Legislator Case Law & Legislation
2116/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds as the appealable issue was not transferred to second instance.

Case Number 2116/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial against the second-instance court's decision. The appellant argued that the second-instance court erred in setting a specific compensation amount for moral damages regarding the publication of his indictment. The court ruled that since the issue of the compensation amount was not transferred to the second instance as a primary or supplementary ground for appeal, the second-instance court was not bound to examine it substantively. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court is not bound to examine the substantive issue of the compensation amount for moral damages if that specific issue was not transferred to it as a primary or supplementary ground for appeal.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility transfer of appeal moral damages second instance review Code of Civil Procedure legal costs personal data publication

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2116 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2116/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μόσχο.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ν. , κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Βλαχάβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, με την από 21-11-2016 (υπ' αριθ. 66/2016 έκθεσης κατάθεσης) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αυτός εξέθεσε ότι, στις 31-10-2016, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη διαδικτυακής ηλεκτρονικής εφημερίδας, καταχώρησε στον αντίστοιχο ιστότοπο άρθρο, σε ηλεκτρονική μορφή, με τίτλο "Για συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωση δικάζεται ο Α.

Μ.", το οποίο αφορούσε την παραπομπή του (ενάγοντος) σε δίκη, παραθέτοντας σ' αυτό ολόκληρο το κείμενο του διατακτικού (κατηγορητηρίου), του σχετικού υπ' αριθ. 1234/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ότι η κατά τον ως άνω τον τρόπο δημοσιοποίηση της εν λόγω κατηγορίας και ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπόθεσης για την οποία παραπέμφθηκε, παραβιάζει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του, κατ' άρθρο 2 στοιχ.

β' του ν. 2472/1997, και προσκρούει στο τεκμήριο της αθωότητάς του, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Επικαλούμενος, επίσης, ότι από την ως άνω υπαίτια και παράνομη πράξη του εναγομένου επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς του, ζήτησε (μετά από νομότυπη τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό), α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του και β) να απέχει αυτός (εναγόμενος), στο μέλλον, από οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του, με τη δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικών με τις δικαστικές του υποθέσεις, με την απειλή εις βάρος του χρηματικής ποινής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 66/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε το ως άνω στοιχείο β' αίτημα, ως αόριστο, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη σχετική αδικοπραξία, το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επίσης, επί της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) εφέσεως κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 28/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία, αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο η επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται ότι επιδόθηκε στις 17-6-2020), σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκε (στις 9-7-2020) εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από τη δημοσίευσή της, επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Ι. Ο νόμος 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης-10-1995, (όπως αυτός ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τον ν. 4624/2019, ο οποίος ισχύει από 29-8-2019 [ΦΕΚ 137/29-8-2019] και δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι η δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης και η κατάθεση του δικογράφου της εφέσεως κατ' αυτής, επί της οποίων δίκασε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβαν χώρα το έτος 2017 και 2018 αντιστοίχως), έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου (όπως αυτή ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο), δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ... β)"Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων.....

γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή.

ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια. ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

θ) "Τρίτος", κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.

ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα. ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ' του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο".

Στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 αυτού ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η συλλογή και η Επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του, εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου ή προβλεπομένου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.

γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου..... ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων, και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Η άδεια της αρχής χορηγείται μόνο εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ...".

Επισημαίνεται ότι η Αρχή δεν εφαρμόζει την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 περ. ζ' του ν. 2472/1997 στο μέτρο που αυτή απαιτεί προηγούμενη άδεια της Αρχής για επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, διότι η απαιτούμενη από τη διάταξη αυτή άδεια της Αρχής συνιστά μέτρο προληπτικού ελέγχου του Τύπου και ως τέτοιο απαγορεύεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Συντάγματος (αποφάσεις της Αρχής 26/2007 και 17/2008).

Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1) ...

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3). Στο άρθρο 22 παρ. 1 έως 4 του ίδιου νόμου 2472/1997 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για όποιον παραλείπει να γνωστοποιήσει στην Αρχή κατά το άρθρο 6 αυτού, τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της προβλεπόμενης από την παρ. 3 του άρθρου 7 άδειας (παρ. 1), όποιον, κατά παράβαση του άρθρου 7 αυτού, διατηρεί αρχείο χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής (παρ. 2), όποιον, κατά παράβαση του άρθρου 8 αυτού, προβαίνει σε διασύνδεση αρχείων χωρίς να τη γνωστοποιήσει στην Αρχή (παρ. 3), όποιον, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ. 4).

Στην παρ. 1 του άρθρου 23 του ίδιου ως άνω νόμου, με τίτλο "Αστική ευθύνη", ορίζεται, ότι: "Φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, αν δε προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 23 του ν. 2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει:

α) συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), που παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, δηλαδή γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη.

Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, το πρόσωπο, που παραβιάζει τις εν λόγω διατάξεις, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, που υπέστη ηθική βλάβη από την παραβίαση, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα και με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας ( ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013).

Έτσι, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου, υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχ.

ε του ν. 2472/1997 που προαναφέρθηκε. Βάσει των προεκτεθέντων, το αρχείο μιας εφημερίδας αποτελεί σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διαρθρωμένο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, που είναι ο τίτλος της εφημερίδας, η ημερομηνία κυκλοφορίας και ο αριθμός του συγκεκριμένου φύλλου, τα οποία επιτρέπουν την πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί (ΑΠ 1567/2010).

Οι διατάξεις του ν. 2472/1997, κατά το μέρος που απαγορεύουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημοσιογράφους, δεν προσκρούουν στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελευθερία της εκφράσεως και διαδόσεως στοχασμών και πληροφοριών μέσω της ασκήσεως του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, καθόσον η ελευθερία αυτή, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και ειδικώς ως προς τον έγγραφο τύπο από το άρθρο 14 παρ. 1 αυτού, δεν περιλαμβάνει και την ελευθερία διαδόσεως πληροφοριών που ανάγονται στην προστατευόμενη από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος απαραβίαστη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των προσώπων.

Ο νόμος 2472/1997, οι διατάξεις του οποίου προβλέπουν περιορισμούς στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εν γένει, αποβλέπουν στην προστασία των αξιών που αναγνωρίζονται και από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος και οριοθετούν μαζί με αυτές τις συνταγματικές διατάξεις τις λοιπές ίσου κύρους διατάξεις του Συντάγματος, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 14 παρ. 1 τούτου ως προς το περιεχόμενο των κατοχυρούμενων με αυτές δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Επίσης, συνάδει με τους περιορισμούς αυτούς ο τιθέμενος από το ν. 2472/1997 κανόνας της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της κατ' εξαίρεση επεξεργασίας τέτοιων προσωπικών δεδομένων και μόνον ύστερα από προηγούμενη άδεια της Αρχής, και υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις της τηρήσεως του απορρήτου και του περιορισμένου του χρόνου της επεξεργασίας.

Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις όπου κατ' εξισορρόπηση διαφόρων συνταγματικών αξιών διευκολύνεται η άσκηση κατοχυρωμένων από άλλες συνταγματικές διατάξεις δικαιωμάτων, όπως η εξυπηρέτηση της ελεύθερης πληροφορήσεως των ατόμων μέσω του τύπου, περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 περ.

ζ' του ν. 2472/1997 περίπτωση, κατά την οποία όταν η επεξεργασία αφορά τα δεδομένα δημόσιων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η επεξεργασία κατόπιν αδείας της αρχής, που χορηγείται μόνον αν είναι απολύτως αναγκαία αυτή για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Επομένως, στις περιπτώσεις χρήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημοσιογράφους και συγκεκριμένα όταν γίνεται δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων με επερχόμενη από αυτήν προσβολή της προσωπικότητας του ατόμου, καθίσταται αναγκαία η εναρμόνιση των συγκρουόμενων ως άνω θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Προς το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η επαχθής πράξη, (δημοσιοποίηση των ευαίσθητων δεδομένων), πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού υπό την έννοια ότι αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή έστω ηπιότερο μέσο και γ) η προσβολή που προκαλείται πρέπει να είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη ή έστω ανάλογη προς το επιδιωκόμενο όφελος, ποτέ όμως βαρύτερη από αυτήν (ΑΠ 860/2022, ΑΠ 1422/2021).

Περαιτέρω, το ανωτέρω άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. ζ' του ν. 2472/1997 εφαρμόζεται και στα ήδη γνωστά ή δημοσιευμένα ευαίσθητα δεδομένα, εφόσον δεν έχουν δημοσιοποιηθεί από το ίδιο το υποκείμενο, αφού κάθε περαιτέρω επεξεργασία τους συνιστά μία αυτοτελή και πρόσθετη παραβίαση της γενικής απαγόρευσης του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997, αν δεν συντρέχουν μία ή περισσότερες προϋποθέσεις της επιτρεπτής, κατ' εξαίρεση, επεξεργασίας τους, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2472/1997, αφού μια γενική παρέκκλιση από την εφαρμογή της οδηγίας όσον αφορά τις ήδη δημοσιευθείσες πληροφορίες θα καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό την οδηγία αυτή άνευ ουσίας (ΔΕΕ απόφαση Tietosuojavaltuutettu C-73/07 της 16ης Δεκεμεβρίου 2008 σκέψη 48).

Επομένως, η αναδημοσίευση δεδομένων στο διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ. α' και δ' του ν. 2472/1997. Άλλωστε, όσον αφορά την έννοια της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, περιλαμβάνεται σ' αυτή κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και η εργασία που συνίσταται στην αναγραφή σε ιστοσελίδα του διαδικτύου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τέτοια επεξεργασία και μάλιστα αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει.

Ειδικά για το θέμα του αυτοματοποιημένου ή μη της επεξεργασίας, η αναγραφή στοιχείων σε ιστοσελίδα του διαδικτύου προϋποθέτει, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες τεχνικές και μηχανογραφικές διαδικασίες, την εκτέλεση μιας εργασίας τοποθέτησης της σελίδας αυτής σ' ένα διακομιστή του διαδικτύου (server) καθώς και τις αναγκαίες εργασίες, για να μπορούν να έχουν πρόσβαση στη σελίδα αυτή τα πρόσωπα που συνδέονται με το διαδίκτυο, οπότε οι εργασίες αυτές πραγματοποιούνται, τουλάχιστον εν μέρει, κατά τρόπο αυτοματοποιημένο (ΑΠ 1564/2010, ΑΠ 2638/2008 επί ποινικών υποθέσεων).

Επίσης, τα στοιχεία που περιέχονται σε παραπεμπτικό βούλευμα Δικαστικού Συμβουλίου, αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, διότι αφορούν στην ποινική δίωξη των παραπεμπόμενων προσώπων, τα οποία αποτελούν το υποκείμενο των δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αυτό. Τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των προσώπων που παραπέμπονται με βούλευμα, εντάσσονται - περιλαμβάνονται σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 εδ ε' και 3 παρ. 1 του ν. 2472/1997, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται η έννοια του αρχείου, που λειτουργεί ως "πύλη" εισόδου στο ρυθμιστικό πεδίο του ανωτέρω νόμου, καθώς τα αρχεία των παραπεμπτικών βουλευμάτων των Δικαστικών Συμβουλίων αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια ταξινόμησης, βάσει του εκδόσαντος Δικαστικού Συμβουλίου, του αύξοντος αριθμού εκάστου βουλεύματος και του έτους έκδοσης αυτού, αλλά και βάσει αλφαβητικού ευρετηρίου των παραπεμπομένων προσώπων και περιέχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικές διώξεις των φυσικών προσώπων που αυτά αφορούν.

Κατ' ακριβολογία πρόκειται για τμήματα-υποσύνολα ενός συνολικού αρχείου παραπεμπτικών βουλευμάτων της ελληνικής επικράτειας που τηρείται στα επιμέρους Δικαστικά Συμβούλια σε όλη την επικράτεια, με κριτήριο την έδρα του Δικαστικού Συμβουλίου που εξέδωσε το εκάστοτε παραπεμπτικό βούλευμα (ΑΠ 252/2018 ΑΠ 1520/2017).

Τέλος, στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο ψηφίστηκε το Δεκέμβριο 1966, όσο και το άρθρο 11 παρ. 1 της από 10-12-1948 Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κείμενα τα οποία αποτελούν σήμερα υπερεθνικές διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος.

Πλέον, το τεκμήριο αθωότητας έχει λάβει εξέχουσα θέση στο ποινικό δικονομικό δίκαιο της χώρας μας. Παρά ταύτα, μόλις πρόσφατα, πρώτα με το ν. 4596/2019 και έπειτα με την τροποποίηση του ν. 4620/2019, διατυπώθηκε ρητά στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και στο άρθρο 71 αυτού ρητά ορίζεται ότι "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο".

Η φύση του τεκμηρίου αθωότητας είναι σύνθετη, αποτελεί όχι μόνο γενική αρχή και δικονομική εγγύηση αλλά και δικαίωμα του κατηγορουμένου, ανάλογα με την πτυχή του, που κάθε φορά έχει ανάγκη προστασίας. Ως δικαίωμα, αποτελεί ιδιαίτερο δικαίωμα (στοιχείο) της προσωπικότητας του κατηγορουμένου συνιστάμενο στην προστασία του από την πρόωρη απόδοση της ενοχής.

Ως εκ τούτου, όποτε προσβάλλεται το τεκμήριο αυτό, συμπροσβάλλεται παράλληλα και η προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αφού η αθωότητα αυτού προτού καταδικαστεί αμετάκλητα συνιστά συστατικό της τιμής και της υπόληψής του. Ωστόσο, αμφισβητούμενο είναι αν το τεκμήριο αθωότητας δεσμεύει, όχι μόνο τις ενέργειες της δικαστικής εξουσίας και των λοιπών φορέων κρατικών λειτουργιών, αλλά και τους ιδιώτες.

Κατά την ορθότερη άποψη, και αν ακόμη δεν γίνει δεκτό ότι το τεκμήριο αθωότητας ως ατομικό δικαίωμα τριτενεργεί (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), αποδέκτες του τεκμηρίου αθωότητας είναι οπωσδήποτε και οι ιδιώτες, αφού το τεκμήριο αθωότητας συνιστά απόρροια του γενικότερου δικαιώματος της προσωπικότητας το οποίο οφείλουν να σέβονται όλοι κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Συντάγματος, και 57 επ.

του ΑΚ. Επομένως, η παραβίαση του τεκμηρίου από ιδιώτη, όπως όταν λ.χ. γίνεται επίκληση και αποδεικτική χρήση μίας καταδίκης του προσβαλλόμενου προτού αυτός καταδικαστεί αμετάκλητα, δεν θεμελιώνει ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση προστασίας με ιδρυτικό κανόνα ευθύνης το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, διότι δεν υπάρχει ειδική διάταξη αστικού περιεχομένου που να την αναγάγει σε τέτοια αυτοτελή αιτία αποζημιώσεως, όπως λ.χ.

συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 23 ν. 2472/1997 για την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων. Στην περίπτωση της παραβάσεως του τεκμηρίου αθωότητας ιδρυτικός κανόνας της ευθύνης είναι μόνον οι διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ (ΑΠ 1264/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 4/2005). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ακόμη, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 446/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με εσφαλμένη και πλημμελή ερμηνεία των διατάξεων του νόμου, άλλως με ελλιπή, πλημμελή και εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός δεν έχει την ιδιότητα του εκδότη, διευθυντή και κατά το νόμο υπεύθυνου της εφημερίδας με την επωνυμία "..." και της αντίστοιχης ιστοσελίδας "...", που διενεργήθηκε το ένδικο δημοσίευμα, το οποίο περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα του αναιρεσίβλητου, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε η απόφαση αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει και ήταν αναγκαίες για την επάρκειά της, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος, που αφορά στο ίδιο ως άνω κρίσιμο ζήτημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων ήταν επιχειρηματίας νυκτερινών κέντρων, πρώην παράγοντας του ποδοσφαίρου που έχει διατελέσει κατά καιρούς πρόεδρος σε διάφορες ομάδες και Δήμαρχος Βόλου από τον Σεπτέμβριο του 2014.

Τον Δεκέμβριο του 2015 τέθηκε σε αργία λόγω της παραπομπής του σε δίκη για τις αξιόποινες πράξεις της σύστασης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης. Ο εναγόμενος είναι δημοσιογράφος στο Βόλο και ιδιοκτήτης του διαδικτυακού - ειδησεογραφικού ιστότοπου με τίτλο "...". Την παραπάνω ιδιότητα του συνομολογεί ο ίδιος με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του (βλ.

σελ. 2) και επομένως ο ισχυρισμός που πρόβαλε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του στην κρινόμενη αγωγή, εκθέτοντας ότι ιδιοκτήτης είναι ο υιός του και όχι ο ίδιος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στις 31.10.2016 ο εναγόμενος ανήρτησε στο άνω διαδικτυακό ιστότοπο ένα άρθρο σχετικό με την ανωτέρω παραπομπή του ενάγοντος, το οποίο έφερε τον εξής τίτλο : "Για συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης δικάζεται ο Α.

Μ.". Ακολούθως, το κείμενο ανέφερε τα εξής αυτολεξεί : "Έπειτα από αναβολή που πήρε στις 15 Απριλίου, λόγω της αποχής - τότε - των δικηγόρων, το πρωί της Δευτέρας (31/10) θα ξεκινήσει - καλώς εχόντων των πραγμάτων, η δίκη για το σκάνδαλο των στημένων αγώνων που ξέσπασε το καλοκαίρι του 2011, γνωστό και ως Koriopolis. Η υπόθεση είναι νούμερο 4 στο πινάκιο, συνεπώς δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν δοθεί και νέα αναβολή.

Ωστόσο, επειδή έχουν περάσει ήδη πεντέμισι χρόνια από τότε που υφίσταται η υπόθεση στη δικαιοσύνη, το πιθανότερο (αν δεν ξεκινήσει η εκδίκαση), είναι να την εκφωνήσει και να διακόψει για πολύ σύντομη ημερομηνία. Η υπόθεση έχει 84 κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων είναι οι Μ.... και άλλοι. Ως μάρτυρας μετά το απαλλακτικό βούλευμα που εκδόθηκε για εκείνον για την ίδια υπόθεση, έχει κληθεί ο Β.

Μ. , καθώς και άλλοι 69 μάρτυρες, μεταξύ των οποίων οι ... Το κατηγορητήριο κατά του Μ. Ο Α. Μ. είναι βασικός, μεταξύ των 84 συνολικά, κατηγορούμενος για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Στο κατηγορητήριο που περιλαμβάνεται στο βούλευμα του Εισαγγελέα Εφετών κ. Πούλιου, γίνονται αναφορές σε απειλές και εκβιασμούς για την χειραγώγηση αγώνων και "πονταρίσματα" μέσω του ΟΠΑΠ, σε "στημένα παιγνίδια" που είχαν ως αποτέλεσμα την ζημία του Οργανισμού.

Ο Εισαγγελέας περιγράφει σωρεία εγκληματικών ενεργειών χειραγώγησης ποδοσφαιρικών αγώνων, εκβιασμών και απειλών με τον Α. Μ. πρωταγωνιστή της μεγάλης υπόθεσης σε ρόλο συντονιστή εγκληματικής οργάνωσης. Διαβάστε αναλυτικά : (παρατίθεται αυτολεξεί το κατηγορητήριο του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών).

Το ως άνω κατηγορητήριο του παραπεμπτικού βουλεύματος που παραπέμπει τον ενάγοντα σε δίκη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο του ιδίου, κατά την έννοια του Νόμου περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (άρθρο 2 εδ.

β' του ν. 2472/1997).

Περαιτέρω, το παραπάνω παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο περιλαμβανόταν στο αρχείο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και δεν αποδείχθηκε πως ακριβώς περιήλθε στην κατοχή του εναγομένου, υπέστη επεξεργασία και μάλιστα αυτοματοποιημένη, δηλαδή με τη χρήση ηλεκτρονικών και άλλων τεχνικών μηχανικών συστημάτων επεξεργασίας, με αποτέλεσμα να περιληφθεί στο αρχείο της ανωτέρω διαδικτυακής εφημερίδας, με βάση τα αναφερόμενα κριτήρια της παραπάνω ηλεκτρονικής εφημερίδας και να διαδοθεί το περιεχόμενό του στο ευρύ αναγνωστικό κοινό (άρθρο 2 στοιχ.

δ και ε του Ν. 2472/1997). Για τη δημοσίευση δε του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο εναγόμενος, δεν έλαβε τη συγκατάθεση του ενάγοντος, πολλώ δε μάλλον σχετική άδεια του Εισαγγελέως Εφετών, ενόψει της τήρησης αυτού στο αρχείο της Εισαγγελίας. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το παραπάνω κατηγορητήριο είχε δημοσιευτεί πριν την επίδικη δημοσίευση σε άλλες εφημερίδες και επομένως, τα ανωτέρω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έπαυσαν να προστατεύονται από τον ν. 2472/1997, δεν είναι νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κάθε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά μία αυτοτελή και πρόσθετη παραβίαση της γενικής απαγόρευσης του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997 και επομένως, η αναδημοσίευση δεδομένων στο διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ.

δ του ν. 2472/1997 και τυγχάνει προστασίας.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) ... Στην προκειμένη περίπτωση με σχετικό λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η ως άνω επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίου προσώπου, συνδεόμενα με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος και πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά για την άσκηση δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί καταλυτική της αγωγής ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ του ν. 2472/1997, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτη διότι δεν προηγήθηκε προφορική και συνοπτική καταχώρηση αυτής στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρο 591 παρ. 1δ ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρεται με λόγο έφεσης στο παρόν Δικαστήριο, πλην όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 527 ΚΠολΔ, ούτε, εξάλλου, τις επικαλείται.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού η ποινική υπόθεση για την οποία παραπέμφθηκε ο ενάγων δεν σχετίζεται με την δημόσια θέση του ως Δημάρχου Βόλου και οι φερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν τελέσθηκαν στο πλαίσιο των καθηκόντων του, αλλά πριν την εκλογή του, το έτος 2011.

Εξάλλου, η επεξεργασία, η οποία έλαβε χώρα εν προκειμένω, δεν ήταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διόλου αναγκαία για τη διασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Ειδικότερα, δεν θα είχε το αναγνωστικό κοινό έλλειμμα πληροφόρησης, εάν στο παραπάνω δημοσίευμα δεν παρατίθετο το κατηγορητήριο του εν λόγω βουλεύματος, αναφορικά με την παραπομπή σε δίκη του ενάγοντος, για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, που φερόταν να έχει τελέσει, αρκούσε δηλαδή, ενόψει της ιδιότητας αυτού, ως τελούντος σε αργία, Δημάρχου Βόλου για τον λόγο αυτό, η δημοσίευση της είδησης παραπομπής αυτού σε δίκη, κάτι το οποίο ήταν ευρέως γνωστό και είχε απασχολήσει επανειλημμένως το πανελλήνιο.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η δημοσιοποίηση του κατηγορητηρίου χωρίς την συγκατάθεση του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας και ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του η παραπάνω αξιόποινη πράξη, παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος, του άρθρου 281 ΑΚ, του άρθρου 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, προσκρούει στο τεκμήριο της αθωότητάς του, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και παραβιάζει τις διατάξεις του ν. 2472/1997, και έτσι επήλθε προσβολή του άμεσου και απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητάς του, στον ατομικό και επαγγελματικό του χώρο, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος υπήρξε Δήμαρχος Βόλου και περαιτέρω προσβολή της τιμής και της υπόληψής του.

Η παραπάνω προσβολή οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ως ιδιοκτήτης της εν λόγω ηλεκτρονικής εφημερίδας συμπεριέλαβε στο επίδικο δημοσίευμα το κατηγορητήριο του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση του ενάγοντος, φρονώντας ότι υπερτερεί το δικαίωμα του κοινού στην ανωτέρω λεπτομερή πληροφόρηση για τις παραπάνω πράξεις που φέρεται ότι είχε τελέσει και δεν είχε ακόμη δικαστεί, με αποτέλεσμα να προσβάλει ευαίσθητα δεδομένα αυτού, πρωτίστως δε το τεκμήριο αθωότητας του ενάγοντος.

Σημειωτέον δε ότι ο ενάγων στην ποινική δίκη, που εν τέλει διεξήχθη, έχει απαλλαγεί από την εις βάρος του κατηγορία.

Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης της επίδικης ηλεκτρονικής εφημερίδας και ευθυνόμενος αντικειμενικά κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία ο ενάγων υπέστη από την παράνομη προσβολή των ευαίσθητων δεδομένων αυτού, και δη δεδομένων που αφορούσαν την παραπομπή του σε δίκη για το έγκλημα της σύστασης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, από την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας αυτού και της προσωπικότητάς του, με τη δημοσίευση του κατηγορητηρίου του παραπεμπτικού βουλεύματος μέσω της συγκεκριμένης διαδικτυακής εφημερίδας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι παραβιάστηκαν οι ανωτέρω διατάξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι εφέσεως του εναγομένου, με τους οποίους υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι". Ακολούθως το Εφετείο, με την ως άνω αιτιολογία, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2472/1997, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε: Ότι, στις 31-10-2016, ο αναιρεσείων (εναγόμενος), με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη του διαδικτυακού - ειδησεογραφικού ιστότοπου με τίτλο "...", ανήρτησε στον διαδικτυακό ιστότοπο αυτό το ως άνω εκτιθέμενο άρθρο, σχετικό με τη δικαστική παραπομπή του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), το οποίο έφερε τον τίτλο "Για συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης δικάζεται ο Α.

Μ.", στο οποίο παρατίθεται αυτολεξεί η σχετική κατηγορία (κατηγορητήριο) του αντίστοιχου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ότι το ως άνω περιεχόμενο (κατηγορητήριο) του παραπεμπτικού βουλεύματος, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε ο αναιρεσίβλητος για να δικαστεί για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο του ιδίου, κατά την έννοια του νόμου περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ενόψει του ότι αφορά σε ποινική δίωξη (άρθρο 2 εδ.

β' του ν. 2472/1997). Ότι, το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα, το οποίο περιλαμβανόταν στο αρχείο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, υπέστη επεξεργασία και μάλιστα αυτοματοποιημένη, δηλαδή με τη χρήση ηλεκτρονικών και άλλων τεχνικών μηχανικών συστημάτων επεξεργασίας, με αποτέλεσμα να περιληφθεί στο αρχείο της ανωτέρω διαδικτυακής εφημερίδας, ως στοιχείο αυτής, για να διαδοθεί το περιεχόμενό του στο ευρύ αναγνωστικό κοινό (άρθρο 2 στοιχ.

δ' και ε' του ν. 2472/1997). Ότι για τη δημοσίευση αυτή του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο αναιρεσείων, δεν έλαβε τη συγκατάθεση του αναιρεσίβλητου, ούτε τη σχετική άδεια του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, ενόψει της τήρησης αυτού στο αρχείο της Εισαγγελίας. Επίσης, ότι η ποινική υπόθεση για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσίβλητος δεν σχετίζεται με τη δημόσια θέση του ως Δημάρχου Βόλου και οι σχετικές αξιόποινες πράξεις δεν φέρονται ότι τελέσθηκαν στο πλαίσιο των καθηκόντων του, αλλά πριν την εκλογή του, το έτος 2011, καθώς και ότι η επεξεργασία, η οποία έλαβε χώρα στην περίπτωση αυτή, δεν ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, ενόψει του ότι το αναγνωστικό κοινό δεν θα είχε έλλειμμα πληροφόρησης, εάν στο ως άνω δημοσίευμα δεν παρατίθετο κατά λέξη η σχετική κατηγορία (κατηγορητήριο) του εν λόγω βουλεύματος, αναφορικά με την παραπομπή σε δίκη του αναιρεσίβλητου, για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, που φερόταν να έχει τελέσει, αρκούσε δηλαδή, ενόψει της ιδιότητας αυτού, ως τελούντος σε αργία, Δημάρχου Βόλου για τον λόγο αυτό, η δημοσίευση της είδησης παραπομπής αυτού σε δίκη, κάτι το οποίο ήταν ευρέως γνωστό και είχε απασχολήσει επανειλημμένως το πανελλήνιο.

Ότι η ως άνω δημοσιοποίηση της σχετικής κατηγορίας (κατηγορητηρίου), χωρίς την συγκατάθεση του αναιρεσίβλητου, κατά τη διάρκεια της ποινικής προδικασίας και ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του η αντίστοιχη ποινική διαδικασία, παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος, του άρθρου 281 του ΑΚ, του άρθρου 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, προσκρούει στο τεκμήριο της αθωότητάς του, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, καθώς και τις διατάξεις του ν. 2472/1997, και έτσι επήλθε προσβολή του άμεσου και απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητάς του, στον ατομικό και επαγγελματικό του χώρο, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος υπήρξε Δήμαρχος Βόλου και περαιτέρω προσβολή της τιμής και της υπόληψής του.

Ότι η προσβολή αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ως ιδιοκτήτης της εν λόγω ηλεκτρονικής εφημερίδας συμπεριέλαβε στο ένδικο δημοσίευμα το ως άνω κατηγορητήριο του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση του αναιρεσίβλητου, φρονώντας ότι υπερτερεί το δικαίωμα του κοινού στην ανωτέρω λεπτομερή πληροφόρηση για τις ανωτέρω πράξεις που φέρεται ότι είχε τελέσει και δεν είχε ακόμη δικαστεί, με αποτέλεσμα να προσβάλει ευαίσθητα δεδομένα αυτού, πρωτίστως δε το τεκμήριο αθωότητάς του, ενόψει και του ότι ο αναιρεσίβλητος στη σχετική ποινική δίκη έχει απαλλαγεί από την εις βάρος του κατηγορία.

Τέλος, ότι ο αναιρεσείων, ως ιδιοκτήτης της ανωτέρω ηλεκτρονικής εφημερίδας και ευθυνόμενος αντικειμενικά, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία ο αναιρεσίβλητος υπέστη από την παράνομη προσβολή των ευαίσθητων δεδομένων αυτού, και ειδικότερα δεδομένων που αφορούσαν την παραπομπή του σε δίκη για το έγκλημα της σύστασης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, από την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας αυτού και της προσωπικότητάς του, με τη δημοσίευση του περιεχομένου (κατηγορητηρίου) του παραπεμπτικού βουλεύματος μέσω της συγκεκριμένης διαδικτυακής εφημερίδας.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (με διττό σκέλος) λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων (ιδίως του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. ζ' του ν. 2472/1997), αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το εν λόγω δημοσίευμα δεν αποτελεί περίπτωση παράνομης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αφενός το ανωτέρω κατηγορητήριο, ήδη, είχε δημοσιευτεί, πριν την ένδικη δημοσίευση, σε άλλες εφημερίδες και ιστοτόπους και αφετέρου το περιεχόμενο του είχε γνωστοποιηθεί από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο σε προηγούμενες συνεντεύξεις στον τύπο.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο Ι), τα ανωτέρω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν έπαυσαν να προστατεύονται από τις διατάξεις του ν. 2472/1997, έστω και στην περίπτωση της επικληθείσας εκ νέου δημοσίευσης (αναδημοσίευσης) καθόσον, κάθε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστά μία αυτοτελή και πρόσθετη παραβίαση της γενικής απαγόρευσης του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2472/1997, ως εκ τούτου, η αναδημοσίευση δεδομένων στο διαδίκτυο συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχ.

δ' του ν. 2472/1997 και τυγχάνει προστασίας, όπως ως άνω ορθώς δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Μάλιστα, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (δεύτερος), κατά το μέρος του που αφορά την επικληθείσα προηγούμενη γνωστοποίηση από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο του περιεχομένου του εν λόγω δημοσιεύματος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ενόψει του ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι τα σχετικά προσωπικά δεδομένα είχαν γνωστοποιηθεί από αυτόν (αναιρεσίβλητο).

Επίσης, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και με ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό του και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του περί εξαιρέσεως της ως άνω προστασίας από την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, που αφορά τα δημόσια πρόσωπα όπως ο αναιρεσίβλητος ως Δήμαρχος Βόλου, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, η σχετική επεξεργασία αυτών πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος (άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ, ζ' του ν. 2472/1997).

Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, εκτός από αβάσιμος, κατά τα προεκτεθέντα, είναι και αλυσιτελής. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης και την αντίστοιχη ένσταση, εκτός ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την ως άνω παρατεθείσα αιτιολογία, και ως απαράδεκτη, γιατί δεν προβλήθηκε νομίμως κατ' άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όμως, με τον ανωτέρω λόγο (τρίτο) της αναίρεσης δεν πλήττεται η ως άνω επάλληλη αιτιολογία (περί απαραδέκτου). Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης (τρίτος) κατά το μέρος του που πλήττει μόνον τη μία από τις ως άνω αιτιολογίες (περί κατ' ουσίαν αβασίμου) καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 και 10 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με σχετική ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό του και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του, που αφορά την ανωτέρω παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσίβλητου, χωρίς να προβεί σε στάθμιση αυτού (τεκμηρίου αθωότητας) με το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει και τη μετάδοση πληροφοριών μέσω του τύπου, περίπτωση η οποία αφορά, κατά τους ισχυρισμούς του, και το εν λόγω δημοσίευσα μέσω του ως άνω ιστοτόπου.

Ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ποινική υπόθεση, την οποία αφορούσε το ως άνω δημοσιευθέν παραπεμπτικό βούλευμα, δεν σχετίζεται με τη δημόσια θέση του αναιρεσίβλητου ως Δημάρχου Βόλου και οι σχετικές αξιόποινες πράξεις δεν φέρονται να τελέσθηκαν στο πλαίσιο των καθηκόντων του, αλλά πριν την εκλογή του, το έτος 2011, καθώς και ότι η ως άνω επεξεργασία των προαναφερθέντων ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, δεν ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, ενόψει του ότι το αναγνωστικό κοινό δεν θα είχε έλλειμμα πληροφόρησης, εάν στο εν λόγω δημοσίευμα δεν περιλαμβανόταν ολόκληρη η σχετική κατηγορία της παραπομπής σε δίκη του αναιρεσίβλητου, για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, αφού αρκούσε, η δημοσίευση της είδησης παραπομπής αυτού σε δίκη, που αποτελούσε πληροφορία ευρέως γνωστή στο κοινό και είχε απασχολήσει επανειλημμένως αυτό.

Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη στην ως άνω επικληθείσα στάθμιση του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσίβλητου με το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, που αφορά την ως άνω διαδικτυακή εφημερίδα. Επισημαίνεται ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η σχετική ευθύνη του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται μόνον στην παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, που όπως προεκτέθηκε (υπό στοιχείο Ι) δεν θεμελιώνει ιδιαίτερη και αυτοτελή αξίωση προστασίας με ιδρυτικό κανόνα το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αλλά δέχθηκε ότι η σχετική ευθύνη του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται, συνδυαστικά, στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 25 του Συντάγματος, του άρθρου 281 του ΑΚ, του άρθρου 10 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης, στο τεκμήριο της αθωότητάς του (άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), καθώς και του ν. 2472/1997, που αφορά προσβολή του άμεσου και απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, στον ατομικό και επαγγελματικό του χώρο, καθώς και προσβολή της τιμής και της υπόληψής του.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (τέταρτος), με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις (άρθρα 6 και 10 της ΕΣΔΑ), περιλαμβάνοντας επαρκή προς τούτο αιτιολογία.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει, με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση, σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία, κατά νόμο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 824/2022, ΑΠ 727/2017, ΑΠ 781/2017, ΑΠ 845/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009).

Η ανωτέρω διάταξη, όμως, αφορά "ισχυρισμούς" και όχι εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 518/2022, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 133/2018, ΑΠ 318/2017).

Εξάλλου, αυτονόητη προϋπόθεση της παραβίασης της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης) από αδικοπραξία (άρθρο 932 του ΑΚ) και συνακόλουθα ίδρυσης του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι ο καθορισμός αυτής είτε σε ιδιαίτερα χαμηλά, είτε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα να έγινε από το δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μετά από έρευνα από αυτό της ουσίας της διαφοράς κατά το εν λόγω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης και, αφού το τελευταίο έλαβε υπόψη του, με βάση τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική, προσωπική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς, όμως, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού να τηρήσει την ως άνω αρχή (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/201, ΑΠ 405/2017).

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει μεταβιβασθεί σε αυτό, με λόγο έφεσης, το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνακόλουθα αυτό δεν κατέστη αντικείμενο της έκκλητης δίκης, με συνέπεια να περιορισθεί στο να προσδιορίσει το ύψος αυτής στο ποσό που είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί, χωρίς περαιτέρω να προβεί στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ως προς το κεφάλαιο αυτό (ΑΠ 1131/2023).

Τέλος, επισημαίνεται ότι ο καθορισμός, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2472/1997, για την περίπτωση που κατά παράβαση του νόμου αυτού προκλήθηκε ηθική βλάβη, ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως (2.000.000 δραχμών και ήδη 5.869,40 ευρώ) αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και τη θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας, ως προς τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως και δεν πρέπει να εφαρμόζεται από το δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια του προσδιορισμού στο καθοριζόμενο από αυτήν ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως, όχι κρίνοντας αυτήν ως εύλογη, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, όταν το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού (ΑΠ 1750/2024, ΑΠ 252/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι δεν είχε μεταβιβασθεί σ' αυτό, με λόγο έφεσης, το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που αφορούσε την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στον αναιρεσίβλητο, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, σχετικά με την προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό του οφειλομένου σε αυτόν ποσού (7.000 ευρώ), καθόσον δεν έλαβε υπόψη του, κατά τους ισχυρισμούς του, τις επιμέρους συνθήκες της εν λόγω προσβολής των προσωπικών δεδομένων του, όπως ειδικότερα τις εξέθεσε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Ωστόσο, ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν είχε προσβληθεί η εκκαλουμένη (πρωτόδικη) απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδικάσθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τη διαφορά, ως προς το κεφάλαιο αυτό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο ΙΙ) η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, ότι το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης είχε μεταβιβασθεί με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και, συνακόλουθα, είχε ήδη καταστεί αντικείμενο της έκκλητης δίκης, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αυτό δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (που κατέθεσε προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. κατά της υπ' αριθ. 28/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ