Legislator Case Law & Legislation
2116/2009 AI generated

2116/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2116/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1776/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2116/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των άρθρων 980, 981, 982, 984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο συγκύριος από κληρονομία κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει αυτό για λογαριασμό και των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν καταστήσει γνωστό ότι νέμεται ολόκληρο το κοινό ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2116 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2116/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φίλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ψ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλλιακούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1776/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 14-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 980, 981, 982, 984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ προκύπτει ότι αν ο συγκύριος από κληρονομία κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει αυτό για λογαριασμό και των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εκτός αν καταστήσει γνωστό ότι νέμεται ολόκληρο το κοινό ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Όμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκουσίας παραδόσεως της νομής βάσει άτυπης συμφωνίας μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κατέχων το κοινό εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε υπόλοιποι που μετείχαν στη σχετική συμφωνία αποδέχθηκαν τη βούληση αυτή (Α.Π. 485/1982 Ολ.).

Εξάλλου από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του Α.Κ με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, πρέπει, για το παραδεκτό, σε σχέση με τον χρόνο, προβολής της, να προταθούν, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην αποδοχή αυτής.

Διαφορετικά η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εάν δε τα περιστατικά αυτά έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο πληρέστερα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση αυτή, εκτός εάν, κατά τα άρθρα του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) δεν προτάθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από δικαιολογημένη αιτία, 4) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 5) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Από αυτά παρέπεται ότι είναι απαράδεκτη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο η προβολή για πρώτη φορά με το δικόγραφο της εφέσεως ενστάσεως ιδίας κυριότητας, που προτείνεται προς απόκρουση διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος, του οποίου έγινε δεκτή η αγωγή, χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την βραδεία προβολή της.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β. του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν τούτοις η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου αυτού, μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επιρροή δεν ασκεί ο αόριστος, και γενικά ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός, διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα πράγματα εξομοιώνονται με τα μη προταθέντα.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, κατά παραδοχή της οποίας απορρίφθηκε η ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του ακινήτου αυτού αγωγή του αναιρεσείοντος.

Από την επισκόπηση, της αγωγής, των προτάσεων του αρχικού εναγομένου Ψ ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της πρωτοβάθμιας απόφασης, της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, και της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων - αναιρεσείων με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι η μητέρα του ΑΑ, με το ...

συμβόλαιο γονικής παροχής της σ/φου Κολινδρού Σταυρούλας Μπαγλαζή - Κανδήλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολινδρού στον τόμο ... και αριθμό ..., μεταβίβασε σ' αυτόν την κυριότητα ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, κατά ποσοστό 7/30 εξ αδιαιρέτου, ότι η μητέρα του είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, κατά μεν τα 6/30 ποσοστά εξ' αδιαιρέτου, δυνάμει του ...

τίτλου κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας Νομαρχίας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, κατά δε το ποσοστό του 1/30 εξ' αδιαιρέτου, εκ της εξ' αδιαθέτου διαδοχής του αδελφού της ΒΒ, που αποβίωσε το έτος 1940, στον οποίο είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο, κατά το ανωτέρω ποσοστό, δυνάμει του ιδίου ως άνω παραχωρητηρίου της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., άλλως ότι απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ' αδιαιρέτου, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα στην αγωγή λεπτομερώς εκτιθέμενα.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά του επί του επιδίκου. Ο αρχικός εναγόμενος Ψ με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε, άνευ υποβολής αιτήματος απορρίψεως της αγωγής για τον λόγο αυτόν, ότι το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα στον πατέρα του ΓΓ, ο οποίος διέμενε εκεί με τη σύζυγο εκείνου και μητέρα του ΔΔ και ότι από του έτους 1973, έτος κατά το οποίο απεβίωσε η μητέρα του ΔΔ, ενώ και ο ΓΓ είχε αποβιώσει κατά το έτος 1933, ολόκληρο το ως άνω ακίνητο με την ευρισκομένη σ' αυτό κατοικία και την αποθήκη, νεμήθηκε ο ίδιος με διάνοια κυρίου μέχρι τις 17.12.2000, χωρίς όμως και να ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατέστησε γνωστό στους λοιπούς συγκοινωνούς ότι νέμεται ολόκληρο το κοινό ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ή ότι του παραδόθηκε η νομή του επιδίκου βάσει άτυπης συμφωνίας μεταξύ των συγκυρίων και ότι από της κατά το έτος 1973 καταρτίσεώς της νεμήθηκε το επίδικο 'εν γνώσει των λοιπών συγκυρίων'.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τον αναιρεσείοντα συγκύριο του επιδίκου ακινήτου κατά τα ως άνω ποσοστά. Με την έφεση τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν το πρώτον ότι ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχός τους είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς και του διεκδικουμένου ιδανικού μεριδίου, το οποίο ανήκε στην μητέρα του αναιρεσείοντος, ως νεμόμενος εξ' ολοκλήρου το επίδικο για τον εαυτό του και εν γνώσει των λοιπών συγκυρίων, ήτοι και της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΑΑ, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1973 τουλάχιστον μέχρι του έτους 2000.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και την ένσταση της χρησικτησίας, δέχθηκε ότι όλοι οι συγκληρονόμοι της ΔΔ, που ήταν μαζί με τον εναγόμενο, ως και την μητέρα του ενάγοντος, οι μόνοι εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της είχαν σιωπηρά συμφωνήσει και αποδεχθεί την εκδηλωθείσα σαφώς μετά τον θάνατό της (1973) βούληση του αρχικού εναγομένου να νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό όλο το επίδικο ακίνητο, μολονότι ο αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επικαλεσθεί με την έφεσή τους ρητώς την ύπαρξη τέτοιας (σιωπηράς) συμφωνίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός προτάθηκε απαραδέκτως από τους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του Εφετείου με την έφεσή τους, αφού προβλήθηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της εφέσεως, χωρίς αυτοί να επικαλεσθούν τη συνδρομή κάποιου λόγου που να δικαιολογεί τη βραδεία προβολή του (άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, ο οποίος θεμελιώνει την ως άνω ένσταση, που προτάθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά το ιστορικό που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, και που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Eφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 1776/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ