Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of lawsuit as vague and without legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the main lawsuit as vague. The appellant argued the appellate court ignored valid claims regarding joint liability for the accident and VAT reimbursement, but the court found the primary suit was rejected entirely due to vagueness. Consequently, the court ruled the appeal lacked legal interest and ordered the appellant to pay the costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment dismissing a main suit as vague is inadmissible due to lack of legal interest when the appeal's grounds concern the substance of the rejected suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2117 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2117/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ2' Πολιτικό ΤμήμαΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Ι.
Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσας Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΤΑ ΙΙΙ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ)" που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Π. Ψ. του Γ., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...
Α.Ε. -ΤΕΚΑΛ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σταυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Μ. του Μ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS A.E." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Πόντα και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τριανταφυλλιά Δασκαλάκη, με δήλωσή του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2017 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 4-10-2017 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3954/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12-07-2023 αίτησή της.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του πρώτου των αναιρεσεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την κρινόμενη από 12-7-2023 ( ΓΑΚ 5813/2023, ΕΑΚ 590/2023, αριθ. δικ. 1673/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων , εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 3954/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με την από 30-8-2017 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι η πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία και ήδη αναιρεσείουσα είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου της κατασκευής προβλήτα III στο λιμάνι Ν.
Ικονίου του Περάματος και η δεύτερη εναγόμενη (μη διάδικος στην παρούσα υπόθεση), υπεργολάβος της πρώτης για το προαναφερόμενο έργο , ανέθεσε στον ενάγοντα να μεταφέρει με τα οχήματά του αδρανή υλικά. Ότι από υπαιτιότητα των εναγόμενων κατά το ένδικο συμβάν, τα οχήματά του βρέθηκαν στη θάλασσα και καταστράφηκαν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε, μετά την παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν εις ολόκληρο: α) το ποσό των 149.500 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία, αναφορικά με την αξία της αντικατάστασης των κατεστραμμένων οχημάτων με άλλα αντίστοιχων προδιαγραφών, πλέον ΦΠΑ 24%, 35.880 ευρώ, β) το ποσό των 21.252 ευρώ για απωλεσθέντα εισοδήματα λόγω της μη απασχόλησής του στο προαναφερόμενο έργο, γ) το ποσό των 239.424,39 ευρώ για απωλεσθέντα εισοδήματα λόγω της μη απασχόλησής του σε άλλους εργοδότες για χρονικό διάστημα 27 μηνών και δ) το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η ως άνω πρώτη εναγόμενη αναιρεσείουσα με την από 4-10-2017 (αρ.εκθ.κατ. 580265/3406/2017) προσεπίκληση ,στην οποία ένωσε και παρεμπίπτουσα αγωγή, ζήτησε σε περίπτωση ήττας της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της προσεπικαλούμενης - παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να καταβάλει η ίδια στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και μέχρι του ποσού των 526.056,39 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση αυτής.
Επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 2297/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις ως άνω κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, απέρριψε ως αόριστα τα υπό στοιχείο β και γ αιτήματα της κύριας αγωγής, απέρριψε ως προώρως ασκηθέν το ως άνω αίτημα καταβολής ΦΠΑ και ακολούθως απέρριψε την κύρια αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς την πρώτη εναγόμενη αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ (30.000 ευρώ για θετική ζημία και 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και περαιτέρω απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησαν τις από 28-1-2020 και από 2-2-2021 εφέσεις αντίστοιχα και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3954/2022 απόφασή του απέρριψε την από 28-1-2020 έφεση του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έκανε δεκτή την από 2-2-2021 έφεση της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ως βάσιμης κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο που αφορά στην αποζημίωση των οχημάτων , κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά το ως άνω μέρος και μετά από αυτά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, ενώ έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της από 4-10-2017 παρεμπίπτουσας αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....ο ενάγων της κύριας αγωγής, επικαλούμενος την ολοκληρωτική καταστροφή των οχημάτων του εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και το τεχνικά ανέφικτο της κατασκευής του οχήματος του μάρκας BREDA, ενόψει του ό,τι η αντικατάστασή του δεν είναι δυνατή σήμερα στην Ελλάδα, καθώς κανείς αντιπρόσωπος δεν εισάγει πλέον οχήματα της συγκεκριμένης μάρκας, ζήτησε για την αγορά των κατεστραμμένων οχημάτων του το συνολικό ποσό των 149.500 ευρώ.
Ωστόσο κατά το μέρος αυτό η αγωγή τυγχάνει αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ο ενάγων δεν αναφέρει για τα φερόμενα ως καταστραφέντα σχήματά του την κατάστασή τους κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, το έτος κυκλοφορίας τους, το έτος αγοράς τους, τα τεχνικά χαρακτηριστικά ώστε να μπορούν να εξατομικευθούν.
Αντιθέτως, γίνεται απλή μνεία στην αξία τους χωρίς να εξειδικεύεται αν η αξία αυτή ανταποκρίνεται σ' αυτήν που είχαν κατά την ημερομηνία αγοράς τους ή στη σημερινή τους αξία. Η έλλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών τα οποία τα εξειδικεύουν -και τα οποία σημειωτέον δεν προκύπτουν ούτε από τις αποδείξεις-, στερεί τη δυνατότητα από το Δικαστήριο εκτίμησης και προσδιορισμού της κατάστασης στην οποία βρισκόταν τα ως άνω οχήματα κατά τον χρόνο της καταστροφής τους και της τότε αξίας τους ώστε να μπορεί να υπολογισθεί και η ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων.
Εξαιτίας δε των προαναφερόμενων ελλείψεων -οι οποίες, με βάση και τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την προσαγωγή ή την εκτίμηση των αποδείξεων-, το δικόγραφο της αγωγής καθίσταται αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, κατά τα συναφώς και από την πρώτη εναγόμενη-εφεσίβλητη επικαλούμενα, με αποτέλεσμα οι μεν διάδικοι να μην μπορούν να αμυνθούν το δε Δικαστήριο να αδυνατεί να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και ακολούθως να ερευνήσει και την ουσία της υπόθεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε το αίτημα αυτό ορισμένο, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος έφεσης της πρώτης εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. Όσον αφορά στα αιτήματα της κύριας αγωγής περί απωλεσθέντων εισοδημάτων του ενάγοντος α) ποσού 239.424,39 ευρώ λόγω της μη απασχόλησής του σε άλλους εργοδότες για χρονικό διάστημα 27 μηνών και β) ποσού 21.252 ευρώ λόγω της μη απασχόλησής του στο προαναφερόμενο έργο, κρίνονται απορριπτέα ως αόριστα διότι ο ενάγων υπολογίζει τη ζημία του στην απώλεια των εισπράξεών του (ακαθάριστων κερδών) και όχι επί των καθαρών που θα αποκέρδαινε μετά την αφαίρεση των εξόδων, αν εργαζόταν κανονικά.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο περί αντιθέτου λόγος έφεσης του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό στοιχείο Α έφεση του εκκαλούντος Α. Μ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη... Όσον αφορά στην υπό στοιχείο Β από 28-1-2020 έφεση της κοινοπραξίας πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις που αφορά στην αποζημίωση των οχημάτων και αφού κρατηθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, ενώ παρέλκει η εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής....".Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης.
Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Για την άσκηση αναίρεσης νομιμοποιείται γενικά κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, μόνον ο ηττηθείς κατά κανόνα διάδικος. Ηττηθείς δε είναι ο διάδικος που βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015).
Ειδικότερα, ο εναγόμενος βλάπτεται και συνεπώς έχει έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης ώστε να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση και να αποτραπεί η επιβλαβής γι' αυτόν συνέπεια, κατ' αρχήν, όταν γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του ενάγοντος. Εξαίρεση του γενικού αυτού κανόνα, θεσπίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 556 ΚΠολΔ, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης και από το διάδικο που νίκησε, εφόσον αυτός έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες (ΑΠ 41/2016). Έτσι, ο εναγόμενος μπορεί να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος, για την άσκηση αναίρεσης, αν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 1850/2007, ΑΠ 175/2000), καθώς επίσης και αν έπρεπε, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, ενώ πρωτοδίκως απορρίφθηκε ως αόριστη, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής λόγω αοριστίας, η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής και συνεπώς ο ενάγων, έχει τη δυνατότητα, βελτιώνοντας την αγωγή ως προς την ανωτέρω δικονομική έλλειψη, να ασκήσει νέα, αλλά ορισμένη, αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, οπότε δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής αγωγής είναι παραδεκτή (ΑΠ 88/2015, ΑΠ 30/2010, ΑΠ 213/2008), ενώ, αντιθέτως, αν δηλαδή η αγωγή απορριφθεί λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, ο ενάγων δεν μπορεί να επανέλθει με νέα, ως άνω, αγωγή κατά του εναγομένου (Α.Π 109/2022, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1566/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους 2ο, 3ο ,4ο και 5ο λόγους έφεσης, της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, στους οποίους περιέχονταν ένσταση συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που είχε ουσιώδη επιρροή στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε στον τελευταίο με την πρωτόδικη απόφαση σε βάρος της αναιρεσείουσας, καθώς και στην απόρριψη με αυτήν κατ'ουσίαν της από 4-10-2017 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Επίσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω δεύτερο (2ο ) λόγο της έφεσης που αφορούσε την καταβολή ΦΠΑ για την αγορά καινούργιων οχημάτων που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως προώρως ασκηθείς. Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως αόριστο το αίτημα καταβολής αποζημίωσης για την αγορά καινούργιων οχημάτων λόγω ολοσχερούς καταστροφής των αναφερόμενων στην αγωγή οχημάτων του ενάγοντος και περαιτέρω έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστα τα αιτήματα της κύριας αγωγής περί απωλεσθέντων εισοδημάτων του ενάγοντος α) ποσού 239.424,39 ευρώ λόγω της μη απασχόλησής του σε άλλους εργοδότες και β) ποσού 21.252 ευρώ λόγω της μη απασχόλησής του στο προαναφερόμενο έργο και ακολούθως έκρινε ότι δεν θα ερευνήσει την νομική βασιμότητα και την ουσία της υπόθεσης λόγω της αοριστίας του δικογράφου της κύριας αγωγής και ως εκ τούτου παρέλκει και η εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Σύμφωνα με το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικόγραφο της κύριας αγωγής απορρίφθηκε στο σύνολό του ως αόριστο (περιλαμβανομένου και του αιτήματος περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), παρελκομένης της εξέτασης της παρεμπίπτουσας αγωγής.Συνεπώς η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας δεδομένου ότι η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αόριστη και η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη με λόγους αναγόμενους στο ουσία βάσιμο αυτής.Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 189 παρ.1, 191 ΚΠολΔ).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 12-7-2023 αίτηση της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΤΑ III ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" για αναίρεση της με αριθμό 3954/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ