Supreme Court allows appeal against bank's dismissal of fraud claim due to heavy negligence in verifying signatures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a fraud claim. The appellant argued that bank employees committed heavy negligence by accepting large withdrawals without verifying the authenticity of the appellant's signature or the authorization documents. The court found that the bank's failure to scrutinize critical red flags, such as the absence of signature verification and the use of a third party, constituted a breach of the duty of care required under Greek civil law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 330, 334, 827, 830 § 1 of the Civil Code and Article 3 of the Law of 17 July 1923; A bank's acceptance of large withdrawals without verifying signature authenticity or proper authorization constitutes heavy negligence, warranting the reversal of a dismissal of a fraud claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2118 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2118/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ A.E." και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/1/2014 αίτησή του και τους από 15/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31/1/2014 αίτησης αναίρεσης και του από 15/9/2014 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 5828/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 5828/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 20-9-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμό 4284/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 13-4-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δίκασε κατ' ουσίαν επί της προαναφερόμενης αγωγής, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνασα, ότι οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσείοντος έγιναν εν γνώσει του και με την προφορική συναίνεσή του και ότι σε κάθε περίπτωση ουδεμία δόλια ή αμελής συμπεριφορά βάρυνε τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης κατά την εκτέλεση των αναλήψεων αυτών. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτά [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
ΙΙ] Ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1218/2007, 1854/2007].
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.
Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρ. 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.
Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρ. 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται απ' αυτή, όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν.
δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρ. 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.
Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448 § 2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ' αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώρηση.
Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ' αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.
Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι η τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σ' αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ' αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.
Συνακόλουθα η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη.
Η ευθύνη της τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332 § 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοί της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή αναλόγως της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην Τράπεζα και δεν φέρει βέβαιη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.
Αντίθετα δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), που γίνεται προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβληθέντων λόγων αναίρεσης, προκύπτει, ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Την 1η-3-2007, ο ενάγων εμφανίσθηκε στο κατάστημα Συγγρού (116) της εναγομένης, συνοδευόμενος από τον Θ.
Β., προκειμένου, όπως δήλωσε στον υπεύθυνο υπάλληλο του τμήματος πελατείας ιδιωτών Δ. Σ., αφενός μεν να ανοίξει ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, αφετέρου δε να ανοίξει μαζί με τον Θ. Β., κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, προς διευκόλυνση, όπως τόνισε, της μεταξύ τους οικονομικής συνεργασίας. Στη συνέχεια, ο ενάγων, υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε στο όνομα του ο με αριθμό ...
ατομικός λογαριασμός ταμιευτηρίου στον οποίο κατέθεσε ποσό 500 ευρώ και του παραδόθηκε βιβλιάριο καταθέσεων. Δεν ανοίχθηκε όμως και ο κοινός λογαριασμός στο όνομα του ιδίου και του Θ. Β., διότι ο τελευταίος δεν έφερε μαζί του το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας. Έτσι, συμφωνήθηκε, μεταξύ του ενάγοντος και του Θ.
Β. αφενός και του ως άνω υπαλλήλου της εναγομένης αλλά και του διευθυντή του καταστήματος αυτής Ε. Π. αφετέρου, να προσέλθει τις επόμενες ημέρες μόνος του ο Θ. Β., προκειμένου να πραγματοποιήσει εκείνος το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού στο όνομα αμφοτέρων, δοθέντος του ότι τα στοιχεία του ενάγοντος ήταν ήδη γνωστά στην εναγομένη από το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού ταμιευτηρίου.
Στις 5-3-2007 ο Θ. Β. προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης και προς υλοποίηση των ων άνω συμφωνηθέντων, αφού υπέγραψε το σχετικό έντυπο αίτησης, ανοίχθηκε στο όνομα του ιδίου και του ενάγοντος, ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός καταθέσεων, στον οποίο κατέθεσε ποσό 300 ευρώ. Μετά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Δ.
Σ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα στον αριθμό τηλεφώνου ..., τον οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, τον ενημέρωσε ότι η εναγομένη τον δέχθηκε ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού και του ζήτησε να προσέλθει στο κατάστημα για να υπογράψει και ο ίδιος το έντυπο αίτησης, ενέργεια στην οποία ουδέποτε προέβη, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του στις επανειλημμένες κλήσεις του ως άνω υπαλλήλου, χωρίς όμως να έχει δημιουργηθεί, από την παράλειψη αυτή του ενάγοντος, πρόβλημα στη λειτουργία του λογαριασμού, δοθέντος και του ότι ο τελευταίος, γνώριζε την ύπαρξη του και συναίνεσε προφορικά, κατά τα προεκτεθέντα, στο άνοιγμα του και στην προσθήκη του ονόματος του, ως συνδικαιούχου.
Ο ατομικός λογαριασμός του ενάγοντος παρουσίασε κίνηση καταθέσεων από την 1η-3-2007 έως και τις 12-7-2007, χρονικό διάστημα κατά το οποίο πιστώθηκε με το μη αμφισβητούμενο από τους διαδίκους συνολικό ποσό των 390.000 ευρώ και δη, την 1η-3-2007 με ποσό 500 ευρώ, στις 14-3-2007 με ποσό 20.300 ευρώ, στις 14-3-2007 με ποσό 99.700 ευρώ, στις 16-3-2007 με ποσό 99.500 ευρώ, στις 19-3-2007 με ποσό 30.000 ευρώ, στις 4-7-2007 με ποσό 99.500 ευρώ και στις 12-4-2007 με ποσό 40.500 ευρώ, δυνάμει ισάριθμων πράξεων καταθέσεων που διενεργήθηκαν, πλην της πρώτης, σε άλλα καταστήματα της εναγομένης (Ελευσίνας και Ταύρου), από τον ενάγοντα αλλά και από τρίτα πρόσωπα.
Κατά τη διάρκεια της κατά τα ανωτέρω κίνησης του ατομικού λογαριασμού του ενάγοντος και δη στις 20-3-2007, 26-3-2007, 9-7-2007 και 19-7-2007, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης η Α. Κ., η οποία ήταν γνωστή στους υπαλλήλους της, λόγω της σύμβασης συνεργασίας προώθησης τραπεζικών προϊόντων που είχε συνάψει με την εναγομένη σε προγενέστερο χρόνο και εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο Δ.
Σ., τις αντίστοιχες από 19-3-2007, 26-3-2007, 6-7-2007 και 18-7-2007 εξουσιοδοτήσεις-υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες ήταν συντεταγμένες επί εντύπου υπεύθυνων δηλώσεων του Ν. 1599/1986, έφεραν αναγεγραμμένα τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος, όπως αυτά είχαν δηλωθεί στο κατάστημα της εναγομένης κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, καθώς και υπογραφή, κάτω από τον τίτλο "Ο Δηλών".
Με τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο ενάγων εξουσιοδοτούσε την Α. Κ., να μεταφέρει από τον ατομικό του λογαριασμό, που τηρούσε στο κατάστημα της εναγομένης, στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε στον ίδιο κατάστημα με τον Θ. Β., τα ποσά των 130.000 ευρώ, 118.000 ευρώ, 90.000 ευρώ και 51.000 ευρώ αντίστοιχα. Προς πιστοποίηση της γνησιότητας κάθε μιας από τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης Δ.
Σ., κάθε φορά, αφού προέβαινε σε έλεγχο της επ' αυτών υπογραφής του ενάγοντος, η οποία συγκρινόμενη, ομοίαζε με το δείγμα υπογραφής του που τηρούσε η εναγομένη κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, στη συνέχεια και πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι τελούσε εν γνώσει των εξουσιοδοτήσεων και ότι πράγματι επιθυμούσε την πραγματοποίηση των μεταφορών των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, από τον ατομικό του λογαριασμό, στον κοινό λογαριασμό του οποίου ήταν συνδικαιούχος μαζί με τον Θ.
Β.. Προσέτι και πριν από την ολοκλήρωση κάθε συναλλαγής, θεωρούσαν και ενέκριναν τις ως άνω εξουσιοδοτήσεις, ο Ε. Π. και ο Κ. Ξ., τότε διευθυντής και υποδιευθυντής αντίστοιχα του καταστήματος της εναγομένης, πεπεισμένοι ότι αυτές ήταν γνήσιες, μετά τη διαπίστωση ότι ο Δ. Σ. είχε προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες για τον έλεγχο της γνησιότητας τους, σε συνδυασμό και με τις διαβεβαιώσεις της Α.
Κ., ότι πράγματι τις είχε λάβει από τον ενάγοντα. Έτσι, τα ως άνω χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 389.000 ευρώ, μεταφέρθηκαν συμψηφιστικά, από τον ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος, στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με τον Θ. Β., από τον οποίο στη συνέχεια ο τελευταίος, τα ανέλαβε ως συνδικαιούχος, Στις 17-2-2010, δηλαδή μετά πάροδο τριών περίπου ετών από την τελευταία συμψηφιστική μεταφορά κεφαλαίου, ο ενάγων, προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την κίνηση του ατομικού του λογαριασμού, η οποία του δόθηκε εγγράφως, ακολούθως δε, κοινοποίησε στην εναγομένη την από 18-2-2010 εξώδικη πρόσκληση και διαμαρτυρία του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι η μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό έλαβε χώρα εν αγνοία του και χωρίς εντολή του, γραπτή ή προφορική, ζήτησε, την επανατοποθέτηση των αναληφθέντων χρημάτων στο λογαριασμό του, τη χορήγηση αντιγράφων των αμφισβητούμενων από τον ίδιο παραστατικών αναλήψεων, καθώς και τη γνωστοποίηση των στοιχείων των εμπλεκομένων προσώπων.
Σε απάντηση του ως άνω εξωδίκου, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 4-3-2010 εξώδικη δήλωση, με την οποία, απέρριψε το αίτημα του για την επανακατάθεση στον ατομικό του λογαριασμό των χρηματικών ποσών, που αναλήφθηκαν από αυτόν με βάση τις προαναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις, ενώ παράλληλα του συγκοινοποίησε τα σχετικά παραστατικά στοιχεία.
Ενόψει της κατάστασης αυτής, ο ενάγων, άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, μόνο σε βάρος της εναγομένης και όχι και σε βάρος των Θ. Β. και Α. Κ., με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 389.000 ευρώ, το οποίο αναλήφθηκε από τον ατομικό του λογαριασμό χωρίς τη θέληση του, ισχυριζόμενος, ότι, με τον Θ.
Β. είναι απλοί γνωστοί και ουδεμία σχέση τους συνδέει, ότι επέλεξε το κατάστημα Συγγρού της εναγομένης κατά προτροπή του Θ. Β., προκειμένου να ενισχυθεί, όπως του δήλωσε ο τελευταίος, το κύρος του φίλου του και διευθυντή του καταστήματος, ότι δεν γνωρίζει την Α. Κ., ότι ουδέποτε συνέταξε ή υπέγραψε τις επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, ότι ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε εν αγνοία του και ότι ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε υπάλληλος της εναγομένης για να του γνωστοποιήσει τις μεταφορές των κεφαλαίων.
Οι ως άνω ισχυρισμοί του ενάγοντος, είναι αβάσιμοι στην ουσία τους και απορριπτέοι, καταρρίπτονται δε από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικών μέσων, από τα οποία αποδείχθηκαν περαιτέρω, πλέον των προαναφερομένων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Θ. Β. και ο ενάγων, δεν ήταν απλώς γνωστοί, όπως αβάσιμα ο τελευταίος διατείνεται, αλλά από το Νοέμβριο του έτους 2006, δηλαδή προ της εμφάνισής τους στο κατάστημα της εναγομένης (1η-3-2007), είχαν μεταξύ τους οικονομικές δοσοληψίες, σχετικές με επενδύσεις κεφαλαίων σε μετοχές του εξωτερικού, τις οποίες φαίνεται ότι ανέλαβε να πραγματοποιήσει για λογαριασμό του ενάγοντος ο Θ.
Β.. Προς τούτο μάλιστα, είχαν καταρτίσει μεταξύ τους το από 6-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να καταθέσει στον με αριθμ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στο κατάστημα Καλαμακίου της τράπεζας Eurobank το ποσό των 170.000 ευρώ και να μην τον αναλάβει μέχρι τις 15-5-2007, διαφορετικά και σε περίπτωση αθέτησης εκ μέρους του της ανωτέρω συμφωνίας, δεσμεύθηκε να καταβάλει στο Θ.
Β., το ποσό των 50.000 ευρώ. Αξιοσημείωτο δε είναι και χρήζει επισήμανσης στο σημείο αυτό, το γεγονός, ότι σε σχέση με το αναφερόμενο στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό ποσό, ο ενάγων, άσκησε σε βάρος της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Eurobank ERGASIAS ΑΕ" και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 12-3-2010 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 55498/4383/2010) αίτησή του, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι στις 6-11-2006 άνοιξε στο κατάστημα Καλαμακίου ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στον οποίο κατέθεσε το ποσό των 170.000 ευρώ και ότι στις 17-2-2010, όταν ζήτησε και έλαβε σε έγγραφο την κίνηση του λογαριασμού του, διαπίστωσε ότι, εν αγνοία του και χωρίς καμία εντολή του, αναλήφθηκαν από άγνωστο άτομο, με τη συνεργασία των υπαλλήλων της τράπεζας, στις 14-11-2006 το ποσό των 88.000 ευρώ και στις 23-11-2006 το ποσό των 81.000 ευρώ, ζήτησε να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και να υποχρεωθεί η καθ' ης τράπεζα, να του χορηγήσει αντίγραφα των παραστατικών αναλήψεων και να του γνωστοποιήσει τα στοιχεία των εμπλεκομένων προσώπων.
Την 1η-3-2007, ο ενάγων μετέβη από κοινού με τον Θ. Β. στο κατάστημα της εναγομένης και εκδήλωσε την επιθυμία του, στον υπεύθυνο πελατείας ιδιωτών υπάλληλο Δ. Σ. αλλά και στον διευθυντή Ε. Π., να ανοίξει με τον Θ. Β. κοινό λογαριασμό, προς εξυπηρέτηση των μεταξύ τους οικονομικών δοσοληψιών, συστήνοντας τον ως συνεργάτη του, δοθέντος του ότι, ο Ε.
Π. και ο Θ. Β., δεν γνωρίζονταν μέχρι τότε μεταξύ τους και πολύ περισσότερο δεν ήταν φίλοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Την Α. Κ., βοηθό λογιστή και εξωτερικό συνεργάτη στο κατάστημα της εναγομένης, γνώρισε ο ενάγων στο γραφείο του Θ. Β., από τον οποίο είχε ζητήσει να ανεύρει κάποιο πρόσωπο, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει και να προβεί για λογαριασμό του (ενάγοντος) στη συμψηφιστική μεταφορά των κεφαλαίων από τον ατομικό του λογαριασμό, στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε μαζί του.
Έτσι, τις τρεις από τις τέσσερις υπεύθυνες δηλώσεις, παρέλαβε η Α. Κ. από το γραφείο της εταιρίας του Θ. Β. στην Καλλιθέα Αττικής, παρουσία του ενάγοντος, ενώ την τέταρτη την παρέλαβε με FΑΧ. Στις 5-7-2007 ο ενάγων ζήτησε και έλαβε από την εναγομένη, μέσω του καταστήματος Ελευσίνας, ενημέρωση για τις κινήσεις του ατομικού του λογαριασμού, που τηρούσε στο κατάστημα Συγγρού, πληροφορήθηκε δε τότε, τόσο για το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού του, όσο και για τις προηγηθείσες αναλήψεις, στις 20-3-2007 και στις 26-3-2007, των ποσών των 130.000 ευρώ και των 118.000 ευρώ, τις οποίες όμως ουδέποτε αμφισβήτησε, μέχρι την αποστολή της από 18-2-2010 εξώδικης διαμαρτυρίας του προς την εναγομένη, ισχυριζόμενος σ' αυτή προσχηματικά και για να καλύψει την καθυστερημένη αντίδραση του, ότι ζήτησε την ενημέρωση του βιβλιαρίου του, προκειμένου να διαπιστώσει, εάν είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του την προηγούμενη ημέρα (4-7-2007) το ποσό των 99.500 ευρώ και ότι αρκέστηκε προς τούτο στη διαβεβαίωση του ταμειολογιστή, χωρίς ο ίδιος να κοιτάξει το, ενημερωμένο πλέον, βιβλιάριο του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ουδεμία άγνοια και μη συναίνεση του ενάγοντος αποδείχθηκε, τόσο για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού που διατηρούσε μαζί με τον Θ. Β., όσο και για τη συμψηφιστική μεταφορά στο λογαριασμό αυτό (κοινό), των κατατεθειμένων στον ατομικό του λογαριασμό χρηματικών ποσών. Αντίθετα αποδείχθηκε γνώση και συναίνεση του, που εκδηλώθηκε προφορικά, τόσο για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, όσο και για τη μεταφορά των προαναφερομένων κεφαλαίων, μη ασκούσας στην εξεταζόμενη υπόθεση έννομης επιρροής, μετά τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, της από 8-4-2010 έκθεσης ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε για λογαριασμό του ο γραφολόγος Μ.
Μ. επί των τεσσάρων υπεύθυνων δηλώσεων, αποφαινόμενος ότι τόσο η χειρόγραφη γραφή στα κείμενα τους, όσο και η επ' αυτών υπογραφή, δεν προέρχονται από τον ενάγοντα, αφού ο τελευταίος, όπως προεκτέθηκε, ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης Δ. Σ. για τις επικείμενες μεταφορές κεφαλαίων, δήλωσε γνώστης αυτών και συναίνεσε προφορικά για την εκτέλεση της μεταφοράς τους, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου, του αιτήματος της εναγομένης, που περιέχεται στις προτάσεις της, που αφορούν την παρούσα δίκη, προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των τεσσάρων υπευθύνων δηλώσεων.
Τέλος, και σε κάθε περίπτωση, ουδεμία δόλια ή αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του καταστήματος Συγγρού της εναγομένης αποδείχθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, καθότι αυτοί, επιδεικνύοντες την δέουσα επιμέλεια, αφενός μεν προέβησαν στο άνοιγμα του κοινού λογαριασμού με συνδικαιούχους τον Β.
Θ. και τον ενάγοντα, αφού πείσθηκαν από τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου για την πρόθεση του αυτή, προκειμένου μέσω του κοινού λογαριασμού να εξυπηρετούνται οι οικονομικές δοσοληψίες των συνδικαιούχων, που δήλωσαν συνεργάτες μεταξύ τους, του γνωστοποίησαν τηλεφωνικά, στον αριθμό τηλεφώνου, που δηλώθηκε από τον ίδιο, τον κοινό λογαριασμό, στο άνοιγμα του οποίου συναίνεσε προφορικά και τον κάλεσαν επανειλημμένα να υπογράψει και ο ίδιος το σχετικό έντυπο, αφετέρου δε, προς πιστοποίηση της γνησιότητας κάθε μιας από τις ως άνω επίμαχες υπεύθυνες δηλώσεις, ο υπεύθυνος πελατείας ιδιωτών υπάλληλος της εναγομένης, κάθε φορά, αφού προέβαινε σε έλεγχο της επ' αυτών υπογραφής του ενάγοντος, η οποία, συγκρινόμενη, ομοίαζε με το τηρούμενο από την εναγομένη, κατά το άνοιγμα του ατομικού του λογαριασμού, δείγμα υπογραφής του και στη συνέχεια, πριν από την πραγματοποίηση κάθε συναλλαγής, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με αυτόν (ενάγοντα), ο οποίος τον διαβεβαίωνε, ότι τελούσε εν γνώσει των υπεύθυνων δηλώσεων και ότι πράγματι επιθυμούσε την πραγματοποίηση των μεταφορών των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών από τον ατομικό του λογαριασμό στον κοινό λογαριασμό, του οποίου ήταν συνδικαιούχος μαζί με τον Θ.
Β.. Με βάση δε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, το αίτημα της εναγομένης, που περιέχεται στις προτάσεις της, που αφορούν την παρούσα δίκη και εδράζεται στο άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ, περί αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα, με την έκδοση δικαστικής απόφασης ή βουλεύματος, η ανοιγείσα, με τη με ΑΒΜ Α2010/1726 από 16-4-2010 μήνυση του ενάγοντος κατά των Θ.
Β., Α. Κ. και των υπαλλήλων της εναγομένης, ποινική διαδικασία, κρίνεται απορριπτέο, καθότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, με την αιτούμενη αναστολή της πολιτικής δίκης, δεν θα διευκολυνθεί, ούτε θα επιταχυνθεί η αποδεικτική διαδικασία". Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο έκρινε τελικά, ότι αποσβέσθηκε η οφειλή της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος, εφόσον οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του τελευταίου έγιναν εν γνώσει του και με την προφορική συναίνεσή του και ότι σε κάθε περίπτωση, ουδεμία δόλια ή αμελής συμπεριφορά βάρυνε τους υπαλλήλους του καταστήματος Συγγρού της αναιρεσίβλητης κατά την εκτέλεση των αναλήψεων αυτών, γι' αυτό, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 13-4-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δίκασε κατ' ουσίαν επί της προαναφερόμενης αγωγής, την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 330, 334, 827, 830 § 1 ΑΚ και 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 που εφάρμοσε, αφού, υπό τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης συγκροτεί την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά, που θα επιδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις, αν ληφθεί υπόψη, ότι έγιναν αναλήψεις εξαιρετικά μεγάλων χρηματικών ποσών από τον ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσείοντος σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από της κατάθεσής τους και μάλιστα όχι προσωπικώς από τον ίδιο αλλά από τρίτο πρόσωπο, στο οποίο δεν είχε παραδοθεί από αυτόν το βιβλιάριο ταμιευτηρίου και δεν επιδεικνυόταν αυτό στο Κατάστημα της Τράπεζας, όπου το παραπάνω πρόσωπο παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπός του, με βάση τις προαναφερθείσες εξουσιοδοτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986, που δεν έφεραν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, με ενδεχόμενο οι τεθείσες υπογραφές να μην είναι γνήσιες αλλά πλαστογραφημένες, έλλειψη και συγχρόνως κίνδυνο που κατανοούσαν και αντιλαμβάνονταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης και για το λόγο αυτό προς ισχυροποίηση του περιεχομένου τους [εξουσιοδοτήσεων] θεωρούσαν και ενέκριναν αυτές ο Διευθυντής και ο Υποδιευθυντής του Τραπεζικού Καταστήματος Συγγρού της τελευταίας, όμως το ύψος των αναλαμβανόμενων χρηματικών ποσών και η απουσία της θεώρησης του γνησίου της υπογραφής και βεβαίωσης της ημερομηνίας αποτελούσαν κρίσιμες ενδείξεις από τις οποίες οι προστηθέντες έπρεπε να αμφιβάλλουν ως προς τη γνησιότητα των υπογραφών του αναιρεσείοντος για τις οποίες άλλωστε ούτε το Εφετείο διατυπώνει την κρίση (στο πλαίσιο της αξιολόγησής του αποδεικτικού υλικό), ότι ήταν γνήσιες.
Επομένως, είναι βάσιμοι ο πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του και ο συναφής δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών, καθόσον η παραδοχή των προαναφερθέντων αναιρετικών λόγων ως βασίμων άγει στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 5828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ