Legislator Case Law & Legislation
2116/2014 AI generated

2116/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2116/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/12/2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2116/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι/...II..." αφού η εν λόγω παραδοχή, αναφερομένη στη μη προσκομιδή έγγραφης απόδειξης του εν λόγω, κρισίμου για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της καταβολής του ποσού των 85.000ευρώ, δεν αποκλείει απόδειξη αυτού (ισχυρισμού) προκύπτουσα από άλλο αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση), όπως στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία και κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης " ...

Keywords

AI generated
registration of construction lien sale with installation obligation architect agreement real estate transaction purchase off-plan construction contract award
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2116 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2116/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φαρμάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/12/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 5/2004, ΑΠ 860/2006). Κατ' ακολουθίαν αυτών και ενόψει αφενός της επισπεύσεως της συζήτησης της υπό κρίση, από 8-12-2013 και με αριθμ. κατάθ. 32/13, αιτήσεως αναιρέσεως της 71/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων από τον αναιρεσείοντα (βλ. μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της παραπάνω αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτού από 19-6-2014 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή) και αφετέρου της μη εμφανίσεως του τελευταίου (αναιρεσείοντος) κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ουδέ καταθέσεως της από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δηλώσεως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Από τη διάταξη του αρθρ.559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς, τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση του αγωγικού της δικαιώματος, ισχυρισμούς (πράγματα) αφενός περί καταρτίσεως της ένδικης μεταξύ αυτής ως εργοδότριας, και του ιδίου .

ως εργολάβου σύμβασης έργου και αφετέρου περί καταβολής από την πρώτη στον τελευταίο, προς εξόφληση της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, του ποσού των 85.000 ευρώ, χωρίς να προσκομιστεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους της βαρυνομένης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, από την ...

ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (αναιρεσείοντος )και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ..." κρίση, η οποία δεν αναιρείται από την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης "είναι βέβαια γεγονός ότι οι ενάγουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει έγγραφη απόδειξη καταβολής των ποσών αυτών, όμως το δικασμένο πείθεται περί αυτής (καταβολής) ενόψει :

Ι/...II..." αφού η εν λόγω παραδοχή, αναφερομένη στη μη προσκομιδή έγγραφης απόδειξης του εν λόγω, κρισίμου για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της καταβολής του ποσού των 85.000ευρώ, δεν αποκλείει απόδειξη αυτού (ισχυρισμού) προκύπτουσα από άλλο αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση), όπως στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία και κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης " ...

η δημιουργία δικονομικής πεποιθήσεως περί της καταβολής του ως άνω ποσού στηρίζεται στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση την οποία έδωσε ο Κ. Μ., ο οποίος γνωρίζει από ιδία αντίληψη ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο, με επί μέρους καταβολές, το συνολικό ποσό των 85.000 ευρώ...".

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' β' και γ... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ 2 εδαφ β' ΚΠολΔ που, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση ειρηνοδικείου ή μονομελούς Πρωτοδικείου, συνάγεται ότι ως δικάσιμος πριν από την οποία πρέπει να έχουν συνταχθεί οι ένορκες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου βεβαιώσεις, για να ληφθούν υπόψη στην πρωτοβάθμια ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία ή στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, (αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των δικαστηρίων αυτών) νοείται η ημέρα, η οποία έχει οριστεί για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αντιστοίχου πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, να έχουν συνταχθεί 1) πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης, ενώπιον του αντίστοιχου δικαστηρίου στο οποίο προσκομίζονται και 2) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές.

Αν κατά την πρωτοβάθμια ή τη δευτεροβάθμια διαδικασία το αντίστοιχο δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσκομίζονται τέτοιες βεβαιώσεις τις λάβει υπόψη του, ενώ για τη λήψη τους δεν έχουν τηρηθεί οι δύο, αυτές προϋποθέσεις, ή οποιαδήποτε απ' αυτές, λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφ. α1 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Επομένως, το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της έφεσης. (ΑΠ 1310/2005, ΑΠ 509/2011, 771/2010, ΑΠ 964/2007).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ 11 α ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη την από την αναιρεσίβλητη, μετ' επικλήσεως, προς υποστήριξη της έφεσης της προσκομισθείσα και ενώπιον της Σ/φου Ιωαννίνων Μυρτώς Σπύρου (ύστερα από νομότυπη κλήτευση του)δοθείσα υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση παρά το γεγονός ότι αυτή, έχοντας ληφθεί όχι πριν αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας αντικρούσεως) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποτελούσε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο μπορεί, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθ. 529 παρ 1α ΚΠολΔ, να λάβει υπόψη και τις νομοτύπως ενώπιόν του προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι και πριν τη συζήτηση της έφεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, οι οποίες καθορίζουν λεπτομερώς και σε λογική αλληλουχία και ενότητα την ευθύνη του εργολάβου ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέστηκε απ' αυτόν, σαφώς προκύπτει ότι, ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής (688 ΑΚ), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή ελλείψεως των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών, την αναστροφή της σύμβασης (689 ΑΚ) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται τόσο σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, (ο εργοδότης δικαιούται) αντί αναστροφής ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.(ΑΠ 403/2000).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ1 αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 7/06, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13,ΑΠ 495/13).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από ~η$ παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495, 467/2013).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 681 και 688 ΑΚ έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ' αυτού, ως εργολάβου, ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσίβλητης-εργοδότριας περί μειώσεως της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής λόγω επουσιωδών ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος έργου δεχθείσα, με ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες αφενός την κατάρτιση της, προς θεμελίωση αυτής (αγωγής) επικαλούμενης, σύμβασης έργου και αφετέρου τη συνδρομή των απαιτουμένων για την κατάφαση της ενδοσυμβατικής, με βάση τις παραπάνω διατάξεις, ευθύνης του ως εργολάβου προϋποθέσεων παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά, πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την εφαρμογή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τα παρακάτω : " Η ενάγουσα είναι κυρία μίας διώροφης οικίας με υπόγειο συνολικό εμβαδόν 60 τμ, που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 30 τ.μ.

και βρίσκεται επί της ... των Ιωαννίνων. Το τέλος του έτους 2007 η ενάγουσα αποφάσισε να προβεί στην ανακατασκευή - ανακαίνιση της οικίας. Ήταν γνωστή, από την Εκκλησία, στην οποία εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή, με τη μητέρα του εναγομένου, ο οποίος είναι μηχανικός και ασχολείται και με οικοδομικές εργασίες και έτσι, μέσω της μητέρας του εναγομένου η ενάγουσα ήλθε σε επαφή μαζί του, προκειμένου να εκτελέσει τις διάφορες εργασίες στην οικοδομή.

Περί τούτου κατέθεσε σχετικώς και η μάρτυρας ανταποδείξεως Ν. Τ., σύζυγος του εναγομένου, συνομολογείται δε και από τον εναγόμενο στις προτάσεις του. Η συνάντηση των διαδίκων έγινε στην επίδικη οικία τις αρχές του Ιανουαρίου του 2008, παρουσία και του μάρτυρα αποδείξεως και ανεψιού της ενάγουσας Λ. Λ., όπως τούτο κατατέθηκε και από τη μάρτυρα ανταποδείξεως.

Η παρουσία του μάρτυρα αυτού κρίθηκε απαραίτητη από την ενάγουσα, όχι επειδή ο ανεψιός της είχε ειδικές γνώσεις για οικοδομικές εργασίες, αλλά επειδή η ενάγουσα είναι μεγάλη σε ηλικία τότε ήταν 80 ετών) και χωρίς οικογένεια. Εκεί συμφωνήθηκαν οι εργασίες που θα γίνονταν στην οικοδομή καθώς και η αμοιβή του εναγομένου στο ποσό των 60.000 ευρώ περίπου.

Για τις ανωτέρω συμφωνίες σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του ως άνω αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα αποδείξεως, κατά της αξιοπιστίας του οποίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο. Ειδικότερα ο μάρτυρας αυτός, παρά τη στενή συγγενική του σχέση με την ενάγουσα, για το, πολύ καίριο για την κρινόμενη υπόθεση , θέμα των καταβολών προς τον εναγόμενο, που επικαλείται η ενάγουσα, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει πότε δόθηκαν, ούτε και για τον συμφωνηθέντα χρόνο αποπερατώσεως των εργασιών, ενώ περί της καταβολής του ποσού των 85.000 ευρώ κατέθεσε ότι τούτο το γνωρίζει από την ίδια την ενάγουσα.

Από τα στοιχεία αυτά το Δικαστήριο συνάγει το συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής στην κατάθεση του, όσα δε ισχυρίζεται ο εναγόμενος περί ανυπαρξίας συμφωνίας για την εκτέλεση του επίδικου έργου, επειδή η ενάγουσα δεν δέχθηκε να εκδώσει σχετική οικοδομική άδεια είναι αβάσιμα. Εξ άλλου η μη κατάρτιση εγγράφου συμφωνίας, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου οφείλεται στην εμπιστοσύνη που έδειξε η ενάγουσα στον εναγόμενο, λόγω της στενής γνωριμίας της με τη μητέρα του και μάλιστα στον κύκλο των εκκλησιαζομένων, δεν αναιρεί τα ανωτέρω.

Ο εναγόμενος άρχισε την εκτέλεση του έργου, το οποίο αποπερατώθηκε σε διάστημα οκτώ (8) μηνών περίπου. Στο διάστημα αυτό η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο σε διάφορα χρονικά διαστήματα χρηματικά ποσά έναντι της αμοιβής του, ήτοι την 8-1-2008 23.000 ευρώ, την 22-2-2008 20.000 ευρώ, την 12-3-2008 15.000 ευρώ, την 28-3-2008 10.000 ευρώ, την 3-4-2008 3.000 ευρώ, την 8-4-2008 4.000 ευρώ, την 17-7-2008 5.000 ευρώ και τον Αύγουστο 2008 πριν την παράδοση του έργου και συνολικά το ποσό των 85.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος, συστοιχιζόμενος με τον ισχυρισμό του ότι δεν καταρτίστηκε καν σύμβαση έργου, ισχυρίζεται ότι δεν εισέπραξε από την ενάγουσα κανένα χρηματικό ποσό. Είναι βέβαια γεγονός ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει καμία έγγραφη απόδειξη πληρωμής των ποσών αυτών. Όμως το Δικαστήριο πείθεται περί της καταβολής των ποσών αυτών στον εναγόμενο εκ μέρους της ενάγουσας.

Και τούτο διότι : Ι/...

ΙΙ/... III.../IV/ ...κυρίως όμως η δημιουργία δικανικής πεποιθήσεως περί της καταβολής των ως άνω ποσών στηρίζεται στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, την οποία έδωσε ο Κ. Μ. του Σ.. Ο τελευταίος είναι ανεψιός της ενάγουσας και κατέθεσε ότι από πληροφορίες από την ενάγουσα, αλλά και τον εξάδελφο του -μάρτυρα αποδείξεως-πληροφορήθηκε για τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως έργου και για την συμφωνηθείσα αμοιβή του εναγομένου στο ποσό 55.000 ευρώ περίπου.

Περαιτέρω κατέθεσε ότι από ιδία αντίληψη γνωρίζει ότι η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο, με επί μέρους καταβολές, το συνολικό ποσό των 85.000 ευρώ. Τη γνώση του αυτή στηρίζει στο ότι αυτός συνόδευε την ενάγουσα στην τράπεζα, προκειμένου να προβεί στην ανάληψη των χρηματικών ποσών, στη συνέχεια δε τη μετέφερε με το αυτοκίνητο του στο γραφείο του εναγομένου στην οδό ..., όπου η ενάγουσα του κατέβαλλε τα ποσά αυτά και ακολούθως τη μετέφερε στο μισθωμένο σπίτι της στην Ανατολή Ιωαννίνων.

Τέλος δε κατέθεσε ότι, μάλιστα, μία φορά πήγε και αυτός στο γραφείο του εναγομένου, όπου η ενάγουσα του παρέδωσε ενώπιον του το ποσό των 20.000 ευρώ. Στην απορία του ως άνω μάρτυρα γιατί δεν ζητάει από τον εναγόμενο αποδείξεις, η ενάγουσα απάντησε ότι του έχει πλήρη εμπιστοσύνη και ότι θα της δώσει στο τέλος συνολική απόδειξη για ολόκληρο το ποσό.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα εξής: Μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί η εκτέλεση μεταξύ των άλλων και (1) η αντικατάσταση του ξύλινου πατώματος του ισογείου της οικίας με πλακάκια, (2) η κατασκευή καινούριας ξύλινης σκάλας στο εσωτερικό της οικίας, (3) η κατασκευή ξύλινου πατώματος στον πρώτο όροφο και (4) δύο εντοιχισμένων ντουλαπών, (5) η κατασκευή θυρών από αλουμίνιο στην αποθήκη και στην είσοδο, (6) παραθύρων με δύο ανοίγματα (δίφυλλα) και (7) κατασκευή του μπαλκονιού στην πλευρά της κρεβατοκάμαρας από μπετόν και με σκεπή από κεραμίδι και επίστρωση του μπαλκονιού του πρώτου ορόφου με πλακάκια.

Οι εργασίες αυτές αναφέρονται στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, περί αυτών δε κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως. Όμως, όπως προκύπτει από την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση (ιδιωτικής) πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού μηχανικού Φ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι (α) στο ισόγειο το πάτωμα δεν κατασκευάστηκε με πλακάκια, αλλά με πλαστικό υλικό τύπου "Laminate", (β) η εσωτερική σκάλα δεν έγινε από ξύλο, αλλά κατασκευάστηκε από σίδηρο γ) το πάτωμα στον πρώτο όροφο δεν έγινε από ξύλο, αλλά από πλαστικό υλικό τύπου "laminate",(δ) αντί για δύο εντοιχισμένες ντουλάπες κατασκεύασε μία ντουλάπα μη εντοιχισμένη, (ε) η πόρτα της αποθήκης δεν έγινε από αλουμίνιο, αλλά από σίδηρο, (στ) τα παράθυρα δεν κατασκευάστηκαν δίφυλλα, με σίτες και ανακλινόμενα, αλλά μονόφυλλα και (ζ) στο μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας είναι κατασκευασμένο από λαμαρίνα με γυάλινο σκέπαστρο, ενώ στο μπαλκόνι που έχει πρόσοψη στον ακάλυπτο χώρο κατασκευάστηκε από λαμαρίνα και με μεταλλικό στέγαστρο και χωρίς επίστρωση με πλακίδια.

Η αξία όλων των εργασιών που έγιναν στην οικία, συμπεριλαμβανομένων του εργολαβικού οφέλους 18% και του ΦΠΑ, ήτοι η εργολαβική αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 57.357 ευρώ. Από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν αμφισβητείται το ύψος του ποσού αυτού, το οποίο άλλωστε προσεγγίζει την αρχικά συμφωνηθείσα αμοιβή του εναγόμενου.

Αν ο εναγόμενος κατασκεύαζε τα ανωτέρω σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί το ύψος της αμοιβής του θα ανερχόταν στο ποσό των : (ι) 5.000 ευρώ για τα ξύλινα πατώματα του ισογείου και του πρώτου ορόφου (διαφορά από το ποσό της αμοιβής με "laminate"-1640 ευρώ-3.360 ευρώ, (ιι) 2.000 ευρώ για την εσωτερική σκάλα (διαφορά από ποσό αμοιβής με τη σιδερένια-530 ευρώ - 1.470 ευρώ,(ιιι) 2.500 ευρώ για την κατασκευή δύο.

εντοιχισμένων ντουλαπών (διαφορά από το ποσό της αμοιβής για μία εντοιχισμένη ντουλάπα-770 ευρώ-1.730 ευρώ, (ιν) 800 ευρώ για την κατασκευή της πόρτας της αποθήκης από αλουμίνιο (διαφορά από το ποσό της αμοιβής για την κατασκευή της πόρτας από σίδηρο-530 ευρώ-270 ευρώ), (ν) 2.100 ευρώ για την κατασκευή των εξώφυλλων των παραθύρων δίφυλλων (διαφορά από την αμοιβή για την κατασκευή τους ως μονόφυλλων-1.960 ευρώ-150 ευρώ) και (νi) 3.000 ευρώ για την κατασκευή του μπαλκονιού του ισογείου με μπετόν και σκέπη από κεραμίδια και επίστρωση του μπαλκονιού του ορόφου με πλακίδια (διαφορά από το ποσό της αμοιβής για την κατασκευή των μπαλκονιών κατά τα προαναφερθέντα-1.070 ευρώ-1.930 ευρώ).

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η κατασκευή της οικίας έγινε με ευτελούς αξίας υλικά και όχι με υλικά πρώτης ποιότητας, όπως είχε συμφωνηθεί, είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν εξειδικεύονται ποια υλικά χρησιμοποιήθηκαν και η αξία των υλικών αυτών. Ενόψει των ανωτέρω η αξία του έργου, αν οι ως άνω εργασίες γινόταν σύμφωνα με τη σύμβαση, ανέρχεται σε 85.000ευρώ, δηλαδή όσα χρήματα κατέβαλε τελικώς η ενάγουσα στον εναγόμενο.

Εξ άλλου η αξία του έργου με τις επίδικες εργασίες, όπως αυτές έγιναν με τα, μη ουσιώδη, ελαττώματα από τον εναγόμενο και αποτιμώνται κατ' είδος στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των (1.640+530+770 + 530 + 1.960+1.070) 6.500 ευρώ, διαμορφώνεται στο ποσό των [85.000 ευρώ-(15.400 ευρώ, αξία εργασιών σύμφωνα με τη σύμβαση-6.500 ευρώ, αξία ελαττωματικών εργασιών=) 8.900 ευρώ] 76.100 ευρώ.

Κατά συνέπεια η αμοιβή του εναγομένου την οποία έχει καταβάλει ήδη η ενάγουσα (85.000 ευρώ) πρέπει να μειωθεί κατά την αναλογία των δύο ως άνω ποσών 76.100/85.000 και να διαμορφωθεί στο ποσό των (76.100/85.000Χ 85.000) 76.100 ευρώ." Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρα 681.688ΑΚ) διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα τη μείζονα πρόταση των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου με τις υποστηρίζουσες αυτό ως άνω ορθές παραδοχές τόσο περί της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων της ένδικης εργολαβικής σύμβασης και της καταβολής προς τον αναιρεσείοντα εργολάβο του συνολικού ποσού των 85.000 ευρώ δεχθείσα σχετική περί αυτών απόδειξη προκύψασα από τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού όσο και περί της συνδρομής των απαιτουμένων, για την κατάφαση της, με βάση τους εν λόγω κανόνες, προβλεπομένης ενδοσυμβατικής ευθύνης του αναιρεσείοντος εργολάβου, προϋποθέσεων και ειδικότερα της υπάρξεως στο εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο επουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία δεν αναιρούν αλλά παραβλάπτουν τη χρήση αυτού και δικαιολογούν την αιτουμένη ανάλογη μείωση της καταβληθείσας εργολαβικής αμοιβής, με αποτέλεσμα να ελέγχονται αρνητικά, κρινόμενες απόρριπτες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-12-13 και με αριθμ. καταθ. 32/2013 αίτηση αναίρεσης της 71/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ