Supreme Court partially allows appeal against conviction, remanding sentence conversion due to lack of specific justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a conviction for forgery, finding a procedural error in the lower court's decision. The Third Criminal Chamber of the Athens Court of Appeal convicted the defendant but converted the seven-month prison sentence into a fine without providing the specific legal grounds required by law. Consequently, the Court remanded only the portion regarding the sentence conversion for retrial by a different panel, while dismissing the rest of the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216 § 1 of the Penal Code and Article 99 § 1 of the Penal Code; When a court imposes a deprivation of liberty sentence and converts it to a fine, it must specifically justify the refusal to grant a suspension of execution based on the statutory criteria.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2116 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2116/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λοζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του ..., περί αναιρέσεως της 211/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον .....
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/2005.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 Π.Κ., που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ή δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν ή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο.
Κατά την αληθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά την θέληση του δικαιούχου της, εφόσον αυτό γίνεται με τον ως άνω σκοπό παραπλανήσεως, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως δι' άλλου προσώπου και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η εμφάνιση προς πληρωμήν της στην πληρώτρια Τράπεζα.
ΙΙ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, που ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός, προκύπτει ότι επί συναυτουργίας, η οποία είναι νοητή και στην πλαστογραφία, απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 § 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στηρίζουν την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, χωρίς μνεία καθενός από αυτά και τι προέκυψε χωριστά από το καθένα ενώ η μη ορθή εκτίμησή τους δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, καθόσον περί αυτού κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικότερα, τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
IV. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι εμφιλοχώρησαν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού της με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 211/2005 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του) και του ... κατά της 23640/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα, την 25.2.1999, από κοινού με πρόθεση κατήρτισαν πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να είναι έννομες συνέπειες, επιπροσθέτως δε έκαναν χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Συγκεκριμένα, έχοντας κατ' άγνωστο τρόπο στα χέρια τους την υπ' αριθ..... , λευκή ως προς όλα τα στοιχεία της, επιταγή επί της Τράπεζας Εργασίας, συρόμενη επί του ....
λογαριασμού του μηνυτή .... , από την κατοχή του οποίου είχε εκφύγει συνεπεία κλοπής, με πρόθεση και με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε από τον ανωτέρω μηνυτή, από κοινού και τελούντες εν γνώσει ότι πρόκειται για κλεμμένη "λευκή" επιταγή συμπλήρωσαν αυτήν ως προς όλα τα στοιχεία της, θέτοντας επ' αυτής τόπο εκδόσεως την Αθήνα, χρόνο εκδόσεως την 25.2.1999, ποσό αριθμητικώς και ολογράφως τις 700.000 δραχμές, λήπτη τον ...
και στη θέση του εκδότη την υπογραφή, κατ' απομίμηση του μηνυτή ...., εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του ή άλλο δικαίωμα. Ακολούθως, έκαναν χρήση της πλαστής αυτής επιταγής με το να μη θέσουν σε κυκλοφορία, βάζοντας επ' αυτής υπογραφές στις θέσεις πρώτου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφων και δια του ....
να την εμφανίσουν στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμήν, την 25.2.1999, πλην δεν πληρώθηκε λόγω της δηλωθείσης κλοπής. Με βάση τις σκέψεις αυτές το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διάλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
ως προς την από κοινού τέλεση της ανωτέρω πράξεως, από τον αναιρεσείοντα και το ... , είναι σαφείς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τη σύμπραξη αυτών στην τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, καθώς και για τον κοινό δόλο τους, για τον οποίο δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών.
Πλήρης, ειδικότερα, είναι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη χρήση της πλαστής επιταγής, αφού αναφέρεται σ' αυτήν και ο κοινός δόλος των συναυτουργών και ο τρόπος που αυτή τέθηκε σε κυκλοφορία προς είσπραξη, δηλαδή η θέση επ' αυτής υπογραφών στις θέσεις των οπισθογράφων και η εμφάνισή της προς πληρωμήν.
Από τη μνεία, περαιτέρω, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία του (παρόντος) κατηγορουμένου ..., προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων εξ αυτών και, περαιτέρω, ότι έλαβε υπόψη και την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης απολογία του αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο πόρισμά του περί ενοχής του αναιρεσείοντος με βάση την ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ΄ ΚΠοινΔ, διότι το Εφετείο κατέληξε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος με βάση τα στοιχεία της προδικασίας και μόνον, παραβιάζοντας έτσι τις αρχές της δίκαιης δίκης και εκείνες της αμεσότητας και προφορικότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
Κατά το μέρος που με τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. V. Κατά το άρθρο 99 § 1 Π.Κ., αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει, ακόμα και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, επέβαλε στον αναιρεσείοντα στερητική της ελευθερίας ποινή επτά μηνών και ακολούθως, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του με αναφορά των στοιχείων εκείνων που επειδή συνέτρεχαν, απέκλειαν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής, προέβη στη μετατροπή της σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
Έτσι, όμως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η΄ ΚΠοινΔ, κατά το βάσιμο τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός αυτών που την έχουν εκδώσει.
Κατά τα λοιπά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 211/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και δη μόνον ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως σε χρηματική.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αμέσως ανωτέρω περί μετατροπής της ποινής μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση του .... περί αναιρέσεως της ίδιας (με αριθμό 211/2005) αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ