Legislator Case Law & Legislation
2118/2017 AI generated

2118/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2118/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92, 92Α, 94 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι, κατ’ εξαίρεση, ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες είτε δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε δικηγόρου (άρθρο 63 παρ. 1-4 του κώδικα δικηγόρων).

Legislator headnote

AI generated

2118/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αυτοπροσώπως παριστάμενος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
unpaid work minimum benefits contractor remuneration unemployment insurance financing employment subject to social contributions homework contract
AI generated
45/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
1516/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
193/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
2220/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
1032/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2118 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2118/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Κ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Δήμου Αθηναίων Α.Ε. Ο.Τ.Α." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ευκλείδου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 3908/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2016 αίτησή του και τους από 4-11-2016 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο αυτοπροσώπως παριστάμενος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92, 92Α, 94 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι, κατ’ εξαίρεση, ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες είτε δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε δικηγόρου (άρθρο 63 παρ. 1-4 του κώδικα δικηγόρων).

Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του άνω κώδικα). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, στο εφετείο ή στον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των εν λόγω υπαλλήλων του 15ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, τα κατώτατα δε αυτά όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις (άρθρο 92Α παρ. 1 και 2 του κώδικα περί δικηγόρων, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 ν. 1816/1988 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή).

Περαιτέρω με την 2022210/2776/0022/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β’ ), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 ν. 2470/1997 "για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" και ίσχυσε από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92Α παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.

Περαιτέρω η προαναφερόμενη σύμβαση (παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή) λύεται, εκτός άλλων λόγων και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία, με ποινή ακυρότητας, πρέπει να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος. Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από τα άρθρο 94 του ίδιου κώδικα αποζημίωση.

Ειδικότερα κατά τη διάταξη αυτή: "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως... δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν πάγιαν μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον συμβατικήν υπηρεσίαν, β)...

γ)... δ) δέκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει πενταετίαν... Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπ’ όψει μόνον παν ό,τι καταβάλλεται ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς... ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ’ υπόθεσιν...".

Εξ άλλου κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που έχει έντονο το χαρακτήρα δημόσιας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους (Ολ.

Α.Π. 10/2012). Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του είναι σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και την καθορίζουν μεγαλύτερη, ζητεί παρ’ όλα αυτά από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της συμβάσεως και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία (Α.Π. 1270/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] είναι από το έτος 1988 δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Από την 3-9-1992 είναι δικηγόρος παρ’ εφέταις και από την 13-1-1997 δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω...

Η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] εταιρεία έχει σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων άτυπης συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης με δυνατότητα άσκησης και συναφών προς το αντικείμενο αυτό δραστηριοτήτων (έρευνες - μελέτες, ημερίδες, συνέδρια, εκπαιδευτικά βοηθήματα για τους καταρτιζόμενους, συμμετοχή σε ολοκληρωμένα προγράμματα άλλων κοινοτικών πρωτοβουλιών που χρηματοδοτούνται και από άλλα διαρθρωτικά ταμεία), οι οποίες δεν απαγορεύονται από τις ειδικές διατάξεις που εκάστοτε θα ισχύουν για τα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης.

Βασικός μέτοχος της εναγομένης εταιρείας είναι ο Δήμος Αθηναίων. Την 1-10-2003 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας "η εναγομένη εταιρεία (εντολέας) προσλαμβάνει από 22-5-2003 τον ενάγοντα (εντολοδόχο) ως δικηγόρο με σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών προς αυτήν, ως Προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας της για αόριστο χρόνο, με πάγια μηνιαία αμοιβή οριζόμενη σε χίλια (1.000) ευρώ μικτά, καταβλητέα την 22η ημέρα κάθε μήνα, με επιπλέον αυτών, και όλα τα νόμιμα επιδόματά του καθώς και την καταβολή από την εντολέα και των 2/3 των νομίμων ασφαλιστικών εισφορών του στο Ταμείο Νομικών, στο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών και στο ΚΕΑΔ.

Ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει νομικές συμβουλές, προφορικά ή γραπτά σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συμβάσεων και λοιπών συναλλαγών, να ελέγχει νομιμοποιητικά έγγραφα, να καταρτίζει συμβάσεις, να συντάσσει εξώδικες δηλώσεις και δικόγραφα και γενικά να ενεργεί οτιδήποτε είναι απαραίτητο για τη νομική υποστήριξη των συμφερόντων της εντολέως".

Με την ίδια ανωτέρω σύμβαση ορίστηκε ότι "όλοι οι όροι της θεωρούνται κύριοι και ουσιώδεις, οποιαδήποτε τροποποίηση αυτής γίνεται μόνο με νεώτερη γραπτή συμφωνία και η καταγγελία της γίνεται γραπτά και μόνον για σπουδαίο λόγο". Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως νομικός σύμβουλος - προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας αυτής και δεν ήταν απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 (προκήρυξη κ.λπ.), απορριπτομένης ως νομικά αβάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης...

Στην περίπτωση αυτής της σύμβασης με πάγια αντιμισθία, τα κατώτερα όρια της αμοιβής καθορίζονται κατά τα οριζόμενα στο νόμο, σ’ αυτήν δε περιλαμβάνονται βασικός μισθός, επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, δώρα, άδεια κλπ ... Επιπλέον η εντολέας έχει υποχρέωση να καταβάλλει και ποσοστό 2/3 των ασφαλίστρων του δικηγόρου...

Όμως οι διάδικοι από την αρχή συμφώνησαν μόνο το μηνιαίο μισθό του ενάγοντος, χωρίς να προσδιορίσουν ειδικότερα αυτόν σε σχέση με όσα ορίζονται στις παραπάνω διατάξεις για τα κατώτατα νόμιμα όριά του. Έτσι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος από την πρόσληψή του μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής ανήρχετο σε 1.000 ευρώ, χωρίς καμία περαιτέρω αύξηση.

Με βάση δε το ποσό αυτό υπολόγισε η εναγομένη την αποζημίωση την οποία κατέβαλε στον ενάγοντα λόγω καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι το ένδικο χρονικό διάστημα από 22-5-2003 έως 31-3-2011 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα... μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, αφού προηγουμένως παρακρατείτο φόρος μισθωτών υπηρεσιών ποσοστού 20%, ήτοι συνολικά η εναγομένη του κατέβαλε για το άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 75.500 ευρώ...

Στις... αποδείξεις πληρωμής, οι οποίες φέρουν τις υπογραφές αμφοτέρων των διαδίκων, στην ένδειξη "αιτιολογία" αναγράφεται η φράση "έναντι πάγιας αντιμισθίας". Και τούτο διότι η εναγομένη δεν ήταν συνεπής ως προς το χρόνο καταβολής της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, τα αναγραφόμενα δε σ’ αυτές (αποδείξεις πληρωμής) ποσά αφορούσαν καταβολές σε μερική (πάντα) εξόφληση της ως άνω συμφωνηθείσας αντιμισθίας.

Ακόμη η εναγομένη του κατέβαλε ασφαλιστικές εισφορές για το άνω επίδικο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα: 1) στο ταμείο ασφάλισης δικηγόρων 422,90 ευρώ την 27-5-2004, 284 ευρώ την 28- 5-2004, 2.435,65 ευρώ την 17-5-2011, 1.526,88 την 17-5- 2011, 436,56 ευρώ την 18-7-2012 και 2) στο ταμείο πρόνοιας δικηγόρων 946,56 ευρώ την 28-5-2004, 2.261,16 ευρώ την 1-10-2007, 1.317,09 ευρώ την 19-6-2008, 1.422,63 ευρώ την 2-7-2009, 1.432,88 ευρώ την 2-7-2010, 1.375,12 ευρώ την 18-4-2011 και 358,21 ευρώ την 8-7-2012...

Το ως άνω ποσό που η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για μηνιαία αντιμισθία καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που ο τελευταίος προσέφερε τις υπηρεσίες του και ειδικά στο ένδικο χρονικό διάστημα (22-5-2003 έως 31-3-2011) με βάση τα έτη δικηγορίας του και την προσωπική του κατάσταση (έγγαμος με δύο τέκνα) ήταν πάντοτε μικρότερα των οριζομένων από τις παραπάνω διατάξεις κατώτερων ορίων...

Ουδέποτε η εναγομένη του κατέβαλε δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας. Όμως ο ενάγων, αν και επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα από την έναρξη της σύμβασης μέχρι τη λήξη της λάμβανε το παραπάνω ποσό (με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ήτοι με τμηματικές καταβολές έναντι της παραπάνω συμφωνηθείσας πάγιας αντιμισθίας και πάντα εκπρόθεσμα), κατώτερο σημαντικά των ελαχίστων νομίμων αποδοχών του, ουδέποτε προφορικά ή εγγράφως διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη και δεν διεκδίκησε τις νόμιμες (μισθό, δώρα, άδεια κ.λ.π.) αποδοχές του...

Η μόνη διαμαρτυρία του ενάγοντος προς την εναγομένη αφορούσε στην μη εμπρόθεσμη καταβολή των ασφαλιστικών... εισφορών του στο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων... Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την πρόσληψή του έως και την 31-3-2011, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως την άνω σύμβαση έμμισθης εντολής για οικονομικούς λόγους που την αφορούσαν και καταβλήθηκε σ’ αυτόν αποζημίωση ποσού 10.000 ευρώ.

Για πρώτη φορά διεκδίκησε (ενάγων) τις νόμιμες αποδοχές του μετά των δώρων και επιδομάτων με την άσκηση της ένδικης αγωγής του δυόμισι περίπου έτη μετά την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής. Ο ενάγων, ως έμπειρος δικηγόρος, γνώριζε ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή του για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του ήταν μεγαλύτερη από αυτή που κατά τα παραπάνω λάμβανε.

Το ύψος αυτής αγνοούσαν οι εκπρόσωποι της εναγομένης, οι οποίοι δεν είχαν ειδικές νομικές γνώσεις και δεν απασχολούσαν άλλους δικηγόρους ώστε να γνωρίζουν από αυτούς τη δέσμευσή τους και τις υποχρεώσεις τους από την ένδικη σύμβαση εντολής με πάγια αντιμισθία. Τέτοια ενημέρωση δεν αποδείχθηκε ότι είχαν από τον ενάγοντα...

Έτσι ο ενάγων θα μπορούσε, γνωρίζοντας το ύψος της νόμιμης αμοιβής και των υποχρεώσεων της εναγομένης κατά τον κώδικα δικηγόρων να συμφωνήσει από την αρχή (2003) τη νόμιμη αμοιβή του ή να την προτείνει και (σε περίπτωση διαφωνίας τους) να την διεκδικήσει, στη συνέχεια και εγγράφως (και όχι μόνο προφορικά, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προσκόμιζε τους πίνακες του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στην εναγομένη) επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (επί οκτώ έτη) χωρίς φόβο για τη συνέχιση της συνεργασίας του από την τυχόν άρνηση της εναγομένης.

Επίσης η έκταση και η φύση των υποθέσεων που χειρίσθηκε ο ενάγων δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την απασχόληση αυτού με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Συγκεκριμένα οι δικαστικές υποθέσεις της εναγομένης ήταν ελάχιστες. Η ίδια (η εναγομένη) αναφέρει ότι οι υποθέσεις που χειρίσθηκε ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν δώδεκα (12) γνωμοδοτήσεις και ένα πρακτικό συμβιβασμού.

Ο ενάγων αντίθετα, αν και μπορούσε, δεν επικαλείται συγκεκριμένες υποθέσεις που χειρίσθηκε... Αποδεικνύεται λοιπόν με τα παραπάνω ότι η εναγομένη συμφώνησε με τον ενάγοντα για την πρόσληψή του με πάγια μηνιαία αντιμισθία και το ύψος αυτής, όπως προεκτέθηκε, γιατί η εναγομένη είχε μεν ανάγκη μιας σταθερής συνεργασίας με δικηγόρο, πλην όμως χωρίς ιδιαίτερη απασχόλησή του.

Εάν αυτή (εναγομένη) γνώριζε από την αρχή τις υποχρεώσεις της από την πρόσληψη του ενάγοντος με πάγια αντιμισθία (ως προς το ύψος των ελάχιστων νομίμων αποδοχών του), δεν είναι βέβαιο ότι θα συμφωνούσε για την πρόσληψή του (ενάγοντος) με πάγια αντιμισθία. Τέτοια πρόσληψη δεν δικαιολογούσε ο περιορισμένος αριθμός των (δικαστικών) υποθέσεών της ή οι μικρές ανάγκες της για νομικές συμβουλές, αφού σε κάθε περίπτωση για την παροχή νομικών συμβουλών θα μπορούσε να απευθυνθεί (εναγομένη) στη Νομική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων...

Άλλωστε η εναγομένη δεν απασχολούσε άλλους δικηγόρους και επιπλέον πριν από την πρόσληψη του ενάγοντος και μετά τη λύση της σύμβασής του δεν αποδείχθηκε ότι απασχολεί δικηγόρο. Είναι δε γνωστό ότι η συμφωνία για πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία είναι εξαιρετική... Ο εντολέας επιλέγει την πρόσληψη με τέτοια σύμβαση όταν οι υποθέσεις, δικαστικές ή εξώδικες, είναι τόσες και τέτοιας χρηματικής αξίας που να τη δικαιολογούν οικονομικά.

Η αμοιβή κατά υπόθεση, που λόγω των υψηλών συχνών αξιών των αντικειμένων της διαφοράς ανεβάζει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου σε υψηλά επίπεδα, αντισταθμίζεται με την πάγια αντιμισθία με τη δυνατότητα απασχόλησης του δικηγόρου σε σταθερή οικονομική βάση. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προαναφερθέντα η φύση και ο αριθμός αυτών των υποθέσεων της εναγομένης δεν δικαιολογούν τέτοια σύμβαση και γι’ αυτό σαφώς συμφώνησαν οι διάδικοι στο ύψος αυτής της αμοιβής.

Και βέβαια... περιεχόμενο του δικαιώματος του δικηγόρου καθίσταται η απαίτηση των ελάχιστων αμοιβών ακόμα και αν ο ίδιος συμφωνήσει ρητά ή σιωπηρά ή έχει αποδεχθεί εκ των υστέρων μικρότερη αμοιβή και για το λόγο αυτό κατ’ αρχήν κάθε συμφωνία για μικρότερη αμοιβή είναι άκυρη... Και πράγματι ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος είσπραξης των ελάχιστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής είναι η προστασία της δικηγορικής αξιοπρέπειας ενόψει και του υψηλού λειτουργήματος που επιτελεί και η αποφυγή της παραβίασης των νομίμων δικαιωμάτων του δικηγόρου από την ισχυρή συνήθως οικονομική θέση του εντολέως του δικηγόρου, να επιδιώξει την ικανοποίηση των νομίμων συμφερόντων του και να επιβάλλει τους όρους του κώδικα δικηγόρων.

Όμως στην προκειμένη περίπτωση ο μικρός αριθμός των υποθέσεων της εναγομένης δεν δικαιολογεί την εξαιρετική από τον κώδικα δικηγόρων δημιουργία σχέσης έμμισθης (πάγιας αντιμισθίας) με την απαιτούμενη αμοιβή. Με τα δεδομένα αυτά η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να απαιτήσει τη διαφορά της αντιμισθίας μεταξύ της συμφωνημένης και της νόμιμης για το επίδικο χρονικό διάστημα είναι καταχρηστική...

γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του... Και τούτο διότι η εναγομένη, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας δεν είχαν τις απαιτούμενες νομικές γνώσεις, αγνοούσε ότι η νόμιμη κατά τον κώδικα δικηγόρων αμοιβή του ενάγοντος από τη σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που συμφωνήθηκε και καταβαλλόταν (με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, καθυστερημένα, και με τμηματικές καταβολές).

Ο ενάγων επί οκτώ περίπου έτη εισέπραττε κατά τον άνω τρόπο την αμοιβή του, χωρίς καμία επιφύλαξη ως προς το ύψος αυτής (αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αυτός, λόγω της καθυστέρησης εξόφλησής του, διατηρούσε κάθε φορά επιφύλαξη ως προς το υπολειπόμενο ποσό της ήδη συμφωνηθείσας κατά τα ανωτέρω αμοιβής του) και δημιουργούσε σ’ αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι η αμοιβή που συμφωνήθηκε είναι εκείνη που πράγματι όφειλε, ενώ διαφορετικά δεν θα προσλάμβανε τον ενάγοντα με σύμβαση έμμισθης εντολής, κυρίως γιατί ο αριθμός των υποθέσεών της ήταν κατά τα προαναφερθέντα μικρός, που δεν δικαιολογούσε επιπλέον αμοιβή και ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό.

Εξάλλου η όλη συμπεριφορά του ενάγοντος δικαιούχου, που κατά τα προαναφερθέντα προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (8 ετών), δεν δικαιολογεί τώρα τη μεταγενέστερη άσκησή του και η ανατροπή αυτής της κατάστασης που δημιουργήθηκε θα έχει δυσμενείς για τα συμφέροντα της εναγομένης επιπτώσεις...

γιατί θα της προκαλέσει απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη ζημία". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, με την οποία αυτός, επικαλούμενος μη καταβολή του νομίμου μισθού και βάσει αυτού μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως απολύσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ως νομικού συμβούλου, ζητούσε διαφορές αποδοχών, καθώς και δώρα εορτών και αποδοχές αδείας, υπόλοιπο αποζημιώσεως απολύσεως, τις νόμιμες αποδοχές του μέχρι το Μάιο 2014, εφόσον δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

‘ Ετσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 Α.Κ., 1 επ. και 94 παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση απολύσεως και τις διαφορές των αποδοχών του, το δε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, λόγω καταβολής μειωμένης αποζημιώσεως.

Τούτο δε διότι προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. για την απόρριψη ως καταχρηστικής της αγωγής κατά το μέρος που με αυτήν εζητείτο η επιπλέον οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων.

Επίσης κρίθηκε με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ότι και η άσκηση των λοιπών αξιώσεων γιά διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού και γι’ αυτές έγινε δεκτή μακροχρόνια προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, από την οποία προκλήθηκε στην εναγομένη εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει πλέον τις εν λόγω αξιώσεις του, σε τρόπο ώστε η μετά ταύτα επιδίωξη αυτών να δικαιολογεί την παραδοχή αυτή.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως και ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 400 παρ. 3 και 403 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η πρώτη αυτές ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι οι λόγοι εξαιρέσεως του μάρτυρα, μεταξύ των οποίων και το ότι αυτός έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης, πρέπει να προτείνονται από το διάδικο πριν ορκισθεί ο μάρτυρας, αν δε προτείνονται μετά την όρκισή του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Εξ άλλου για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παρά το νόμο λήψη υπόψη κατάθεσης μάρτυρα για τον οποίο συνέτρεχε ο ανωτέρω λόγος εξαιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει παραδεκτά την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα στο δικαστήριο της ουσίας πριν από την όρκισή του (Α.Π. 342/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.

Γ., διευθυντή της εναγομένης κατά το έτος 2003, ο οποίος είχε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αποριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το λόγο εξαιρέσεως του ανωτέρω μάρτυρα είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν από την όρκισή του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει λόγο εξαιρέσεως του προαναφερθέντος μάρτυρα. 3.

Κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι: α) το εφετείο έλαβε υπόψη και έκανε δεκτή ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., απορρίπτοντας την αγωγή του, χωρίς να έχει προβληθεί τέτοια ένσταση από την εναγομένη και β) παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ.

διότι δεν είχε προβληθεί παραδεκτά. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αντιφατικότητάς του, η οποία έγκειται στο ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος είτε δεν προτάθηκε (οπότε πρόκειται για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ.) είτε προτάθηκε απαραδέκτως (οπότε πρόκειται για παράβαση του άρθρου 559 αριθ.14 περ.

β Κ.Πολ.Δ.), είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος προτάθηκε παραδεκτά από την εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι προφορικά με συνοπτική καταχώρησή της στα πρακτικά και με εξειδίκευσή της στις προτάσεις της που υποβλήθηκαν ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου, επαναφέρθηκε δε με τις προτάσεις αυτής ενώπιον του εφετείου. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι’ αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι αυτός αδράνησε και δεν διαμαρτυρήθηκε προφορικά ή εγγράφως στην εναγομένη και δεν διεκδίκησε τις νόμιμες αποδοχές του, καθώς και ότι οι διαμαρτυρίες του περιορίζονταν μόνο στη μη έγκαιρη εξόφληση των οφειλομένων και όχι στο ύψος στο οποίο ανέρχονταν κατ’ έτος οι αποδοχές του, χωρίς να έχει διεξαχθεί απόδειξη περί αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι οι φερόμενοι ως γενόμενοι δεκτοί χωρίς απόδειξη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού αποτελούν άρνηση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία είχε προβάλει η εναγομένη.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι με αυτόν δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι’ αυτά καμμιά απόδειξη αλλά, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

5. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

Α.Π. 25/2003), όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 524/2014). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη: α) τον ισχυρισμό που προέβαλε με λόγο εφέσεως ότι παρέδιδε στο λογιστήριο της εναγομένης τους νόμους και τις βεβαιώσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από τις οποίες προέκυπτε το ύψος της νόμιμης αμοιβής του και συνεπώς δεν μπορούσε να της δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι έπρεπε να του καταβάλει μόνο το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως και β) τον ισχυρισμο που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου ότι είχε συμφωνηθεί να του καταβάλλονται και τα επιδόματα πέραν του μισθού του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από τους φερόμενους ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμούς ο μεν πρώτος αποτελούσε άρνηση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος την οποία είχε προβάλει η εναγομένη και συνακόλουθα δεν συνιστούσε πράγμα κατά την προπαρατεθείσα έννοια, ο δε δεύτερος αποτελούσε μεν στοιχείο της αγωγής και συνακόλουθα συνιστούσε πράγμα κατά την έννοια αυτή, ελήφθη όμως υπόψη και απορρίφθηκε, αφού το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα κατ’ ουσίαν διότι ήταν καταχρηστική η άσκησή της.

6. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 3908/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 4-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ