Supreme Court dismisses appeal against labor contract award, upholding lower court's factual findings on salary classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their claim for monetary compensation against the Bank of Piraeus. The appellants argued the contract was not a standard employment contract but a share purchase agreement, while the lower court found it was a standard employment contract with a salary exceeding the statutory limit. The court ruled that the lower court's assessment of evidence and characterization of the contract were not subject to appellate review, thus upholding the original decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(c), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review is limited to legal errors and does not permit re-evaluation of factual findings or the assessment of evidence by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2117 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2117/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστείδη Καζάκο και Σοφία Καζάκου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2686/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4583/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 15.9.2020 (Γ.Α.Κ. 6737/Ε.Α.Κ. 793/16.9.2020 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων (i).- Γ. Γ. και (ii).- Μ. Λ. Με αυτή, προσβάλλεται η 4583/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 17.9.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 14.11.2016 εφέσεως των εκκαλούντων - ήδη αναιρεσειόντων.
Εκκαλούμενη ήταν η 2686/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε, την 14.12.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 27.12.2012 αγωγής των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." - ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγων ήταν και ο Γ.
Π., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη). Η αγωγή αφορά, χρηματικές απαιτήσεις των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων έναντι της εναγομένης από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας. Με την 2686/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολο ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ως προς τον ενάγοντα Γ.
Π., η αγωγή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, συνεπεία παραιτήσεως από το δικόγραφό της). Με την 4583/2018 απόφαση του εφετείου, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία και εξαφανίσθηκε στο σύνολο η 2686/2015 απόφαση ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες (ο Γ. Π. δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη) στη συνέχεια, κρατήθηκε η υπόθεση και εν τέλει η αγωγή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της [κυρία και επικουρική], απορρίφθηκε για τους ήδη αναιρεσείοντες, ως αβάσιμη στην ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν.4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 16.9.2020, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ.
στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 17.9.2018 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 4583/2018 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των τεσσάρων συνολικά λόγων της [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(Ι).- Το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος 1975/1986/2001, το οποίο ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών έχει την έννοια ότι ο νομοθέτης -ο κοινός, δηλ.
ο νομοθέτης κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας ή ο κανονιστικός, δηλ. η κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση- δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η ύπαρξη (συνδρομή) των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 Συντάγματος 1975/1986/2001 εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, με περιεχόμενο αντίθετο προς το Σύνταγμα (ΑΠ 957/2018, ΣτΕ 2252/2017).
Επίσης, το άρθρο 22 Συντάγματος 1975/1986/2001 ορίζει ότι: "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας".
Η ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση του ως άνω νομικού κανόνα (της αρχής της ισότητας) και αναφέρεται μόνο σε εκείνους, που παρέχουν εξηρτημένη εργασία με σχέση ιδιωτικού δικαίου (Α.Ε.Δ. 16/1983, ΣΤΕ 1368/2021). Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ και προβλέπεται από τα άρθρα 22 παρ.1 εδ. (β) Συντάγματος 1975/1986/2001 και 119 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ (ήδη άρθρο 141 της Συνθήκης της Ε.Ε.), έχει εφαρμογή επί κάθε παροχής από ενοχική σύμβαση και απαγορεύει μόνο την άνιση μεταχείριση.
Επιβάλλεται, έτσι, στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του να μην εξαιρεί από την οικειοθελή παροχή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως φύλλου, χρόνου ή τρόπου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις αυτές συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητας των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ορισμένου ή ορισμένων εργαζομένων έναντι των λοιπών, από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο (ΑΠ ολ. 7/1996, ΑΠ ολ.
πλ. 348/1985). Ανάγεται δε, η αρχή αυτή, σε κανόνα δημοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί αντικειμενικά την διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει (ΑΠ 161/1986).
Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της (ίσης μεταχειρίσεως), είναι ενεργός σχέση εξηρτημένης εργασίας και παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως.
Δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη (ΑΠ 505/2017, ΑΠ 107/2006).
Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος - υπάλληλος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται, με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρή), σε χρονικές μονάδες ή σε μονάδες εργασίας ή κατ' αποκοπή ή σε ποσοστό επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος [άρθρα 361, 648, 649, 653, 654, 655, 659, 666 και 679 ΑΚ, 5 παρ.1 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 3 παρ.2 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως (Δ.Σ.) "περί προστασίας του ημερομισθίου" -κύρωση με το άρθρο 'πρώτον' ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138/2.6.1955)- 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341/13.10.1943) -κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ- 28 παρ.1 Συντάγματος]. Έτσι, "μισθός" είναι κάθε παροχή ("βασικός μισθός" ή κύρια παροχή και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, σε χρήμα ή σε είδος), την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη συμφωνία, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ 1158/2018).
Ο εργοδότης εκτός από το μισθό υπό την ως άνω έννοια, μπορεί να χορηγεί και "οικειοθελή παροχή" προς τον εργαζόμενο, δηλ. παροχή, που δίνεται, όπως εκτέθηκε, εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση του εργοδότη ή από πρόθεση των μερών (εργοδότη, εργαζομένου) να αποτελέσει αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.
Έτσι, ως προς την "οικειοθελή παροχή" δεν υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη και αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου. Εάν η οικειοθελής παροχή συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται επί μακρό χρονικό διάστημα, μπορεί να καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία για καταβολή της με την έννοια του "μισθού" (ΑΠ 130/1989). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος 1975 /1986/2001, 2 παρ.1, 3 παράγραφοι 1 και 5, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27/8.3.1990 -όπως τα άρθρα αυτά του ν. 1876/1990 ίσχυσαν από 8.5.1990 [απόφαση Υπουργού Εργασίας 12386/20.3.1990 (ΦΕΚ Β. 189/22.3.1990), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 35 ν. 1876/1990] και κατά την ψήφιση του Συντάγματος 1986/2001- προκύπτουν (και) τα εξής:
Όλες οι Σ.Σ.Ε. συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας.
Με συνταγματική παραχώρηση, συνεπώς, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε., εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως και τυπικού) νόμου (ΑΠ 931/2017). Υπό την ισχύ (και κατά την ψήφιση του Συντάγματος 1986/2001) του ν. 1876/1990, νόμιμο περιεχόμενο Σ.Σ.Ε.
είναι (και) η ρύθμιση ζητημάτων σχετικά με τις μισθολογικές και άλλες παροχές. Η από 30.7.1997 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - Ο.Τ.Ο.Ε. (συνδικαλιστικές ρυθμίσεις)" καταρτίσθηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990 μεταξύ Τραπεζών (όπως και των Τραπεζών υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.") και της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως υπό την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος"/Ο.Τ.Ο.Ε. (Πράξη Καταθέσεως Υπ.
Εργασίας 96/28.8.1997). Στο "Κεφάλαιο Α'" αυτής, το οποίο είναι κανονιστικός όρος και επιδρά επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 7 παρ.1 ν. 1876/1990] ορίζεται ότι: "Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή απαλλάσσονται από την εργασία τους στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή με τη συγκατάθεση των οικείων Τραπεζών και είναι μέλη σε Διοικητικά Συμβούλια πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων, διατηρούν, κατά τη διάρκεια αυτής, ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην Τράπεζα, από την οποία αποσπώνται.
Οι Τραπεζοϋπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που ελάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται τα έξοδα περιποίησης πελατείας ανεξάρτητα από την ονομασία με την οποία δίδονται και οι παροχές, που χορηγούνται σε ειδικές κατά περίπτωση εξειδικευμένες θέσεις εργασίας ή εποπτείας (π.χ.
Dealing room κ.λπ.), εκτός εάν αυτές χορηγούνται στους αποσπασμένους συνδικαλιστές από την οικεία Τράπεζα" (
ΙΙ).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση ως άνω δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για την διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει νέο ειδικό λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1385/2005). Αβάσιμος, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ.
όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο ενώ βάσιμος είναι λόγος αναιρέσεως, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αποδεικνύεται το βάσιμο του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] ως άνω από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 345/2015).
Η ευθεία παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, χωρίς να ενδιαφέρει, σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012).
Έτσι, στους κανόνες, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και η παραβίασή τους ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.), ως άνω, κατά τις κανονιστικές τους διατάξεις (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 280/2006). Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ.
αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με την μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (ΑΠ ολ. 3/2020, ΑΠ 104/2022).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται αυτός ο λόγος, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε (ή όχι) ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος ενώ δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 1852/2007).
Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών περιστατικών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 240 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων είναι δε, ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], εφ' όσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως εξειδικεύονται τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας και καθορίζεται το πραγματικό γεγονός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με το αποδεικτικό μέσο, ακόμη, αναφέρεται ότι το αποδεικτέο γεγονός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης [άρθρο 335 ΚΠολΔ], αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, επιδρώντας στο διατακτικό.
Βάσιμος ελέγχεται ο λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, αν, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, που προσβάλλεται και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλά αφήνονται αμφιβολίες περί του εάν για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 228/2017).
Αντίστοιχα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή/και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εάν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται όμως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Με τον π ρ ώ τ ο λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην 4583/2018 απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και ισχυρίζονται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα παρακάτω έγγραφα, όπως προσδιορίζονται αυτά κατά το αποδεικτικό περιεχόμενό τους και νομίμως είχαν προσκομίσει με επίκληση για να γίνει η αγωγή δεκτή στην ουσία.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη: (α).- "τον δημοσιευμένο πίνακα Γνωστοποίησης Συναλλαγών των μελών του Δ.Σ. και των ανώτερων στελεχών" της αναιρεσίβλητης "για το χρονικό διάστημα από 16.8.2005 μέχρι 22.5.2007", (β).- "τον πίνακα ασκηθέντων δικαιωμάτων προαίρεσης για αγορά μετοχών από στελέχη" της αναιρεσίβλητης "κατά τις ημερομηνίες 10.1.2007 και 28.12.2007", (γ).- "την 3/347/12.7.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με θέμα:
Υποχρεώσεις των εκδοτών για τη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών" (δ).- "το Α.Π. 2001/1452/25.6.2001 έγγραφο" της αναιρεσίβλητης, (ε).- "τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας των μηνών Φεβρουαρίου 2007 και Νοεμβρίου 2007" για τον εξ αυτών Γ. Γ., (στ).- "την 10171/29.2.2000 Εγκύκλιο της Διεύθυνσης Προσωπικού" της αναιρεσίβλητης, (ζ).-"την από 5.9.2005 επιστολή της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Επιμελητείας" της αναιρεσίβλητης προς τον εξ αυτών Μ.
Λ., (η).- "τις Εγκυκλίους Διοίκησης της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης Α.Ε., με αριθμούς 250/28.1.1998 και 251/28.1.1998", (θ).- "τις Εγκυκλίους της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης Α.Ε., με αριθμούς 1467/18.3.1998 και 1558/25.11.1998" και (ι).- "την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού" του εξ αυτών Γ. Γ. "των ετών 2004 - 2008". Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το εφετείο στην 4583/2018 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως καθώς και εκ πλαγίου και δη, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, το "κεφάλαιο Α'" της από 30.7.1997 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - Ο.Τ.Ο.Ε. (συνδικαλιστικές ρυθμίσεις)".
Έτσι, ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Γ., απέρριψε στην ουσία την αγωγή, η οποία αφορά μισθολογικές παροχές του ("stock options"). Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4583/2018 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 288 ΑΚ και δη, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς "τα κριτήρια για τον καθορισμό του βαθμού της συμβολής" των αναιρεσειόντων "στους στόχους και την επιτυχία" της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης έτσι, απέρριψε την αγωγή στην ουσία ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες.
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 4583/2018 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, παραβίασε εκ πλαγίου το άρθρο 288 ΑΚ και δη, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παραδοχή ότι "ο τρίτος ενάγων (Μ.
Λ.) παρείχε εργασία ανάλογης αξίας για την εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εναγομένης" και, έτσι, απέρριψε την αγωγή στην ουσία ως προς τον αναιρεσείοντα Μ. Λ..
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα από: (Α).- την με ημερομηνία 27.12.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και (Β).- την 4583/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί παραδεκτώς χάριν της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Η από 27.12.2012 αγωγή αφορά χρηματικές απαιτήσεις από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας των ήδη αναιρεσειόντων - εργαζομένων έναντι της ήδη αναιρεσίβλητης - εργοδότριας. Βάσεις της αγωγής είναι κυρία, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και επικουρική, από την αδικοπραξία. (Β).- Στην 4583/2018 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν.
Ειδικότερα, αναφέρεται: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την (2686/2015) εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου καθώς και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν είτε για να ληφθούν υπ' όψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".
Περαιτέρω, το εφετείο, με την 4583/2018 απόφαση, αφού στο σκεπτικό διέλαβε μείζονα σκέψη για τα άρθρα 288 ΑΚ, 119 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ, 4 παρ.1 και 22 παρ.1 Συντάγματος, στη συνέχεια, δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα: "Ο Γ. Γ. (1ος ενάγων - 1ος εκκαλών), ο οποίος είναι απόφοιτος Λυκείου και ήταν φοιτητής στην Μαθηματική Σχολή του Α.Π.Θ., προσλήφθηκε, την …, στην τότε Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, ως υπάλληλος, υπηρέτησε σε διάφορα Καταστήματα της Τράπεζας εκείνης, την … , μετατέθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της Τράπεζας, ως υπάλληλος χορηγήσεων, την …, του χορηγήθηκε άδεια άνευ αποδοχών, λόγω αυξημένων υποχρεώσεών του, ως Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Δ.
Σ., την …, μετατέθηκε στην Διεύθυνση Προσωπικού και του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας με ταυτόχρονη χορήγηση δικαιώματος β' υπογραφής και την … αποσπάστηκε στον … Σύλλογο Εργαζομένων, ως Πρόεδρος αυτού, με ανάκληση του δικαιώματος β' υπογραφής, όπου μέχρι σήμερα εξακολουθεί να παραμένει.
Ο Μ. Λ. (3ος ενάγων - 2ος εκκαλών), ο οποίος είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και ήταν φοιτητής Φυσικού Τμήματος του Α.Π.Θ., προσλήφθηκε, την …, στην τότε Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, ως Προϊστάμενος …., από την …, του ανατέθηκαν καθήκοντα … σε διάφορα Καταστήματα της Τράπεζας, με ταυτόχρονη χορήγηση δικαιώματος α' υπογραφής, την …, του ανατέθηκαν καθήκοντα … Καταστήματος και από την …, ανέλαβε καθήκοντα σε διάφορα Καταστήματα, θέση την οποία και διατήρησε μέχρι την συνταξιοδότησή του, την ...
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, υπηρέτησε στην εναγομένη Τράπεζα ο Γ. Π., προσληφθείς την …, ως υπάλληλος, ο οποίος ήταν φοιτητής του Τμήματος Διοίκησης του Πανεπιστημίου … και αποφοίτησε, την … Την …, ο ανωτέρω τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος της … της εναγομένης, την … μετακινήθηκε ως Προϊστάμενος στην … της εναγομένης Τράπεζας, την … προήχθη σε Διευθυντή στον … και … της Διεύθυνσης … Υπηρεσιών της εναγομένης Τράπεζας, την ….
προήχθη σε … … στον ως άνω Τομέα και από την … μέχρι και σήμερα κατέχει τη θέση του … στο Κεντρικό Λογιστήριο των Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης. Κατά την από 16.5.2005 Β' Επαναληπτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφασίστηκε η θέσπιση 4ετούς προγράμματος διάθεσης μετοχών της στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα ανώτερα και ανώτατα στελέχη της Τράπεζας και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών με τη μορφή δικαιώματος προαιρέσεως αγοράς μετοχών, το οποίο πρόγραμμα θα ισχύσει και θα εφαρμοστεί για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008.
Η ως άνω Γενική Συνέλευση, περαιτέρω, εξουσιοδότησε το Διοικητικό Συμβούλιο να καθορίσει, κατά την κρίση του, τις λεπτομέρειες καθώς και τυχόν πρόσθετους όρους ή περιορισμούς για την παροχή των δικαιωμάτων προαίρεσης στους δικαιούχους και την ενάσκηση αυτών και να τροποποιήσει τους παραπάνω όρους πλην του ανώτατου συνολικού αριθμού των μετοχών, που θα εκδοθούν και της τιμής διάθεσης.
Με βάση το 2ο Πρόγραμμα Δικαιωμάτων Προαίρεσης Αγοράς Μετοχών, όπως αυτό διατυπώθηκε εγγράφως, 'Το Πρόγραμμα Δικαιωμάτων Προαίρεσης Αγοράς Μετοχών (StocK Option Plan) της Α.Ε. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ή ''Εταιρεία'') ανταμείβει τα στελέχη για τη συμβολή τους στην διαρκή επιτυχία της Εταιρείας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην αύξηση της τιμής της μετοχής της.
Αποτελεί λοιπόν ένα κίνητρο με μακρύ χρονικό ορίζοντα ανταμοιβής των στελεχών ώστε οι προσωπικές τους επιδιώξεις να ταυτίζονται, τόσο κατά το παρόν όσο και στο μέλλον, με τους στόχους της Εταιρείας. Το Πρόγραμμα αυτό παρέχει στα στελέχη το δικαίωμα να αγοράζουν μετοχές σε σταθερή τιμή και να μπορούν να ασκούν αυτό το δικαίωμα μέσα σε ορισμένη χρονική περίοδο στο μέλλον'.
Δικαιούχοι δε, του Προγράμματος, είναι: '... α.- Μέλη του Δ.Σ. της Τράπεζας (Εκτελεστικά και μη Εκτελεστικά), β.- τα στελέχη της Τράπεζας Πειραιώς, που έχουν τις θέσεις: Γενικοί Διευθυντές, Αναπληρωτές Γενικοί Διευθυντές, Διευθυντές Διευθύνσεων, Περιφερειακοί Διευθυντές, Διευθυντές Τομέων, Όσοι έχουν ρόλους αντίστοιχους των παραπάνω θέσεων, γ.- Εκτελεστικά Μέλη Δ.Σ.
και στελέχη των θυγατρικών εταιρειών της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.' Κατά την από 15.5.2006 Β' Επαναληπτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, αποφασίστηκε η θέσπιση ενός νέου 5ετούς Προγράμματος διάθεσης μετοχών προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα ανώτερα και ανώτατα στελέχη της Τράπεζας και των συνδεδεμένων με αυτών εταιρειών με τη μορφή παροχής δικαιωμάτων προαιρέσεως αγοράς μετοχών, το οποίο Πρόγραμμα θα ισχύσει και θα εφαρμοστεί για τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, παράλληλα και ανεξάρτητα από το προαναφερόμενο 2ο Πρόγραμμα.
Η ως άνω Γενική Συνέλευση, περαιτέρω, εξουσιοδότησε το Διοικητικό Συμβούλιο να καθορίσει, κατά την κρίση του, τις λεπτομέρειες καθώς και τυχόν πρόσθετους όρους ή περιορισμούς για την παροχή των δικαιωμάτων προαίρεσης στους δικαιούχους και την ενάσκηση αυτών και να τροποποιήσει τους παραπάνω όρους πλην του ανώτατου συνολικού αριθμού των μετοχών, που θα εκδοθούν και της τιμής διάθεσης.
Με βάση τον Κανονισμό του 3ου Προγράμματος Δικαιωμάτων Προαίρεσης για Αγορά Μετοχών, όπως αυτό διατυπώθηκε εγγράφως, 'Το Πρόγραμμα Δικαιωμάτων Προαίρεσης Αγοράς Μετοχών (Stock Option Plan) της Α.Ε. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ή ''Εταιρεία'') ανταμείβει τα στελέχη για τη συμβολή τους στην διαρκή επιτυχία της Εταιρείας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην αύξηση της τιμής της μετοχής της.
Αποτελεί λοιπόν ένα κίνητρο με μακρύ χρονικό ορίζοντα ανταμοιβής των στελεχών ώστε οι προσωπικές τους επιδιώξεις να ταυτίζονται, τόσο κατά το παρόν όσο και στο μέλλον, με τους στόχους της Εταιρείας. Το Πρόγραμμα αυτό παρέχει στα στελέχη το δικαίωμα να αγοράζουν μετοχές σε σταθερή τιμή και να μπορούν να ασκούν το δικαίωμα αυτό μέσα σε ορισμένη χρονική περίοδο στο μέλλον'.
Δικαιούχοι δε, του Προγράμματος, είναι: '... α.- τα Μέλη του Δ.Σ. της Τράπεζας (Εκτελεστικά και μη Εκτελεστικά), β.- τα στελέχη της Τράπεζας Πειραιώς, που έχουν τις θέσεις: Γενικοί Διευθυντές, Αναπληρωτές Γενικοί Διευθυντές, Διευθυντές Διευθύνσεων, Περιφερειακοί Διευθυντές, Διευθυντές Τομέων, Σύμβουλοι Διοίκησης, Όσοι έχουν ρόλους αντίστοιχους των παραπάνω θέσεων, γ.- Εκτελεστικά μέλη Δ.Σ.
και ανώτερα στελέχη των θυγατρικών εταιρειών της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.' Κατά τα επίδικα έτη 2005 - 2010, ο Γ. Π., όπως προαναφέρθηκε, κατείχε τη θέση του Διευθυντή στον Τομέα Λογιστηρίου και Πληρωμών της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης Τράπεζας. Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνονταν η λογιστική καταχώρηση και εξόφληση προμηθευτών των πάσης φύσεως λειτουργικών εξόδων και δαπανών της εναγομένης Τράπεζας, Διοίκηση και Καταστήματα, η λογιστική καταχώρηση των συναλλαγών και ενημέρωση των υπολοίπων των παγίων περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας στους λογαριασμούς της Γενικής Λογιστικής και του Μητρώου Παγίων, ο υπολογισμός αποσβέσεων και αναπροσαρμογών (κατά τα φορολογικά βιβλία) καθώς και η παροχή πληροφοριακών στοιχείων αναφορικά με το Πάγιο Ενεργητικό, η έκδοση τιμολογίων και παραστατικών αναφορικά με τα έσοδα όλων των Μονάδων της Τράπεζας, η συμφωνία και παρακολούθηση λογαριασμών ανταποκριτών Εσωτερικού και Εξωτερικού, ταυτόχρονα δε, θα έπρεπε να υπάρχει επικοινωνία με όλες τις Διευθύνσεις και τα Καταστήματα της Τράπεζας.
Ο ρόλος δε, του Διευθυντή του εν λόγω Τομέα είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τη σωστή εν γένει λειτουργία της Τράπεζας διότι αποτελεί τον θεματοφύλακα της πρωτογενούς πληροφόρησης αναφορικά με τις δαπάνες και τις αποσβέσεις της Τράπεζας, διασφαλίζει τη σωστή τήρηση των λογαριασμών, σύμφωνα με την εκάστοτε φορολογική νομοθεσία, ενημερώνεται διαρκώς για όλες τις λογιστικές και φορολογικές διατάξεις, διασφαλίζει την ταμειακή επάρκεια και την εγκυρότητα των συναλλαγών.
Ως Διευθυντής Τομέα, ο Γ. Π. ήταν δικαιούχος του δικαιώματος προαίρεσης για αγορά μετοχών, όπως προβλέπονταν από τα σχετικά 2ο και 3ο Προγράμματα. Αντίθετα δεν ήταν δικαιούχοι των εν λόγω Προγραμμάτων οι ενάγοντες - εκκαλούντες, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτούς. Κατ' αρχήν και προφανώς δεν μπορούσε να καταστεί δικαιούχος ο πρώτος ενάγων (1ος εκκαλών) Γ.
Γ., ο οποίος από το έτος 1996 είναι αποσπασμένος στον Ενωτικό Σύλλογο Εργαζομένων και, συνεπώς, ουδεμία υπηρεσία παρείχε στην αρχικώς απορροφηθείσα Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και, ακολούθως, στην Τράπεζα Πειραιώς. Σημειώνεται ότι ο πρώτος ενάγων, αν και αποσπασμένος στον Σύλλογό του, έλαβε κανονικά τις μισθολογικές και βαθμολογικές προαγωγές του, κατ' εφαρμογή της Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης των Τραπεζοϋπαλλήλων, κατά την οποία ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία.
Βέβαια, ο πρώτος ενάγων θεωρεί ότι πρέπει να ληφθεί υπ' όψη η 'τύποις' (στα χαρτιά) ιδιότητά του ως Συμπράττοντος Υποδιευθυντού, πλην όμως, ο ισχυρισμός τούτος έρχεται σε πλήρη αντίθετη με τον σκοπό των επίδικων Προγραμμάτων, τα οποία εξαρτούν το όφελος των στελεχών, που δικαιούνται την αγορά μετοχών με την ανοδική τους εξέλιξη και την υψηλή απόδοσή τους στις θέσεις, που απασχολούνται στην εναγομένη, κάτι το οποίο δεν ισχύει για τον πρώτο ενάγοντα ως εκ της ενασχόλησής του με τις εργασίες του Συλλόγου.
Ο τρίτος ενάγων (2ος εκκαλών) Μ. Λ., από τα τέλη του έτους 1994, κατείχε τη θέση του Διευθυντή σε διάφορα Καταστήματα της εναγομένης Τράπεζας. Η αποστολή του Διευθυντή Καταστήματος Τραπέζης έγκειται στην εκπροσώπηση της Τράπεζας και την προώθηση των συμφερόντων της σε συγκεκριμένη αγορά, στην διοίκηση του Καταστήματος, τον συντονισμό και την εποπτεία των εργασιών του.
Η θέση αυτή του τρίτου ενάγοντα σαφώς και δεν έχει την ίδια βαρύτητα με αυτήν του Γ. Π. καθώς ο εκάστοτε Διευθυντής βαρύνεται με τον έλεγχο και την εποπτεία ενός συγκεκριμένου Καταστήματος, ενώ ο Διευθυντής του Τομέα Λογιστηρίου και Πληρωμών έχει υπό την ευθύνη του τη λειτουργία του Κεντρικού Λογιστηρίου της Τραπέζης, ήτοι το σύνολο των Καταστημάτων της Τραπέζης.
Συνεπώς, η θέση του Διευθυντή Καταστήματος δεν εντάσσεται στην έννοια του ανώτερου ή του ανώτατου στελέχους της εναγομένης, όπως οι από 16.5.2005 και 15.5.2006 Β' Επαναληπτικές Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων της εναγομένης γενικά καθόρισαν, όπως οι έννοιες αυτές του ανώτερου και ανώτατου στελέχους εξειδικεύθηκαν περαιτέρω.
Εν προκειμένω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων δεν επηρεάζεται, αφού οι ενάγοντες - εργαζόμενοι, που εξαιρούνται από την παροχή του δικαιώματος προαίρεσης αγοράς μετοχών δεν έχουν ούτε τα ίδια τυπικά προσόντα με τον εργαζόμενο Γ. Π., όπως προαναφέρθηκε ούτε τα ίδια ουσιαστικά προσόντα με αυτόν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, έστω και αν ο τρίτος ενάγων παρείχε εργασία ανάλογης αξίας για την εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εναγομένης ... Δεν μπορούν να θεμελιωθούν οι αξιώσεις των εκκαλούντων ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου του παρανόμου ... Κατόπιν των προαναφερθέντων, η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και κατά την κύρια και κατά την επικουρική της βάση".
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, επί των λόγων αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής: Κρίνοντας, έτσι, το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, αφού διέλαβε πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Το αποδεικτικό πόρισμα δηλ. εκτίθεται πλήρως, χωρίς αντιφάσεις, με αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου άρθρου 288 ΑΚ και δεν δημιουργούνται αμφιβολίες για την παραβίασή του. Ειδικότερα, πλήρεις και μη αντιφατικές είναι οι αιτιολογίες του εφετείου για το ότι: (i).- Υπήρχε ενεργός σχέση εξηρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων - εργαζομένων κατά τους κρίσιμους χρόνους (2005, 2006) χορηγήσεως της επίμαχης παροχής (Προγράμματα διαθέσεως μετοχών, δικαιωμάτων προαιρέσεως αγοράς μετοχών - ''stock option''), η οποία νομίμως χορηγήθηκε από πρωτοβουλία της αναιρεσίβλητης - εργοδότριας, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή της. (ii).- Οι αναιρεσείοντες, ως προς τη συμβολή αυτών στους στόχους και στην επιτυχία της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης, δεν είχαν τα ίδια προσόντα, τυπικά και ουσιαστικά, με τον Γ.
Π., στον οποίο χορηγήθηκε η επίμαχη παροχή και ως προς τα "κριτήρια για τον καθορισμό της συμβολής", αναφέρεται ότι "τα επίδικα Προγράμματα εξαρτούν το όφελος των στελεχών, που δικαιούνται την αγορά μετοχών με την ανοδική τους εξέλιξη και την υψηλή απόδοσή τους στις θέσεις, που απασχολούνται στην εναγομένη".
Εξ άλλου, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο αναιρεσείων Μ. Λ. παρέχει εργασία ανάλογης αξίας με τον Γ. Π.. Μετά ταύτα, οι τ ρ ί τ ο ς και τ έ τ α ρ τ ο ς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι παραδεκτοί (ορισμένοι), όμως, είναι αβάσιμοι. Όσα, στη συνέχεια, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στους ίδιους λόγους αναιρέσεως για ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαχθέντος από τις αποδείξεις πορίσματος του εφετείου, πλήττουν την εκτίμηση από το εφετείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε, στην 4583/2018 απόφαση υπάρχει βεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, ενώ από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται καμιά αμφιβολία ότι το εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω (υπό στοιχεία α - ι) έγγραφα, έστω και χωρίς μνεία και ξεχωριστή αξιολόγησή τους.
Επομένως, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι ορισμένος (παραδεκτός), όμως, είναι αβάσιμος. Στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ακόμη ότι το εφετείο λανθασμένα εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά. Τέτοιες αιτιάσεις, όμως, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου.
Τέλος, το εφετείο στην 4583/2018 απόφαση δεν στήριξε την κρίση του, για τον χαρακτηρισμό της επίμαχης παροχής, στην από 30.7.1997 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - Ο.Τ.Ο.Ε. (συνδικαλιστικές ρυθμίσεις)" ούτε υπάρχει παραδοχή για το ότι η επίμαχη παροχή είναι "μισθολογική" ώστε ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως κατ' αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις του από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, εφ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 15.9.2020 αίτηση για αναίρεση της 4583/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της [άρθρα 106, 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ]. Η δικαστική δαπάνη ορίζεται στο συνολικό ποσό των (1800) ευρώ και οι αναιρεσείοντες καταδικάζονται κατ' ίσο μέρος, ήτοι ο καθένας καταδικάζεται στο ποσό των [1800 ευρώ : 2 =] 900 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α π ο ρ ρ ί π τ ε ι την από 15.9.2020 αίτηση για αναίρεση της 4583/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.
Κ α τ α δ ι κ ά ζ ε ι τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ