2117/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/6/2005 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και του τετάρτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 872/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/2/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2117/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 § 2 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2117 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2117/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ" "EUROPRINT ABEE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ο. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως υπαλλήλου επί της διανομής απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ" που εδρεύει στην ..., νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα, που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 4) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10/6/2005 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και του τετάρτου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 872/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/2/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 10/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η ένδικη αίτηση αναίρεσης και η ασκηθείσα από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ εκούσια αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης και κατά του αναιρεσείοντος, που συνεκφωνήθηκαν, πρέπει να συνεκδικασθούν κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ.
ΙΙ] Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4εδ.γ`και δ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 §1εδ.β` ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ` αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ` αυτή διαδίκου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 παρ. 1 και 134 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, αυτή γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και έχει το οριζόμενο από την πρώτη των άνω διατάξεων περιεχόμενο.
Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών επάγεται την ακυρότητα της επίδοσης με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (ΚΠολΔ 159 περ. 3), η οποία τεκμαίρεται σε περίπτωση μη παράστασης του διαδίκου. Ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής μπορεί να θεωρηθεί και το νομικό πρόσωπο, όταν δεν έχει κατάστημα ή γραφείο ή είναι άγνωστος ο τόπος και η διεύθυνση αυτών.
Δεδομένου όμως ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126, 124 και 129 ΚΠολΔ, η επίδοση προς νομικό πρόσωπο γίνεται προς τον κατά νόμο ή το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπο και σε περίπτωση περισσοτέρων σε ένα απ' αυτούς είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα ή γραφείο του κτλ, για να έχει εφαρμογή επί νομικού προσώπου αγνώστου διαμονής η παραπάνω διαδικασία επίδοσης, θα πρέπει και τα πρόσωπα που εκπροσωπούν αυτά κατά το νόμο ή το καταστατικό να είναι όλα, κατά το χρόνο επίδοσης, άγνωστης διαμονής.
Τέλος, σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.
Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 § 2 εδ.
β` ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.
Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.1), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74 περ.2) και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθών, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθών, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν.
Επομένως, υπαρχούσης εν προκειμένω μεταξύ των διαδίκων απλής ομοδικίας, όσον αφορά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, η οποία υπήρξε η ιδιοκτήτρια του βαρυνόμενου με προσημείωση υποθήκης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση του οποίου, μετά τη δημόσια κατάθεσή της, συντάχθηκε ο ένδικος πίνακας κατάταξης των δανειστών της, ως προς την οποία, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε.
Π., ουδεμία επίδοση έγινε, καθόσον αυτή θεωρείται μετά τις εκεί διαπιστώσεις ως πρόσωπο άγνωστης διαμονής, έγινε δε, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 3263γ'/28-3-2014 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου των εκεί εγγράφων με κλήση για παράσταση στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (20-10-2014), χωρίς να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες κατά το άρθρο 135 ΚΠολΔ διατυπώσεις και χωρίς να επιδοθούν η ένδικη αίτηση αναίρεσης και τα λοιπά προσδιοριστικά της ως άνω δικασίμου έγγραφα με κλήση για εμφάνιση στην παραπάνω δικάσιμο στα αρμόδια κατά νόμο και το καταστατικό όργανα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών να επάγεται την ακυρότητα της επίδοσης με συντρέχουσα την τεκμαιρόμενη βλάβη από τη μη παράσταση της τελευταίας, κατ` επιταγή της διάταξης του άρθρου 576 § 3 εδ.2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης και πρέπει ως προς αυτήν να χωρισθεί η συζήτηση, να επιτραπεί όμως η έρευνα της υπόθεσης για τους 2η, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους το μεν τέταρτο τούτων παραστάθηκε, ενώ στις δεύτερη και τρίτη από αυτούς επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης και βεβαιώσεις αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης από την αρχική δικάσιμο της 20-1-2014 κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (20-10-2014), σύμφωνα με τις συνταχθείσες προς τούτο με αριθμούς 3010γ'/18-02-2014 και 3011γ'/18-02-2014 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.
Π., κατά την οποία και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, χωρίς να παραστούν κατ` αυτή ή να εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιο δικηγόρο (ΚΠολΔ 576§2).
ΙΙΙ] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων και κατ'αντιμωλία του τετάρτου αυτών εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμό 872/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στην ουσία την από 2-6-2008 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμό 2612/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν συνεκδικασθεί οι αυτοτελείς ανακοπές του Ελληνικού Δημοσίου και του ν.π.δ.δ.
ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, απορρίφθηκε η ανακοπή του πρώτου και έγινε δεκτή η ανακοπή του δευτέρου και ακολούθως μεταρρυθμίσθηκε ο υπ' αριθμό ... πίνακας κατάταξης δανειστών, που συνέταξε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Συμβολαιογράφος Αθηνών, Ουρανία Καϋμενάκη, αποβλήθηκε από τον εν λόγω πίνακα το Ελληνικό Δημόσιο κατά το ποσό των έντεκα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (11.487,80) και κατατάχθηκε: (α) το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στη θέση του Ελληνικού Δημοσίου, προνομιακά και οριστικά στο 1/3 της διανεμητέας απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, δηλαδή για το ποσό των έντεκα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και ογδόντα λεπτών (11.487,80), (β) η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" προνομιακά αλλά τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, στα 2/3 της διανεμητέας απαλλοτριωτικής αποζημίωσης, δηλαδή για το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (22.975,58) και (γ) επικουρικώς, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (22.975,58) στη θέση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων για την περίπτωση που θα ματαιωνόταν η πλήρωση της αίρεσης της τελεσιδικίας της απαίτησης της τελευταίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μόνο λόγο αυτής από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
ΙV] Κατά το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν η κατασχεμένη (στα χέρια τρίτου) απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση και η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον Ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επομ.
Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στη διανομή του κατατεθειμένου δημοσίως ποσού της κατασχεμένης στα χέρια του τρίτου χρηματικής απαίτησης, συμμετέχουν εκείνοι μόνο οι δανειστές που επέβαλαν την κατάσχεση αυτή μέσα στην προβλεπόμενη από το εδάφιο α' του ίδιου άρθρου οκταήμερη προθεσμία από την κοινοποίηση του αρχικού κατασχετηρίου εγγράφου σ' αυτόν κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.
Ο συμβολαιογράφος πριν συντάξει τον πίνακα κατάταξης είναι υποχρεωμένος να προβεί σε αναγγελία με έγγραφη γνωστοποίηση, η οποία πρέπει να γίνει στα πλαίσια του άρθρου 999 παρ. 2 ΚΠολΔ και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ανάλογης προσαρμογής αυτού στην προκείμενη διαδικασία. Σκοπός των διατυπώσεων αυτών είναι η πληροφόρηση των δανειστών του κυρίου του ακινήτου, ώστε να αναγγελθούν στη διαδικασία της κατάταξης.
Αυτό μπορεί να γίνει και με ατομική πρόσκληση του συμβολαιογράφου προς του ενυπόθηκους δανειστές και τους δανειστές που επέβαλαν ήδη κατάσχεση εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου και τους οποίους στην πράξη πληροφορείται από σχετικό έγγραφο του ΤΠκΔ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1288 ΑΚ, αν το ενυπόθηκο ακίνητο απαλλοτριωθεί αναγκαστικά το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται στην αποζημίωση.
Αυτή κατατίθεται δημόσια και γίνεται η διαδικασία της κατάταξης. Εάν το απαλλοτριωμένο ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη, κατάσχεση ή διεκδίκηση, η κατάθεση της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωτική [άρ. 8 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε με την περ.
γ` του άρθρου 31 του ν.3130/2003]. Με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης συντελείται και η εμπράγματη υποκατάσταση, δηλαδή στη θέση του ακινήτου υποκαθίσταται η αποζημίωση και, κατά τη διαδικασία της κατάταξης, που υποχρεωτικά θα ακολουθήσει, ο ενυπόθηκος δανειστής θα ικανοποιηθεί ως προνομιακός κατά την τάξη της υποθήκης του.
Ζήτημα δέσμευσης της αποζημίωσης με αναγκαστική κατάσχεση, κατά το ύψος που αντιστοιχεί στην υποθήκη, δεν υπάρχει, αφού είναι προορισμένο για την ικανοποίηση του ενυπόθηκου δανειστή, ο οποίος τουλάχιστον κατά το ποσό της ενυπόθηκης απαίτησής του δεν έχει και έννομο συμφέρον να επιβάλει εις χείρας του ΤΠκΔ αναγκαστική κατάσχεση ή να επιδιώξει συντηρητική κατάσχεση για να εξασφαλίσει την απαίτησή του.
Η σύμβαση της δημόσιας κατάθεσης αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ του κυρίου του ακινήτου. Ο τελευταίος έχει κατά του ΤΠκΔ ευθεία απαίτηση απόδοσης του ποσού της αποζημίωσης. Η απαίτηση αυτή είναι δεκτική κατάσχεσης εκ μέρους του δανειστή του κυρίου του ακινήτου εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου, σύμφωνα με τα άρθρα 982 επ.
ΚΠολΔ. Δεν υπάρχει διάταξη που να επιβάλλει το ανεκχώρητο και κατ' επέκταση το ακατάσχετο της εν λόγω απαίτησης. Δικαιούχος του ποσού είναι ο οφειλέτης. Απλώς, το προνόμιο που παρέχει το δικαίωμα της υποθήκης ως προς την ικανοποίηση της ενυπόθηκης απαίτησης, σύμφωνα με την ΑΚ 1288, υλοποιείται κατά τη διαδικασία της διενεργούμενης διανομής της αποζημίωσης.
Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να συντάξει πίνακα κατάταξης μέσα στην προθεσμία της ΚΠολΔ 974 εδ. 2 αναλογικά εφαρμοζόμενης. Η κατάταξη θα γίνει σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 975, 976, 1006, 1007 σε συνδυασμό με άλλες ειδικές διατάξεις, και ιδίως εκείνης του άρθρου 61 παρ. 2 του ΚΕΔΕ. Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 977 παρ.1 εδ.
β' και 1007 παρ.1 εδ. α' και β' ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση συνδρομής απαιτήσεων με γενικό προνόμιο (975) και απαιτήσεων με τα ειδικά προνόμια του άρθρου 976 αριθ. 2, δηλαδή των απαιτήσεων για τις οποίες υπάρχει ενέχυρο ή υποθήκη οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται έως το 1/3 του ποσού του πλειστηριασμού, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές και τα 2/3 διατίθενται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 2 ΚΠολΔ.
Τέλος, οι απαιτήσεις οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση ακολουθούν την τάξη και την σειρά της υποθήκης. Αυτές κατατάσσονται στη δεύτερη τάξη (ειδικά προνόμια), όχι όμως οριστικώς, όπου οι ενυπόθηκες αλλά τυχαίως, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασής τους (άρθρο 978 παρ.2 ΚΠολΔ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:
Με την υπ' αριθμ. 1076114/8242/0010/17-9-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού (αρ. ΕΚ Δ' 802/27-9-2001), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια για την κατασκευή έργων και την δημιουργία εγκαταστάσεων προς εξυπηρέτηση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων και συγκεκριμένα για την διαπλάτυνση - βελτίωση της Λεωφόρου Βάρης - Κορωπίου, εδαφική έκταση εμβαδού 242,80 τ.μ.
με τα επικείμενα της, στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., ιδιοκτησίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων. Δυνάμει της υπ' αριθμό 6433/2003 απόφασης τον δικαστηρίου τούτου, καθορίστηκε η αποζημίωση, με βάση την οριστική τιμή μονάδας, στο ποσό των 35.669 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της ανωτέρω ιδιοκτήτριας, η οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 1041/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" επέβαλε στη συνέχεια, εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τρίτου αναγκαστική κατάσχεση της ως άνω αποζημίωσης, που προήλθε από την απαλλοτρίωση, μέχρι του ποσού των 64.882,61 Ευρώ, για ληξιπρόθεσμες, προνομιακές και βεβαιωμένες στο Α' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών απαιτήσεις του σε βάρος της δικαιούχου πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία με την από 31-3-2006 αίτησή της έδωσε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ουρανία Καϋμενάκη εντολή σύνταξης πίνακα κατάταξης.
Η τελευταία, με την υπ' αριθμό 2167/2005 πρόσκλησή της προς τους δανειστές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και τις γενόμενες προς αυτήν αναγγελίες, συνέταξε τον ανωτέρω από 18-5-2005 πίνακα κατάταξης, με τον οποίο από το ποσό των 35.559 Ευρώ, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης ποσού 1.095,62 Ευρώ, απέμεινε υπόλοιπο για διανομή το ποσό των 34.463,38 Ευρώ, το οποίο, λόγω συνύπαρξης απαιτήσεων γενικών προνομιούχων και ενυπόθηκων δανειστών διαιρέθηκε σε 1/3 και 2/3.
Στο 1/3 κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο, δια του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών, για το ποσό των 11.487,80 Ευρώ (άρθρο 975 αριθμ. 5 ΚΠολΔ) και στα 2/3 κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά η τρίτη των αναιρεσιβλήτων για το ποσό των 22.975,58 Ευρώ, καθόσον αυτή ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανείστρια με προσημείωση υποθήκης, ενώ δεν κατατάχθηκε το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", το οποίο είχε αναγγελθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.
πρωτ. ... αναγγελία της διευθύντριας του Α' Ταμείου είσπραξης εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών με τον συνημμένο σε αυτήν πίνακα ληξιπρόθεσμων οφειλών για απαιτήσεις του προερχόμενες από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτό, συνολικού ποσού 64.882,61 Ευρώ, οι οποίες ήταν προνομιακές και ληξιπρόθεσμες κατά το άρθρο 975 αριθμός 6 ΚΠολΔ.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι εσφαλμένως κατατάχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο οριστικά και προνομιακά στο 1/3 της διανεμητέας αποζημίωσης και συγκεκριμένα για το ποσό των 11.487,80 Ευρώ, αντί του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε επιβάλλει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου.
Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της έφεσης του είχε προβάλλει τον αβάσιμο ισχυρισμό, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1288 ΑΚ, δεν υποχρεούνταν να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου. Η διάταξη του άρθρου 1288 ΑΚ ισχύει μόνο για τους ενυπόθηκους δανειστές, διότι με την συντέλεση της απαλλοτρίωσης συντελείται και η "εμπράγματη υποκατάσταση", δηλαδή στη θέση του ακινήτου υποκαθίσταται η αποζημίωση και ο ενυπόθηκος δανειστής θα ικανοποιηθεί ως προνομιακός κατά την τάξη της υποθήκης του.
Οι λοιποί εγχειρόγραφοι και γενικώς προνομιούχοι δανειστές μπορούν να επιβάλλουν κατάσχεση εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου και τούτο, διότι η σύμβαση της δημοσίας κατάθεσης είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και στην ερευνώμενη περίπτωση υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κυρίας του ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και συνεπώς έχει αυτή κατά του ΤΠκΔ ευθεία απαίτηση απόδοσης στην ίδια του ποσού της προελθούσας από την απαλλοτρίωση αποζημίωσης.
Η απαίτηση αυτή είναι δεκτική κατάσχεσης εκ μέρους των δανειστών της, όπως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου, σύμφωνα με τα άρθρα 982 επ. του ΚΠολΔ. Επίσης, εσφαλμένα κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά η τρίτη αναιρεσίβλητη στα 2/3 της διανεμητέας αποζημίωσης, δηλαδή για το ποσό των 22.975,58 Ευρώ, ενώ έπρεπε αυτή να καταταγεί στο ως άνω ποσό προνομιακά αλλά τυχαία, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, καθότι είχε εγγράψει επί του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης προσημείωση υποθήκης, η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα δεν είχε τραπεί σε υποθήκη.
Τέλος, εσφαλμένα δεν προβλέφθηκε στον ανωτέρω πίνακα κατάταξης η επικουρική κατάταξη του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, σε περίπτωση που θα ματαιωθεί η πλήρωση της αίρεσης της τελεσιδικίας της απαίτησης της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το εφετείο κατέληξε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που μεταρρύθμισε τον ένδικο από 18-5-2005 πίνακα κατάταξης, ορθώς είχε εφαρμόσει το νόμο και έπρεπε οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα, να απορριφθούν ως αβάσιμοι όπως και η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία αφενός είχε απορριφθεί η ανακοπή του για μεταρρύθμιση υπέρ αυτού του πίνακα και αφετέρου είχε γίνει δεκτή η ανακοπή του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, και είχε διαταχθεί η αποβολή του Ελληνικού Δημοσίου από τον πίνακα για το λόγο ότι αυτό δεν είχε προβεί σε κατάσχεση εις χείρας του ΤΠκΔ ως τρίτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1288 ΑΚ και 978 και 1007 ΚΠολΔ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και γίνει δεκτή η υπέρ της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ". Τα δικαστικά έξοδα του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας θα επιβληθούν για καθένα από αυτούς χωριστά εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 183, 176 και 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 872/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α. Π. Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Γραφικών Τεχνών" και χωρίζει την υπόθεση ως προς αυτήν. Δέχεται την ασκηθείσα αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ".
Απορρίπτει την από 21-2-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 872/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τις 2η, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας εις βάρος του αναιρεσείοντος και προσδιορίζει αυτά στο ποσό των τριακοσίων ευρώ [300,00] για τον καθένα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ