2116/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2012 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2116/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 3/2006, 23/2004,11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Full text
Απόφαση 2116 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2116/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. του Ι., 2) Ι. Μ. του Ι., 3) Ε. Κ. του Θ., 4) Ν. Κ. του Μ., 5) Γ. Γ. του Ι., 6) Σ. Α. του Α., 7) Γ. Π. του Β., 8) Α. Ζ. του Α., 9) Μ. Γ. του Α., 10) Κ. Π. του Γ., 11) Ι. Μ. του Α., 12) Δ. Λ. του Σ., 13) Α. Κ. του Γ., 14) Δ. Κ. του Φ., 15) Π. Κ. του Α., 16) Ν. Α. του Σ., 17) Μ. Γ. του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ" που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 399/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-4-2012 αίτησης των Λ. Μ. κλπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 399/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. ...|27-2-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης …, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης των Λ. Μ. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 399|2011 απόφασης του Εφετείου Θράκης, καθώς και της πράξης του Προέδρου του Τμήματος αυτού, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος αυτής η 22-10-2013, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Δήμο Ξάνθης. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα, κατά την, από το οικείο πινάκιο εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει να δικασθεί ερήμην, και να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτησή της παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.
Α.Π. 3/2006, 23/2004,11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λ.π., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ./496/1974, 3 ν.31/1968, 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και τις διατάξεις του άρθρου 276 του Ν. 3463|2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων)," οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων.
Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδα του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, πρβλ ΑΕΔ 9/2009 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974).
Επίσης, η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι, "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΕΔ 1|2012,πρβλ Ολ.
ΑΠ 2/2011, Α.Π. 1047|2012, ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974). Σύμφωνα, επομένως, με αυτά, το εφετείο, που δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων- αναιρεσειόντων, για καταβολή εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Δήμου δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων αδείας -εορτών και εργασίας κατά τα Σάββατα και εορτές, καθώς και για νυχτερινή εργασία, υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 Ν. 2362| 1995 και, στη συνέχεια, απέρριψε, ως αβάσιμο, τον σχετικό λόγο εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ως παραγεγραμμένες, τις απαιτήσεις για το έτος 2004, καθόσον για αυτές είχε συμπληρωθεί η διετία, κατά την άσκηση (επίδοση) της αγωγής, ορθά τη διάταξη αυτή ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και τις σχετικές του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.
του Συντάγματος, και αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου, πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ακολούθως, οι περί του αντιθέτου λόγοι της ένδικης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Συνεπώς, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2012 αίτηση των Λ. Μ. κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 399|2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ