για λογαριασμό του και μάλιστα ούτε και οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι γνώριζε κάτι σχετικό ο μηνυτής ή είχε συναινέσει. Επομένως, εφόσον ο ... εν γνώσει του κατάρτισε συμφωνητικό με συμβαλλόμενο τον μηνυτή εν αγνοία του και έθεσε εν αγνοία του υπογραφή για λογαριασμό του, ετέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία και παραπέμφθηκε σε δίκη, επικαλούνται δε οι κατηγορούμενοι (βλ.

τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους) ότι καταδικάστηκε γι' αυτόν. Την απόφαση να τελέσει την πλαστογραφία την προκάλεσε σ' αυτόν ο πρώτος κατηγορούμενος με τον τρόπο που αναφέρθηκε (πειθώ με παραινέσεις και προτροπές). Το ανωτέρω πλαστό συμφωνητικό ο... , ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης κατηγορουμένης, το υπέβαλε στην Α' Δ.Ο.Υ.

Πατρών την 25-10-1999 και με βάση αυτό έλαβε αυτή βεβαίωση έναρξης επαγγέλματος. Η ανωτέρω κατηγορουμένη γνώριζε την κατάρτιση του πλαστού συμφωνητικού, αφού ήταν η αμέσως ενδιαφερόμενη και ωφελούμενη και επίσης γνώριζε και ήθελε την υποβολή του στη Δ.Ο.Υ. μέσω του ως άνω παρένθετου προσώπου, αφού και η ίδια γνώριζε ως ενδιαφερόμενη, ότι μόνο με την υποβολή του μπορεί να της χορηγηθεί βεβαίωση έναρξης επαγγέλματος, δηλαδή λειτουργίας ατομικής επιχείρησης.

Επομένως η δεύτερη κατηγορουμένη χρησιμοποίησε με τον ανωτέρω τρόπο το πλαστό συμφωνητικό εν γνώσει της πλαστότητας. Ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι δεν πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του μηνυτή επειδή δεν αναφέρεται αυτός ως συμβαλλόμενος στο συμφωνητικό αλλά αναφέρεται ως εκμισθωτής ένα ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο "..." και ως μισθώτρια η δεύτερη κατηγορουμένη και επομένως οι δύο υπογραφές τέθηκαν η μία για λογαριασμό του ανύπαρκτου νομικού προσώπου και η άλλη για λογαριασμό της δεύτερης κατηγορουμένης.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως αναφέρθηκε δεν πρόκειται για εκμισθωτή ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά για τα επώνυμα των δύο συνεκμισθωτών (μηνυτή και δεύτερης κατηγορουμένης) και η μία από τις υπογραφές τέθηκε για λογαριασμό του μηνυτή. Ισχυρίζονται επίσης οι κατηγορούμενοι ότι το πλαστό συμφωνητικό δεν μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, επειδή μπορούσε η δεύτερη κατηγορουμένη να λειτουργήσει ατομική επιχείρηση και με το αρχικό από 1-11-1997 συμφωνητικό μισθώσεως και επομένως ελλείψει έννομων συνεπειών δεν στοιχειοθετείται έγκλημα πλαστογραφίας.

Και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος στην ουσία και, πρέπει, να απορριφθεί, αφού μόνο με την υποβολή του πλαστού συμφωνητικού όπου εμφανιζόταν ως μόνη μισθώτρια η δεύτερη κατηγορουμένη, της χορηγήθηκε η σχετική βεβαίωση έναρξης επαγγέλματος από τον αρμόδιο υπάλληλο, ο οποίος δεν είχε κάνει δεκτό το από 1-11-1997 συμφωνητικό που αρχικά του υποβλήθηκε.

Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν την πράξη που αποδίδεται στον καθένα τους, δηλαδή ο πρώτος την ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία και η δεύτερη στην χρήση πλαστού εγγράφου και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών. Οι πράξεις αυτές αναλύονται ειδικότερα στο διατακτικό, όπου και γίνεται ακριβότερος προσδιορισμός των στοιχείων τους, όπως τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από τις αποδείξεις, ο προσδιορισμός δε αυτός δεν απαγορεύεται αφού συνάδει με τις αποδείξεις και δεν μεταβάλλει την ταυτότητα των πράξεων αυτών (βλ.

ΑΠ 1805/2001 Ποιν. Λόγος 2001 σελ. 2346, ΑΠ 233/2001 Ποιν. Λόγος 2001 σελ. 183). Περαιτέρω επειδή κατά τα ανωτέρω πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του μηνυτή, είναι αυτός αμέσως παθών από τις πράξεις των κατηγορουμένων και έχει δικαίωμα να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων και επομένως η ένσταση των κατηγορουμένων περί αποβολής της πολιτικής αγωγής είναι αβάσιμη, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Χ1 για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία, την δεύτερη κατηγορουμένη αναιρεσείουσα Χ2 για χρήση πλαστού, πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 46 παρ.1α , 216 παρ.1 ΠΚ και επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ ( 8) μηνών στον καθένα, ποινή την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο, προς 4,40 ευρώ ημερησίως και ανέστειλε την εκτέλεση αυτής, ως προς την δεύτερη κατηγορουμένη, για τρία χρόνια.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών στην προσβαλλόμενη απόφασή το διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε..

Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται ελλιπής και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τους αυτοτελείς αυτών ισχυρισμούς που κατέθεσαν εγγράφως προς απόκρουση της κατ' αυτών κατηγορίας , κατά τους οποίους το φερόμενο ως πλαστό έγγραφο ουδεμία έννομη συνέπεια μπορούσε να έχει, διότι αυτοί είχαν νόμιμο δικαίωμα να λειτουργήσουν την ατομική επιχείρηση στο μίσθιο δυνάμει του από 1/11/1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως περί αυτού είχαν ακλόνητη πεποίθηση και διότι στο πλαστό αυτό συμφωνητικό φέρεται να μεταβιβάζει δικαιώματα από τη μίσθωση ανύπαρκτη εταιρεία, είναι αβάσιμες.

Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του απέρριψε τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων. Τούτο δε έπραξε εκ περισσού, αφού, αφενός μεν, οι πιο πάνω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν από τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων εγγράφως, χωρίς να αναπτυχθούν προφορικά, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς με την έννοια που έχει εκτεθεί πιο πάνω, ώστε η απόρριψη τους να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά συνιστούν άρνηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες.

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 39/ 20-10-2005 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 και της Χ2, κατά της 1303-1304/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ