Legislator Case Law & Legislation
2118/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against two claimants but remands case for retrial regarding compensation calculation for expropriated property.

Case Number 2118/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two of the three claimants who withdrew their request, while rejecting the appeal's arguments against the other two claimants. The court found the lower court's reasoning on the reduction of the remaining property's value due to lost building coefficient to be clear and sufficient for review. Consequently, the judgment was annulled only regarding the reasoning concerning the remaining property's value, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal request by some claimants renders the appeal inadmissible for them, while the court reviews the remaining claimants' arguments and remands the case for retrial if the lower court's reasoning on the reduction of the remaining property's value is found insufficient for appellate review.

Keywords

AI generated
expropriation compensation building coefficient reduction appeal withdrawal remand for retrial property value assessment Code of Civil Procedure partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure
Articles 299 and 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1292/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6620/2004 και 1585/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση τους ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-3-2007 αίτησή τους. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την υπ' αριθ. 985/2009 οριστική του απόφαση. Η υπόθεση έρχεται για συζήτηση πάλι με την από 10/5/2009 κλήση των καλούντων και συζητήθηκε με την από 16-2-2010 ανταίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου. Συνεκδικάζοντας την από 2-6-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και την ανταίτηση που άσκησε με τις προτάσεις του το ήδη αναιρεσείον, εκδόθηκε η 3648/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2011 αίτησή τους.
1006/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, και την ανταίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
423/2019
Supreme Court dismisses appeal against expropriation court costs ruling, upholding lower court's decision to order state to pay legal fees.
985/2009
Supreme Court partially allowed appeal regarding lawyer fees and compensation determination in expropriation case.
460/2006
Supreme Court partially allows appeal against compensation determination, ruling on legal fees and omitted claims.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2118 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2118/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας παοζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με άλλες αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκε η 2568/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1335/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθμό 2568/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 1120/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/2/2007 αίτησή τους.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι οι 3ος και 4ος εξ αυτών παραιτούνται από το δικόγραφο της από 16/2/2007 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1120/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 1/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 Κ.Πολ.Δ. οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 299 και 573 παρ 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως γίνεται και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και έχει ως αποτέλεσμα η αίτηση αναίρεσης να θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση οι παρόντες δύο πρώτοι αναιρεσείοντες οι οποίοι επισπεύδουν τη δίκη προσκόμισαν την από 20 Νοεμβρίου 2008 εξώδικη δήλωση των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων με την οποία παραιτούνται από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως. Η δήλωση αυτή υπογράφεται από τον δικηγόρο που υπέγραψε και την αναίρεση ως πληρεξούσιος αυτών και επομένως έχει σχετική γενική πληρεξουσιότητα στην προδικασία και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο όπως προκύπτει από την με αριθμ ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... Πρέπει επομένως η αίτηση αναίρεσης να θεωρηθεί ως προς αυτούς ότι δεν ασκήθηκε Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί σφαλμένα η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδ. γ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, 13 παρ. 1 εδ. β', 29 παρ. 2 εδ, α' και β του Ν. 2882/2001 συνάγεται ότι επί απαλλοτριώσεως που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απόμεναν τμήμα του ενώπιον του αρμοδίου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για προσδιορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του της διατάξεως του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974, και έχει έναντι των κοινών νόμων αυξημένη ισχύ (αρθρ. 28 του Συντάγματος). Περαιτέρω κατά την έννοια της περιπτώσεως με αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, η αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται, μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4 ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται με τη ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Το άρθρο 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιώματος του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953, εκ νέου με το ν.§ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. 'Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως, Συνεπώς στην περίπτωση που λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου το απομένον τμήμα αυτού που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και επομένως η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Με την από 14-6-2002 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου. κηρύχτηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την εκτέλεση του Ολυμπιακού έργου της Μαραθώνιας διαδρομής με τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου ..., εδαφική έκταση εμβαδού 38.277,74 μ.τ.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών βρίσκεται και η με αριθμ. Κ.Π ... ιδιοκτησία της οποίας συγκύριοι φέρονται οι αιτούντες. Από το ακίνητο αυτό το οποίο πριν την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.015,50 μ.τ. απαλλοτριώθηκε έκταση 478,41 μ.2 και έμεινε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 3.537,09 μ.τ.. Βρίσκονταν εκτός σχεδίου και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο.

Μετά την απαλλοτρίωση απώλεσε την αρτιότητα του λόγω μειώσεως της έκτασης του ήδη όμως είχε οικοδομηθεί με κτίσμα στο οποίο στεγάζεται επιχείρηση εκθέσεως εμπορίας και επισκευής ναυτιλιακών ειδών. Το εν λόγω κτίσμα δεν είχε εξαντλήσει το συντελεστή δόμησης κατά 83,10 μ.τ, τα οποία μετά την απώλεια της αρτιότητας εξαιτίας της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να οικοδομηθούν.

Η απώλεια δε είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της αξίας του εναπομείναντοςτμήματος της ιδιοκτησίας των αιτούντων μετά την απαλλοτρίωση κατά ποσοστό 7%, επί της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως που καθορίστηκε για το απαλλοτριούμενο τμήμα της με την 2568/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Οι άλλοι λόγοι μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου μετά της οικοδομής απορρίφθηκαν, διότι κρίθηκε ότι δεν αποδείχτηκαν.

Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση του έθεσε ως βάση υπολογισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος τμήματος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων την τιμή μονάδας που ορίστηκε με την 2568/2004 απόφασή του, δηλαδή θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης αυτόν της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου τότε (27-1-2004), ενώ έπρεπε να δεχτεί ότι κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της συζήτησης ενώπιόν του κατά την 18-10-2005 μετά την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως με την 1335/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.

Επομένως το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη παραλείποντας να τις εφαρμόσει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ετσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. που αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων με βάση τις οποίες ορίζεται ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης.

Οι αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν δεδομένου ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες πραγματικό ζήτημα της μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της ιδιοκτησίας των αιτούντων, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας των αιτούντων εξαιτίας της απαλλοτριώσεως υπέστη μείωση της αξίας του, ότι η μείωση αυτή οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην απώλεια της δυνατότητας εξαντλήσεως του συντελεστή δόμησης από το γεγονός ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και οικοδομήσιμο και με ακρίβεια με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς καθορίζει το ποσοστό του απωλεσθέντος αυτού μέρους του συντελεστή δόμησης στο 7% επί του συνόλου εκείνου που είχαν δικαίωμα πριν την απαλλοτρίωση.

Στο ποσοστό δε αυτό τόσον επί της αξίας του εδάφους όσο και επί της αξίας των κτισμάτων με σαφήνεια προσδιορίζει, αφού δεν κάνει καμία διάκριση και τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος. Επίσης γίνεται πλήρης περιγραφή των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση και εξηγείται με τρόπο αναλυτικό γιατί δεν επέρχεται καμία άλλη μείωση στην αξία του εναπομείναντος, είτε από την εμφάνιση προβλημάτων στη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης είτε από τις νέες διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου, ενώ δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις παραδοχές ότι μειώθηκε ο συντελεστής δόμησης με συνέπεια να απολεστούν 83,10 μ.τ.

και ότι το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριούμενου δεν υφίσταται ζημία από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση με εξαίρεση τη μη δυνατότητα εξαντλήσεως του συντελεστή δομήσεως στο υπάρχον κτίσμα γεγονός που επιδρά μειωτικά στην αξία του εν λόγω ακινήτου, εφόσον η δεύτερη παραδοχή αποτελεί επιβεβαίωση της πρώτης η οποία γίνεται για να τονιστεί ότι δεν αποδείχτηκε καμία άλλη μείωση της αξίας του εναπομείναντος.

Κατά συνέπεια πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που έγινε δεκτός ο ανωτέρω βάσιμος λόγος της να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων διότι έχασε τη δίκη (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες.

Αναιρεί την 1120/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο Εφετείο Αθηνών το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ