Legislator Case Law & Legislation
2118/2013 AI generated

2118/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2118/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποίηση: 1) Ε. Γ. του Γ., 2) Δ. Φ. του Μ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Legislator headnote

AI generated

2118/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.

Keywords

AI generated
banking profession banking policy financial crisis microprudential tasks economic hardship economic and monetary policy
AI generated
2036/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1673/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2125/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/9/2005 αίτησή του.
1390/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
331/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
256/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
1220/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4089/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2012 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2118 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2118/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Δ. - Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανού Βλαστού και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: 1) Ε. Γ. του Γ., 2) Δ. Φ. του Μ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 7/11/2008 και 11/11/2008 πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2009 οριστική όπως διορθώθηκε με την 94/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 6019/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2012 αίτησή της και τους από 10/9/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 10/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22/11/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 10/9/2013 πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.

Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, επί της οποίας έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 207 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνούν ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων θα κρίνεται από τον εργοδότη ή όργανό του.

Αυτό συμβαίνει και όταν η προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή η παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη, ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για προαγωγή, πλην όμως η κρίση του είναι κατάφωρα άδικη, λόγω της σημαντικής υπεροχής του μη προαχθέντος έναντι του προαχθέντος, όχι δε και όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε κατ' εκτίμηση υποκειμενική να είναι διάφορη, δηλαδή ο έλεγχος της παραλείψεως προαγωγής γίνεται με το κριτήριο της καταφανούς ή μη υπεροχής του παραλειφθέντος έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα.

Εξάλλου, ο εργοδότης ασκώντας το από τα άρθρα 648 και 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησης του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή έναν άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά άκυρη την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ως καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή για να είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και να θεμελιώνει εκτός των άλλων και δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτού, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως είναι η ειδική γνώση του αντικειμένου, η διοικητική ικανότητα, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσης τους, η μεγάλη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας και επικοινωνίας, τα οποία σε συνδυασμό και με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ( Ολ.

Α. Π. 19/ 2005 ). Περαιτέρω, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος που καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής έχει συμβατική ισχύ, την ίδια δε ισχύ έχει και ο Οργανισμός Νομικών Υπηρεσιών αυτής της Τράπεζας. Με τον τελευταίο Οργανισμό ορίζονται και τα ακόλουθα, α ) με το άρθρο 4, ότι ως δικαστικός σύμβουλος, που μετέχει του Νομικού Συμβουλίου ως μέλος, ορίζεται νομομαθής αναγνωρισμένου κύρους δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, κατά προτίμηση καθηγητής της Νομικής Σχολής, β) με το άρθρο 5, ότι των υπηρεσιακών μονάδων της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών προΐσταται ο διευθυντής, που αναπληρώνεται σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του τελευταίου, από δικηγόρο με αποδοχές υποδιευθυντή οριζόμενο από το διοικητή με πράξη, γ) με το άρθρο 6, ότι των προαναφερθέντων τμημάτων προΐστανται δικηγόροι με αποδοχές υποδιευθυντή, οριζόμενοι από το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν προτάσεως του διευθυντή νομικών υπηρεσιών, και ελλείψει δικηγόρων με τις ανωτέρω αποδοχές ανατίθενται τα καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος σε κάποιον από τους προϊσταμένους των υπολοίπων τμημάτων ή σε άλλο δικηγόρο, ο οποίος είναι σε θέση, ανεξαρτήτως της αντιμισθίας του, να ασκήσει τα καθήκοντα αυτά, δ) με το άρθρο 8, οι δικηγόροι προσφέρουν, ανεξαρτήτως αποδοχών, τις αναγκαίες προς την τράπεζα υπηρεσίες, σύμφωνα με τις οδηγίες του διευθυντή νομικών υπηρεσιών και των προϊσταμένων των τμημάτων, ε) με το άρθρο 9, ότι οι δικηγόροι της τράπεζας λαμβάνουν μηνιαία πάγια αμοιβή ίση με τις μηνιαίες αποδοχές του βαθμού προσλήψεώς τους έως και του υποδιευθυντή, ότι η αύξηση της πάγιας αμοιβής των δικηγόρων, δια της απονομής των αποδοχών του ανωτέρω βαθμού, μπορεί να αποφασισθεί κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του αποφασίζοντος εκάστοτε οργάνου και ειδικότερα για τους λαμβάνοντες πάγια αμοιβή αντίστοιχη εκείνης του βαθμού του τμηματάρχη ή ανώτερη από το γενικό συμβούλιο, μετά από πρόταση της διοίκησης και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται από τα μέλη του νομικού συμβουλίου, το δικαστικό σύμβουλο και το διευθυντή νομικών υπηρεσιών, για δε τους λαμβάνοντες αμοιβή αντίστοιχη με εκείνη του αρχιλογιστή από το διοικητή, μετά γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, και εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθοι όροι: 1) αν υπάρχει κενή οργανική θέση, 2) αν έχει συμπληρώσει ο δικηγόρος τον απαιτούμενο χρόνο ευδόκιμου υπηρεσίας, 3) αν κατέχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης, 4) αν έχει επιδείξει κατά την προσφορά των νομικών του υπηρεσιών προς την τράπεζα άριστη επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.

Ο ελάχιστος χρόνος προσφοράς νομικών υπηρεσιών, ο οποίος απαιτείται για την απονομή σε δικηγόρο των αποδοχών του υποδιευθυντή, είναι ένα έτος με πάγια μηνιαία αμοιβή ίση με τις αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου. Οι οργανικές θέσεις των δικηγόρων κατανέμονται ως εξής : α) μία (1) θέση δικηγόρου διευθυντή, β) πέντε (5) θέσεις δικηγόρων με πάγια μηνιαία αμοιβή υποδιευθυντή, γ) δώδεκα (12) θέσεις δικηγόρων με πάγια μηνιαία αμοιβή εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, δ ) είκοσι τέσσαρες ( 24 ) θέσεις δικηγόρων με πάγια μηνιαία αμοιβή αντίστοιχη από του εισαγωγικού μέχρι του τμηματάρχη και με το άρθρο 12, ότι οι διατάξεις του (Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών) συμπληρώνονται από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, επικουρικά δε από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως Υπαλλήλων και του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις αυτού και του Κώδικα Δικηγόρων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της εναγομένης Τράπεζας και τώρα αναιρεσίβλητης, κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε, α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ ανέθεσε καθήκοντα προϊσταμένης της Νομικής Υπηρεσίας στο Τμήμα Γενικών θεμάτων στη Δ.

Φ., την 1/3/2006 και όχι σ' αυτή, β) να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί από την εναγομένη στο βαθμό του δικηγόρου με αποδοχές Υποδιευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας της και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για τις εις αυτή αναλυτικά αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 520.566,17 ευρώ, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, που είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό "λίαν καλώς", διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 29/4/1976, προήχθη σε δικηγόρο στο Εφετείο στις 4/9/1980 και στον Άρειο Πάγο στις 20/3/1986. Η ενάγουσα προσλήφθηκε ως υπάλληλος της εναγομένης στις 19/7/1976.

Στις 20/11/1976 συμμετείχε επιτυχώς σε δημόσιο διαγωνισμό της εναγομένης για πρόσληψη 10 δικηγόρων και, κατόπιν διαγραφής της από το υπαλληλικό προσωπικό της εναγομένης, προσελήφθη στις 16/6/1977 ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Διεξαγωγής Δικών της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης.

Με την υπ' αριθμ. 743/1979 πράξη του Διοικητή της εναγομένης και αφού είχε ολοκληρώσει διετή ευδόκιμη υπηρεσία ως δικηγόρος με αποδοχές υπολογιστή, μονιμοποιήθηκε με πάγια αντιμισθία αντίστοιχη προς τις αποδοχές υπολογιστή Α' και υπήχθη στις διατάξεις του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης και στους κανονισμούς της Τράπεζας.

Στα φύλλα ποιότητας των ετών 1977 έως 1981 (μετά το οποίο καταργήθηκε για τους δικηγόρους της εναγομένης η σύνταξη φύλλων ποιότητας) βαθμολογήθηκε το έτος 1977 με μέσο όρο βαθμολογίας 780, το έτος 1978 με μέσο όρο 733, το έτος 1979 με μέσο όρο 743, το έτος 1980 με μέσο όρο 765 και το έτος 1981 με μέσο όρο 789. Το Νοέμβριο του 1981 η ενάγουσα έλαβε εκπαιδευτική άδεια ενός έτους και μετέβη στη Γαλλία για σπουδές με αντικείμενο το Τραπεζικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο "Paris Ι" (Σορβόννη), όπου έλαβε στις 12/11/1982 μεταπτυχιακό τίτλο " Diplome d' Etudes Superieures Specialisees DESS " στην ειδικότητα του Εμπορικού Δικαίου του ως άνω Πανεπιστημίου.

Για την απόκτηση του ως άνω διπλώματος παρακολούθησε μαθήματα Τραπεζικού Δικαίου, Τραπεζικής Οικονομίας και Διεθνούς Οικονομικού και Φορολογικού Δικαίου, δύο σεμινάρια στο Τραπεζικό Δίκαιο και στην Τραπεζική Οικονομία και πραγματοποίησε μία μηνιαία πρακτική άσκηση σε Τράπεζα της Γαλλίας. Η εναγομένη αναγνώρισε στην ενάγουσα ως προσόν, την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και της χορήγησε χρόνο πλασματικής υπηρεσίας δύο ετών και η αρχαιότητα της, ως δικηγόρου με βαθμό υπολογιστή Α', μεταφέρθηκε από 16/6/1979 στις 16/-6/1977 (valeur 2 ετών).

Στην ενάγουσα χορηγήθηκε επίσης επιστημονικό επίδομα 35% και επίδομα ξένης γλώσσας (γαλλικής) με την υπ' αρ. 21/12/12/1986 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης. Το Νοέμβριο του 1982 η ενάγουσα τοποθετήθηκε στο Τμήμα Γνωμοδοτήσεων της εναγομένης και με την υπ' αριθμ. 703/1982 πράξη του διοικητή της εναγομένης προήχθη σε δικηγόρο με αποδοχές λογιστή από 1/7/1981, με την υπ' αριθμ. 47/1088 πράξη προήχθη από 1/7/1986 σε δικηγόρο με αποδοχές αρχιλογιστή και στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 139 /1990 πράξη του τότε διοικητή, σε δικηγόρο με αποδοχές τμηματάρχη από 1/7/1989.

Με την υπ'αριθμ. 128/25/2/1994 πράξη του Διοικητή της εναγομένης τοποθετήθηκε ως αναπληρώτρια προϊσταμένη - δικηγόρος του Τμήματος Γνωμοδοτήσεων της Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης και με την από 8/12/1995 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου προήχθη από 1/7/1995 σε δικηγόρο με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι πέραν της γαλλικής γλώσσας, για την οποία λαμβάνει επίδομα ξένης γλώσσας από την εναγομένη, έχει γνώσεις αγγλικής και γερμανικής γλώσσας, χωρίς όμως να έχει καταθέσει αντίστοιχα πτυχία, έχει παρακολουθήσει επτά (7) επιμορφωτικά και επιστημονικά σεμινάρια [το έτος 1993 σεμινάριο στη Γερμανία με θέμα "Εισαγωγή στο Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο" το έτος 1986 σεμινάριο στους Δελφούς με θέμα "το Οικονομικό Δίκαιο των ΗΠΑ", το έτος 2001 σεμινάριο στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με θέμα "Θέματα Σύγχρονου Νομικού και Οικονομικού Ενδιαφέροντος", το έτος 1980 στην Αθήνα στο Υπουργείο Συντονισμού με θέμα "Εισαγωγή στο Κοινοτικό Δίκαιο", το έτος 1987 στην Αθήνα σεμινάριο της εναγομένης με θέμα "Πιστώσεις", το 1987 σεμινάριο στην Αθήνα με θέμα "Domestic Money Market" και σεμινάρια ηλεκτρονικών υπολογιστών), και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της έχει επανειλημμένα γνωμοδοτήσει για θέματα που ενδιαφέρουν την εναγομένη (θέματα εποπτείας, πιστωτικά, νομισματικά, προστασίας καταναλωτών κ.λ.π.), έχει παρασταθεί σε συνεδριάσεις δικαστηρίων το διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 1977 έως το Νοέμβριο του 1981, που υπηρετούσε στο Τμήμα Διεξαγωγής Δικών, συμμετείχε το έτος 1998 σε συσκέψεις με στελέχη της Διευθύνσεως Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών και νομικών συμβούλων τραπεζών με αντικείμενο ερμηνεία πράξεων Διοικητή Τραπέζης της Ελλάδος, που ρυθμίζουν την αναπροσαρμογή παλαιών δανείων οφειλετών, το έτος 2002 συμμετείχε σε συσκέψεις με εκπροσώπους του Υπουργού Οικονομικών με αντικείμενο τη ρύθμιση οφειλών από ανατοκισμό, το διάστημα από Μάρτιο έως Ιούνιο του έτους 2007 υπέβαλε σειρά σημειωμάτων στο Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών για δημοσιεύματα του τύπου περί αποδόσεως ευθυνών στην Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με τη διαχείριση και εποπτεία των διαθεσίμων ασφαλιστικών οργανισμών, με το υπ' αριθμ, 3/249/Β 1279/10-7-2007 έγγραφο του Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών τοποθετήθηκε μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για την αναμόρφωση του ν. 128/1975, στις 14/3/2007 παραστάθηκε με τρία μόνιμα στελέχη της εναγομένης στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για υποστήριξη της καταθέσεως του Υποδιοικητή της εναγομένης για την υπόθεση της αγοράς ομολόγου από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων και έχει συμμετάσχει σε επιτροπές με διάφορα αντικείμενα σχετιζόμενα με τραπεζικά θέματα.

Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι λόγω εκκενώσεως της θέσεως του προϊσταμένου του Τμήματος Διεξαγωγής Δικών, η εναγομένη μετά από πρόταση του Διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών της, τοποθέτησε από 1/11/2005 στη θέση αυτή με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη το δικηγόρο Ε. Γ. με την αιτιολογία, ότι είναι ο πλέον κατάλληλος μεταξύ των αναπληρωτών προϊσταμένων του ως άνω τμήματος, ενώ μετά την τροποποίηση από 1/3/2006 του Οργανισμού Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, ανατέθηκαν, με την υπ' αριθμ., 3/1/3/2006 εγκύκλιο του διοικητή της εναγομένης, καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Θεμάτων Προσωπικού στον Ε.

Γ. και του Τμήματος Γενικών Θεμάτων στη Δ. Φ., ενώ με την υπ' αριθμ. 4/1/3/2006 εγκύκλιο τοποθετήθηκε η ενάγουσα ως αναπληρωτής του προϊσταμένου στο Τμήμα Γενικών Θεμάτων. ΣΤΟ τμήμα Γνωμοδοτήσεων που είχε τοποθετηθεί η ενάγουσα, ως αναπληρώτρια - προϊσταμένη από 25/2/1994 είχε τις ακόλουθες αρμοδιότητες : α ) παροχή γνωμοδοτήσεων επί νομικής φύσεως θεμάτων, β) σύνταξη σχεδίων συμβάσεων και εγγυητικών επιστολών, γ) έλεγχο από νομικής απόψεως των προσκομιζομένων στην τράπεζα συναλλαγματικών.

Μετά την τροποποίηση του Οργανισμού της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, με την από 27/2/2006 απόφαση του Συμβουλίου στο Τμήμα Γενικών Θεμάτων που δημιουργήθηκε, στο οποίο η ενάγουσα τοποθετήθηκε από 1/3/2006 ως αναπληρώτρια, ενώ καθήκοντα προϊσταμένης ανατέθηκαν στη Δ. Φ., είχε τις εξής αρμοδιότητες : αα) παροχή γνωμοδοτήσεων επί νομικών θεμάτων σχετικών με τη λειτουργία της τράπεζας ως ανώνυμης εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και τις σχέσεις της με το Δημόσιο και τους μετ' αυτή συναλλασσομένους, τη διαχείριση των κεφαλαίων δημοσίων οργανισμών και για κάθε άλλο νομικό ζήτημα που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου τμήματος, ββ) επεξεργασία συμβάσεων και λοιπών κειμένων σχετικών με τις ως άνω αρμοδιότητες και γγ) διεξαγωγή των σχετικών με τα ανωτέρω θέματα δικών.

Από τα παραπάνω προκύπτει, συνεχίζει το Εφετείο, ότι στο Τμήμα Γενικών Θεμάτων διατηρήθηκαν βασικές αρμοδιότητες του Τμήματος Γνωμοδοτήσεων, με σαφή και οριοθετημένο προσδιορισμό των γνωμοδοτήσεων για τα νομικά θέματα που αναγράφονται ρητά και για όσα δεν έχουν ανατεθεί στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων, καθώς και τη διεξαγωγή δικών που αφορούν τα θέματα αυτά, χωρίς να υφίσταται αρμοδιότητα για γνωμοδοτήσεις και διεξαγωγή δικών για θέματα που ανατέθηκαν στα άλλα τμήματα.

Η ενάγουσα με το από 25/9/2007 έγγραφο της προς τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ισχυρίσθηκε, ότι υπερείχε καταδήλως έναντι των συναδέλφων της Ε. Γ. και Δ. Φ., οι οποίοι τοποθετήθηκαν ως προϊστάμενοι στα προαναφερθέντα τμήματα και ζητούσε την αποκατάσταση της εις βάρος της αδικίας και την ανάθεση σ' αυτήν καθηκόντων προϊσταμένης τμήματος των νομικών υπηρεσιών της εναγομένης.

Σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 για το βαθμό του υποδιευθυντή για την πλήρωση δύο κενών θέσεων, κρίθηκαν μεταξύ άλλων, η ενάγουσα, καθώς και οι προσθέτως παρεμβάντες υπέρ της εναγομένης Ε. Γ. και Δ. Φ. Στην από 13/10/2003 εισήγηση του Διευθυντή Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης όσον αφορά την ενάγουσα αναγράφεται, ότι δεν φαίνεται να έχει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τα προσόντα της ανωτέρω θέσεως για λόγους αναγόμενους στην έλλειψη του απαιτούμενου εύρους ως προς τα ενδιαφέροντα την τράπεζα αντικείμενα, καθώς και την έλλειψη διοικητικών προσόντων.

Για τον Ε. Γ. αναγράφεται, ότι έχει κατάρτιση και ευρέος φάσματος δικηγορική εμπειρία και διεξάγει τις αναλαμβανόμενες δίκες με ιδιαίτερη επιμέλεια, έχοντας παράσχει και δείγματα πολύ ικανοποιητικής ανταποκρίσεως σε γνωμοδοτικό έργο, ενώ για τη Δ. Φ. αναγράφεται ότι έχει εμπειρία του αντικειμένου του Τμήματος Διεξαγωγής Δικών και ενεργό και συνεπή συμμετοχή στις υποθέσεις του.

Στη συνεδρίαση του Νομικού Συμβουλίου της εναγομένης της 13/10/2003 προτάθηκαν ομόφωνα προς προαγωγή η Σ. Μ. και Β. Τ. Στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007 για την πλήρωση δύο (2) κενών θέσεων σε δικηγόρους με αποδοχές υποδιευθυντή κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, η ενάγουσα καθώς και προσθέτως παρεμβάντες υπέρ της εναγομένης Ε.

Γ. και Δ. Φ. Στην από 25/6/2007 εισήγηση του Διευθυντή Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης, όσον αφορά την ενάγουσα αναγράφεται, ότι εξακολουθεί ως αναπληρώτρια - προϊσταμένη του Τμήματος Γενικών θεμάτων την "αμιγώς γνωμοδοτική και δικαστηριακή της πράξη, χωρίς πρωτόβουλη, στα πλαίσια της ανωτέρω ιδιότητάς της, διοικητική παρουσία στον υπηρεσιακό της χώρο", ενώ για τον Ε.

Γ. και Δ. Φ. ότι έχουν δικαιώσει την προ τετραετίας εκφρασθείσα από αυτόν θετική κρίση και ότι έχουν ανταποκριθεί πολύ ικανοποιητικά στην προ έτους γενομένη σ' αυτούς ανάθεση των νέων καθηκόντων τους. Στη συνεδρίαση του νομικού συμβουλίου της εναγομένης της 27/6/2007 προτάθηκαν ομόφωνα προς προαγωγή ο Ε. Γ.

και η Δ. Φ., οι οποίοι με την υπ' αριθμ. 13/27/11/2007 απόφαση του γενικού συμβουλίου της εναγομένης προήχθησαν σε δικηγόρους με αποδοχές υποδιευθυντή. Η Δ. Φ. είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό "άριστα", διορίσθηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών το έτος 1976 και προήχθη σε δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το έτος 1991, προσλήφθηκε στην εναγομένη ως δικηγόρος το έτος 1977, προήχθη σε δικηγόρο με αποδοχές υπολογιστή Α' στις 16/6/1979, σε δικηγόρο με αποδοχές λογιστή από 1/7/1983, σε δικηγόρο με αποδοχές αρχιλογιστή από 1/7/1988, σε δικηγόρο με αποδοχές τμηματάρχη από 1/7/1991, σε δικηγόρο με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη από 20/12/2000.

Έχει παρακολουθήσει μαθήματα για μεταπτυχιακές σπουδές επί 4 εξάμηνα, τα ακαδημαϊκά έτη 1982-1983 και 1983-1984, στο διετούς φοιτήσεως Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου, πλην όμως δεν παρέδωσε διπλωματική εργασία για την απόκτηση του πτυχίου της, γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα έχοντας αποκτήσει δίπλωμα " Diploma De Langue Francaise", πλην όμως δεν λαμβάνει επίδομα ξένης γλώσσας από την εναγομένη, αφού το ως άνω πτυχίο δεν συμπεριλαμβάνεται στα πτυχία που απαιτούνται, βάσει της υπ' αριθμ. 21/1986 αποφάσεως του γενικού συμβουλίου της εναγομένης, για τη χορήγηση επιδόματος γαλλικής γλώσσας.

Η βαθμολογία της για τα έτη 1978, 1979, 1980 και 1981 ήταν αντίστοιχα 771,788,792 και 839 μονάδες και έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για υπολογιστές, ενώ επιμελήθηκε μαζί με την καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης Κ. Π., την επανέκδοση ανανεωμένου Αστικού Κώδικα του τέως συζύγου της καθηγητή του Αστικού Δικαίου Ι Κ.

Αυτή τοποθετήθηκε αρχικά στο Τμήμα Γνωμοδοτήσεων από 16/61977 έως 19/1/1978, στη συνέχεια τοποθετήθηκε στη Τμήμα Διεξαγωγής Δικών, όπου της ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου από το έτος 1984, στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 για προαγωγή δικηγόρων δεν προήχθη, όπως και η ενάγουσα, αν και υπήρχε θετική εισήγηση του διευθυντή Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών και στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, προήχθη σε δικηγόρο με αποδοχές υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη στο Τμήμα Γενικών Θεμάτων.

Λόγω της τοποθετήσεώς της στο Τμήμα Διεξαγωγής Δικών, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, έχει χειριστεί μεγάλο αριθμό υποθέσεων, εργατικής, ενοχικής ,φορολογικής και διοικητικής φύσεως σε δικαστήρια του νομού Αττικής, αλλά και σε επαρχιακά δικαστήρια. Περαιτέρω, ο συνάδελφος της ενάγουσας Ε. Γ., τον οποίο η ενάγουσα προτείνει προς σύγκριση, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διορίσθηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Αθηνών το έτος 1974, προήχθη σε δικηγόρο στο Εφετείο στις 4/1/1980 και σε δικηγόρο στον Άρειο Πάγο στις 8/7/1993, προσλήφθηκε στην εναγομένη ως δικηγόρος στις 29/12/1977, προήχθη σε δικηγόρο με αποδοχές υπολογιστή Α' στις 29/12/1978, σε δικηγόρο με αποδοχές λογιστή από 1/10/1981, σε δικηγόρο με αποδοχές αρχιλογιστή από 1/10/1986, σε δικηγόρο με αποδοχές τμηματάρχη από 1/10/1989 και σε δικηγόρο με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη από 20/12/2000, γνωρίζει λίγο τη γαλλική γλώσσα και έχει λάβει πτυχίο στην αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "Lower", χωρίς όμως να λαμβάνει επίδομα ξένης γλώσσας από την εναγομένη, αφού το ως άνω πτυχίο δεν συμπεριλαμβάνεται στα πτυχία που απαιτούνται, βάσει της υπ'αριθμ. 21/1986 αποφάσεως του γενικού συμβουλίου της εναγομένης, για τη χορήγηση επιδόματος ξένης γλώσσας.

Η βαθμολογία του για τα έτη 1978,1979, 1980 και 1981 ήταν αντίστοιχα 794,809,798 και 830 μονάδες και έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Τοποθετήθηκε, αρχικά στο Τμήμα Νομιμοποιήσεων από 20/1/1978 έως 3/1/1982, στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών του Υποκαταστήματος Πειραιά, με την υπ' αριθμ, 614/1990 πράξη του Διοικητή της εναγομένης ορίσθηκε αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος αυτού, με την υπ' αριθμ. 362/1995 πράξη του διοικητή της εναγομένης τοποθετήθηκε ως αναπληρωτής προϊσταμένου του Τμήματος Γνωμοδοτήσεων της εναγομένης και με την υπ' αριθμ. 695/1995 πράξη του ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του Τμήματος Διεξαγωγής Δικών.

Την 1/11/2005 ανέλαβε καθήκοντα προσωρινά, κατόπιν εισηγήσεως του Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών, προϊσταμένου του Τμήματος Διεξαγωγής Δικών και με την υπ' αριθμ. 3/1/3/2006 εγκύκλιο της Διοίκησης της εναγομένης του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου του Τμήματος Θεμάτων Προσωπικού. Στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 για προαγωγή δικηγόρων με αποδοχές υποδιευθυντή δεν προήχθη, όπως και η ενάγουσα, αν και υπήρχε θετική εισήγηση του Διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών και στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007 προήχθη σε δικηγόρο με αποδοχές υποδιευθυντή και τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος στο Τμήμα Θεμάτων Προσωπικού.

Λόγω της τοποθετήσεώς του στο Τμήμα Διεξαγωγής Δικών έχει χειριστεί μεγάλο αριθμό υποθέσεων εργατικής, ενοχικής, ποινικής, φορολογικής και διοικητικής φύσεως σε δικαστήρια, έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και έχει ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου στα προαναφερθέντα τμήματα. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα σε σχέση με την προαχθείσα στις προαγωγικές κρίσεις της 27/11/2007 συνάδελφο της Δ.

Φ. είναι ισότιμες ως προς το διορισμό τους ως δικηγόροι (το έτος 1976) και ως προς τη γενική αρχαιότητα στην εναγομένη τράπεζα (1977), υπερέχει η ενάγουσα της συγκρινόμενης στους τίτλους σπουδών, ως κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ενώ η συγκρινόμενη δεν έχει αποκτήσει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, αν και έχει παρακολουθήσει μαθήματα επί δύο έτη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, σε αριθμό εκπαιδευτικών σεμιναρίων (7 έναντι 1 της συγκρινόμενης), στην ειδική αρχαιότητα, αφού κατέχει από 1/7/1995 το βαθμό του Δικηγόρου με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη, ενώ η συγκρινόμενη από 20/12/2000 και στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού η ενάγουσα λαμβάνει το σχετικό επίδομα για τη γνώση της γαλλικής γλώσσας, ενώ η συγκρινόμενη δεν λαμβάνει το αντίστοιχο επίδομα.

Η συγκρινόμενη υπερτερούσε της ενάγουσας στη βαθμολογία (το διάστημα από 1977 έως 1981), σε εμπειρία σε θέση με καθήκοντα ευθύνης (ήταν αναπληρώτρια προϊσταμένου στο Τμήμα Διεξαγωγής Δικών από το έτος 1984 και προϊσταμένη από 1/3/2006 του Τμήματος Γενικών θεμάτων της εναγομένης, ενώ η ενάγουσα ορίσθηκε αναπληρώτρια προϊσταμένου στο Τμήμα Γνωμοδοτήσεων από το έτος 1994) και σε διοικητικές ικανότητες και δικαστηριακή εμπειρία.

Σε σχέση με τον προαχθέντα συνάδελφο της Ε. Γ., η ενάγουσα υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα στην εναγομένη τράπεζα (κατά πέντε μήνες) στους τίτλους σπουδών, ως κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, σε αριθμό εκπαιδευτικών σεμιναρίων (7 έναντι 1 του συγκρινόμενου), στην ειδική αρχαιότητα, αφού κατείχε από 1/7/1995 το βαθμό του δικηγόρου με αποδοχές εντεταλμένου τμηματάρχη, ενώ ο συγκρινόμενος από 20/12/2000 και στη γνώση ξένης γλώσσας, αφού η ενάγουσα λαμβάνει επίδομα για τη γνώση της γαλλικής γλώσσας, ενώ ο συγκρινόμενος δεν λαμβάνει τέτοιο επίδομα ελλείψει πτυχίου από αυτά που δέχεται η εναγομένη ως απαραίτητα για τη χορήγησή του, ενώ ο συγκρινόμενος υπερτερεί της ενάγουσας ως προς το χρόνο αποκτήσεως της δικηγορικής άδειας (από το έτος 1974 ενώ η ενάγουσα το έτος 1976) στη βαθμολογία (κατά το διάστημα που υπήρχε βαθμολόγηση της αποδόσεως των δικηγόρων της εναγομένης), σε εμπειρία σε θέση με καθήκοντα ευθύνης (η ενάγουσα ορίσθηκε αναπληρώτρια προϊσταμένου στο Τμήμα Γνωμοδοτήσεων από το έτος 1994, ενώ ο συγκρινόμενος ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου από το έτος 1990, καθήκοντα προϊσταμένου από 1/11/2005 του Τμήματος Διεξαγωγής Δικών της εναγομένης και καθήκοντα προϊσταμένου από 1/3/2006 του Τμήματος Θεμάτων Προσωπικού), στο εύρος των γνώσεων, έχοντας υπηρετήσει σε περισσότερα τμήματα της εναγομένης σε σχέση με την ενάγουσα και σε διοικητικές ικανότητες και δικαστηριακή εμπειρία.

Δέχεται τέλος το Εφετείο, ότι με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα υπερείχε απλώς και όχι καταδήλως των προαχθέντων κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27/11/2007 για δικηγόρους με αποδοχές υποδιευθυντή, αφού η υπεροχή της στα προαναφερθέντα κριτήρια αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από την υπεροχή των συγκρινόμενων στη διοικητική ικανότητα για ανάληψη θέσης ευθύνης, στη δικαστηριακή εμπειρία και επιπρόσθετα στο χρόνο ασκήσεως εκ μέρους τους καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου και στην άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, που εκφράζει την εμπιστοσύνη της εναγομένης στις ικανότητες και τα προσόντα τους για την επιτυχή διεκπεραίωση του ανατιθέμενου σ' αυτούς έργου.

Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, αφού αποδείχθηκε απλή και όχι κατάδηλη υπεροχή της ενάγουσας σε σχέση με τους προαχθέντες στις προαγωγικές κρίσεις της 27/11/1007 συναδέλφους της δικηγόρους με αποδοχές υποδιευθυντή, η από 27/11/2007 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία δεν προήχθη η ενάγουσα σε δικηγόρο με αποδοχές, δεν είναι κατάφωρα άδικη και αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστεως και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε από την εναγομένη, κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, η πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της ενάγουσας.

Περαιτέρω, και η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένη του Τμήματος Γενικών Θεμάτων της Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης στη Δ. Φ., την 1/3/2006, με την υπ' αριθμ. 199/1/3/2006 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, κατόπιν της 2772/2006 προτάσεως του Διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας της, εν είναι καταχρηστική, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού πέραν του ότι η τοποθέτηση αυτή δεν συνιστά προαγωγή, αλλά απόφαση που συνδέεται με την οργάνωση και διεύθυνση των τμημάτων της νομικής υπηρεσίας της εναγομένης, με συνέπεια να μην αρκεί η κατάδηλη υπεροχή ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σε σχέση με την τοποθετηθείσα, αλλά να απαιτείται και η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, όπως η καταλληλότητα, η διοικητική ικανότητα, η ικανότητα επίλυσης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα στην επίλυσή τους, στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αφενός μεν υπερείχε απλώς και όχι καταδήλως της τοποθετηθείσας συναδέλφου της δικηγόρου, αφετέρου δε προέκυψε ότι η τελευταία υπερείχε της ενάγουσας στη διοικητική ικανότητα στην ικανότητα αντιμετώπισης των υπηρεσιακών προβλημάτων για την ανάληψη συγκεκριμένης θέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί, α) ότι η ενάγουσα υπερείχε καταδήλως των ως άνω δύο προαχθέντων συναδέλφων της και η παράλειψη της κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 27/11/2007 ήταν κατάφωρα άδικη και καταχρηστική, β) ότι η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένης την 1/3/2006 στη Δ.

Φ. έγινε από την εναγομένη κατά κατάχρηση δικαιώματος, κατ' παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 και 281 ΑΚ, οι οποίες, συνδυαζόμενες με τις ως άνω διατάξεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος και του Οργανισμού Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς επίσης διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν πλήρως το διατακτικό στο αποδεικτικό πόρισμα.

Οι επιπλέον αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι, α) δεν συνιστά κριτήριο υπεροχής έναντι αυτής η υπεροχή στη βαθμολογία των δύο ως άνω συναδέλφων της την παρωχημένη περίοδο των ετών 1977-1978, αφού το κριτήριο αυτό έπαυσε να ισχύει από το έτος 1981 για τους δικηγόρους και β) παρά το νόμο συνεκτιμήθηκε η υπηρεσία της Δ.

Φ. ως προϊσταμένη του Τμήματος Γενικών θεμάτων της εναγομένης από 1/3/2006, είναι αβάσιμες, καθόσον κατά τη συνεκτίμηση των προσόντων των συγκρινόμενων (προαχθέντων και παραλειφθείσας) είναι επιτρεπτή μνεία όλων των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων καθ' όλη την υπηρεσιακή διαδρομή, μέχρι του χρόνου της κρίσεως.

Επιπλέον, η εμπειρία που απέκτησε η Δ. Φ. από 1/3/2006 κι' εντεύθεν, από την τοποθέτησή της ως προϊσταμένη του Τμήματος Γενικών Θεμάτων, δεν αναφέρεται ως ουσιαστικό προσόν για την τοποθέτηση της στη θέση της προϊσταμένης, αλλά μόνο για την προαγωγή της με αποδοχές υποδιευθυντή, που έγινε στις 27/11/2007. Επομένως, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, καθώς και οι δύο πρόσθετοι λόγοι ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/11/2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 10/9/2013 πρόσθετους λόγους κατά της 6019/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ