Legislator Case Law & Legislation
2115/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment citing procedural inadmissibility and lack of factual review.

Case Number 2115/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment by the Single Court of Appeal in East Crete. The appellant argued that the lower court erred in law regarding the bank's good faith and failed to examine the facts, but the Court found these grounds inadmissible. The Court ruled that the appeal arguments were either unsupported by law, constituted the lower court's own reasoning, or relied on a premise that the lower court never actually examined during the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 70 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject cassation requests where grounds are inadmissible, unsupported, or based on premises the lower court never examined, as the appeal does not constitute a review of facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds procedural review bank contract dispute good faith defense costs award Single Court of Appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 70 para. 3 of the Law 4601/2019
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2115 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2115/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Βιστάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2011 ανακοπή και τους από 11-9-2015 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από 06.05.2021 (και με αριθμό καταθέσεως 8/06.05.2021) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 97/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (που προέρχεται από τον μετασχηματισμό δια μετατροπής του Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣυνΠΕ"), της οποίας καθολική διάδοχος κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι η ήδη παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙCA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικώς αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας στις 04.09.2024 όταν και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η υπ' αριθμόν ....2024 Απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Δ' Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, Ασφαλιστικών Ανώνυμων Εταιρειών και ΔΕΚΟ της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή της Γενικής Γραμματείας Εμπορείου του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία ενέκρινε την εν λόγω συγχώνευση, και νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμή δίκη (άρθρο 70 παρ. 3 του νόμου 4601/2019) χωρίς να επέρχεται, λόγω της άνω συγχωνεύσεως, διακοπή της δίκης ή να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, ενώ δεν αμφισβητείται η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1196/2018), η οποία, άλλωστε, και αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ....2024 Ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Με την ως άνω -υπ' αριθμόν 97/2020- τελεσίδικη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν -και μόνον κατά το κεφάλαιο που αφορούσε στην προσήκουσα διαδικασία εκδικάσεως της από 28.09.2011 ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος- η από 15.06.2016 έφεση αυτού κατά της υπ' αριθμόν 116/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο είχε δικάσει την ένδικη ανακοπή και τους από 11.09.2015 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1808/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που είχε εκδοθεί εις βάρος του και της από 06.09.2011 επιταγής προς εκτέλεση παρά πόδας του επιδοθέντος αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη ως προς την εσφαλμένη διαδικασία εκδικάσεως της προκειμένης διαφοράς και, ακολούθως, αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι της κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, απορρίφθηκε, όπως και πρωτοδίκως, η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι και επικυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία επιτάσσεται ο αναιρεσείων να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το συνολικό ποσό των 106.520,19 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, για απαίτηση της τελευταίας προερχόμενης από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής, ως παρέχουσα την πίστωση, και του μη διαδίκου Γ.

Χ. ως πιστούχου, σύμβαση πιστώσεως διά ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, της οποίας την εμπρόθεσμη πληρωμή εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου ο αναιρεσείων με σύμβαση παροχής εγγυήσεως και την οποία η καθ' ης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, κατήγγειλε στις 21.07.2011. 2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, άρθρο 74 παρ. 1 ν. 4690/2020), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως τούτο προκύπτει από την από 29.10.2020 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Χ. - Α.

Κ. επί του σώματός της, επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στις 29.10.2020 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης στις 06.05.2021, ήτοι εμπροθέσμως, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ έληγε στις 07.05.2021, ενόψει του ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021), όπως ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν 4792/2021 (ΦΕΚ A' 54/09.04.2021), το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, ήτοι από τις 07.11.2020 έως την 5η.04.2021, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, οι οποίες που ανεστάλησαν, δεν συμπληρώνονται αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 987/2022).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή αν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το κατά το άρθρο 855 του ΑΚ δικαίωμα διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της άνω ρυθμίσεως ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί του θεσπιζομένου με αυτήν ευεργετήματος (ελευθερώσεως), αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια θε προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 εδ.

α' του ΑΚ και θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 174 του ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 296/2017). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες/πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υφίσταται πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867 έως 868 του ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερόμενη κύρια οφειλή ή, ακόμη, όταν δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθιστάμενος μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατό να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σε αυτόν.

Την υπαίτια συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει τον ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021).

Εξάλλου, ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης, τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής (άρθρο 914 του ΑΚ), δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β' του ΑΚ, κατά την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 447/2000). Στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, οπότε στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις εκάστοτε περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας. Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και, επομένως, η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το βαθμό της αμέλειας υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1073/2015). Έτσι, με κριτήριο τη βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαρεία αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαιτέρως σοβαρή (ΑΠ 90/2021, ΑΠ 18/2009, ΑΠ 2193/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του ΑΚ εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει ο ίδιος δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δε συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται.

Κατά την επόμενη διάταξη του άρθρου 868 του ΑΚ, αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, συνεχίζοντας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία.

Αν ο δανειστής δε συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η ελευθέρωση, σύμφωνα με αυτές, του εγγυητή που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο προϋποθέτει η κύρια οφειλή να είναι απαιτητή είτε επειδή αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη είτε επειδή έλαβε χώρα καταγγελία της κύριας συμβάσεως, όπου αυτή προβλέπεται για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή (όπως συμβαίνει στη σύμβαση παροχής πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού), και στη συνέχεια να αξιώσει ο εγγυητής από το δανειστή της απαιτήσεως να προβεί στις προαναφερθείσες ενέργειες, χωρίς ο τελευταίος να συμμορφωθεί στην αξίωση αυτή.

Είναι, βεβαίως, δυνατό, ενόψει του ότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να παραιτηθεί ο εγγυητής, με τη σύμβαση εγγυήσεως, των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατάξεις αυτές. Στην περίπτωση του άρθρου 862 του ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η υπαίτια ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή από τον οφειλέτη, μπορεί ο εγγυητής, λόγω του ενδοτικού δικαίου της διατάξεως αυτής, με αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία, να παραιτηθεί από την ελευθέρωσή του, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, κατά τα προεκτεθέντα.

Στην περίπτωση ελευθερώσεως του εγγυητή κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ δεν τίθεται, κατ' αρχήν, το πταίσμα του δανειστή ως προϋπόθεση του πραγματικού των εν λόγω διατάξεων, όπως απαιτείται για την πλήρωση του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 862 του ΑΚ, αφού της ως άνω επιβαλλόμενης, από το εδ. α' του άρθρου 867 ΑΚ, νόμιμης υποχρεώσεως του δανειστή, προηγείται η πρόσκληση προς αυτόν του εγγυητή να ενεργήσει κατά τους ορισμούς του άρθρου αυτού, συμμορφούμενος προς τη σχετική αξίωσή του. Επομένως, η εκ των προτέρων, με τη σύμβαση εγγυήσεως, παραίτηση του εγγυητή από τα παρεχόμενα από τις παραπάνω διατάξεις δικαιώματα, είναι έγκυρη, επιτρεπόμενη απεριορίστως (ΑΠ 53/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως και όταν, μεταξύ άλλων, αυτή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως, υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικώς ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν το τελευταίο διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, αναγκαίο είναι να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

4.- Ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά τα οικεία σκέλη του, λόγο της ανακοπής του κατά της εις βάρος του εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, προέβαλε την ένσταση ελευθερώσεώς του εκ της εγγυήσεως υπέρ του πρωτοφειλέτη κυρίως κατά το άρθρο 862 του ΑΚ, άλλως και επικουρικώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι από βαρεία αμέλεια της καθ' ης η ανακοπή δανείστριας έγινε αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της από την περιουσία του πρωτοφειλέτη και υιού του.

Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι η καθ' ης δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια για την εξασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεών της και δεν έλαβε τα αναγκαία καταδιωκτικά μέτρα κατά του πρωτοφειλέτη της ούτε επεδίωξε εγκαίρως και προσηκόντως την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, με συνέπεια ο πρωτοφειλέτης να καταστεί αναξιόχρεος και δη μολονότι ο ίδιος, τόσο προφορικώς όσο και εγγράφως, είχε ενημερώσει την καθ' ης για το πραγματικό γεγονός της έγγαμης διάστασης του πρωτοφειλέτη με τη σύζυγό του, η οποία είναι επίσης εγγυήτρια στην ένδικη σύμβαση πιστώσεως και αποκλειστική κυρία του μοναδικού αξιόχρεου περιουσιακού στοιχείου που απέκτησαν διαρκούσης της έγγαμης συμβιώσεώς τους και επί του οποίου ο πρωτοφειλέτης έχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, εντούτοις η καθ' ης επέδειξε αδράνεια και πλήρη αδιαφορία για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της από την περιουσία του πρωτοφειλέτη, αν και όφειλε και μπορούσε να λάβει εγκαίρως εξασφαλιστικά μέτρα εναντίον του, όπως ενέχυρο στην απαίτησή του επί του δικαιώματος συμμετοχής στα αποκτήματα, προσημείωση υποθήκης ή δικαστική μεσεγγύηση επί του άνω ακινήτου.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, είχε αξιώσει από την καθ' ης να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς ή, έστω, να διασφαλίσει εντός μηνός την είσπραξη της απαιτήσεώς της και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία, δηλώνοντάς της συγχρόνως ότι αν δεν συμμορφωθεί με αυτή την αξίωσή του, όπως εν τέλει έγινε, ελευθερώνεται της εγγυήσεως και κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ.

Την ένσταση αυτή, μετά την απόρριψή της κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως. 5.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον παραπάνω λόγο ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, καθώς και τον αντίστοιχο με αυτόν λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Δυνάμει της με αριθμό ...-2008 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του καθ' ου και του πιστούχου, Γ.

Χ. του Ε., υιού του ανακόπτοντος, χορηγήθηκε πίστωση στον τελευταίο μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Υπέρ του πιστούχου, δυνάμει της από ...-2008 σύμβασης παροχής εγγύησης, εγγυήθηκε η σύζυγός του, Μ. Α. του Ν., ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τον πιστούχο, ως αυτοφειλέτης, για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως λογαριασμού.

Υπό τους αυτούς ως άνω όρους, εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου και ο ήδη ανακόπτων, πατέρας του, δυνάμει της από 3-6-2009 σύμβασης παροχής εγγύησης, ευθυνόμενος ομοίως ως αυτοφειλέτης για την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου, παραιτηθείς της ενστάσεως διζήσεως και γενικά κάθε ένστασης που προέρχεται από τις διατάξεις των άρθρων 853, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ, αποδεχόμενος ρητά όλους τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως και στις συμβάσεις παροχής εγγύησης.

Ο πιστούχος έκανε χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης, τηρηθέντων προς τούτο των με αρ. ... και ... λογαριασμών. Σε χρόνο κατά τον οποίο ο πιστούχος είχε έναντι του καθ' ου η ανακοπή ληξιπρόθεσμες οφειλές 100.000 ευρώ περίπου, ο ανακόπτων, πατέρας του και εγγυητής, στις 30-5-2011, κοινοποίησε (βλ. με αρ. ...-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Γ.

Μ.) στον καθ' ου την από 26-5-2011 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση - δήλωσή του μετ' επιφυλάξεως δικαιωμάτων του, δυνάμει της οποίας επικαλούμενος την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης μετά των προσθέτων πράξεων αυτής, το γεγονός της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης του υιού του και πρωτοφειλέτη μετά της συζύγου του και έτερης εγγυήτριας της σύμβασης αυτής, την άσκηση αγωγής διαζυγίου του υιού του κατά της τελευταίας, την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση της συμβάσεως λόγω αδυναμίας του πιστούχου υιού του, με αποτέλεσμα να υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 100.000 ευρώ, κατέστησε γνωστό στον καθ' ου ότι η ως άνω άλλη εγγυήτρια επιχείρησε να απαλλοτριώσει το μοναδικό ακίνητό της, ήτοι ένα οικόπεδο εμβαδού 2. 618,10 τμ επί του οποίου έχει ανεγερθεί δυνάμει της με αρ. 234/2005 οικοδομικής αδείας μία υπερπολυτελής κατοικία, κείμενο στη Ρογδιά Ηρακλείου, το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο κτηθέν κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον υιό του και πιστούχο και επί του οποίου ο τελευταίος διατηρεί βάσιμη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Γνωστοποίησε περαιτέρω στον καθ' ου ότι η ως άνω εγγυήτρια αρνείτο πεισματικά να καταβάλει οιοδήποτε ποσό ως εκ της πιστώσεως και επεδίωκε να αποφύγει τις σε βάρος της συνέπειες από την υπερημερία, ώστε να επωφεληθεί από την πώληση του άνω ακινήτου σε τρίτον, γεγονός που θα λάμβανε χώρα εφόσον ο υιός του δεν είχε αιτηθεί, ως και έγινε δεκτό από το δικαστήριο, να χορηγηθεί προσωρινή διαταγή απαγορεύουσα τη διάθεση του εν λόγω ακινήτου, η δε συζήτησή σχετικής αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων επρόκειτο να λάβει χώρα στις 23-9-2011.

Εξέθετε δε ακόμη ότι η εν λόγω εγγυήτρια είχε ανεύρει αγοραστή για το ακίνητο, αντί τιμήματος 195.000 ευρώ, και ισχυριζόμενος ότι ο καθ' ου οφείλει να προβεί άμεσα στο κλείσιμο του λογαριασμού της πίστωσης και να επιδιώξει εντός μηνός την ικανοποίηση της απαίτησής του από τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος διατηρεί την ανωτέρω αξίωση κατά της εγγυήτριας, προβαίνοντας στην εξασφάλιση της απαίτησής του κατ' αυτόν τον τρόπο με οποιοδήποτε νόμιμο μέσο, δήλωσε ότι επί αδράνειας του αντιδίκου του ελευθερώνεται από τη σύμβαση εγγυήσεως, καθώς η αδυναμία ικανοποίησης της τράπεζας από τον πρωτοφειλέτη θα οφείλετο σε βαριά της αμέλεια και ότι θα αρνείτο με κάθε νόμιμο τρόπο την αναγκαστική είσπραξη του ποσού της οφειλής του πρωτοφειλέτη από τον ίδιο ως μη νόμιμη και κατά κατάχρηση δικαιώματος ασκηθείσα, επιφυλασσόμενος όλων των δικαιωμάτων του, ακόμη και για την ανάκληση της προσημείωσης υποθήκης που βαρύνει ακίνητό του στη θέση "Ανεμαζά", Μαραθίτη Ηρακλείου προς διασφάλιση της ως άνω σύμβασης και των προσθέτων πράξεων αυτής.

Με την επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής του, για την ανωτέρω απαίτηση, ο ανακόπτων, κοινοποίησε στον καθ' ου αντίγραφο της με αριθμό καταθέσεως ΓΑ ΑΣΦ/676/2011 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατ' άρθρο 1402 ΑΚ του υιού του κατά της Μ. Α., με την επ' αυτής εκδοθείσα προσωρινή διαταγή απαγορεύουσα προσωρινά και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως που είχε προσδιορισθεί μετ' αναβολή για τη δικάσιμο της 23-9-2011 κάθε πραγματική και νομική μεταβολή επί του ανωτέρω ακινήτου της, έως του ποσού των 508.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην εκ της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ απαίτησή του έναντί της.

Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο καθ' ου πιστωτικός συνεταιρισμός λίγο χρόνο μετά, κατήγγειλε την σύμβαση πίστωσης και έκλεισε τους τηρηθέντες λογαριασμούς στις 21-7-2011, οι οποίοι παρουσίαζαν κατά την ημερομηνία κλεισίματος χρεωστικά υπόλοιπα ύψους 23.516 και 83.004 ευρώ αντιστοίχως, γνωρίζοντας και ότι απαγορευόταν η διάθεση του ως άνω ακινήτου της άλλης εγγυήτριας μέχρι τις 23-9-2011.

Κατόπιν με την από 1-9-2011 αίτηση του καθ' ου η ανακοπή εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη με αριθμό ...-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία διατάσσονται ο πιστούχος και οι εγγυητές εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον καθ' ου το ποσό των 106.520 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 22-7-2011 έως την εξόφληση.

Ωστόσο, δυνάμει του με αριθμό ...-2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στις 4-8-2011, στον τόμο 5217 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 353980, το ακίνητο που περιγράφεται στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση του ανακόπτοντος εκποιήθηκε από την εγγυήτρια, Μ.

Α. σε τρίτους, αντί αναγραφόμενου τιμήματος ύψους 125.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε έως την 28-9-2011. Ήδη ο ανακόπτων με τον πρώτο των ερευνώμενων ισχυρισμών του διατείνεται ότι η αδυναμία ικανοποίησης του αντιδίκου του από τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος κατέστη αναξιόχρεος, οφείλεται σε πταίσμα του ιδίου του δανειστή και δη σε βαριά αμέλειά του, καθώς αδράνησε στη διαδικασία καταγγελίας της ένδικης σύμβασης πίστωσης και στο να λάβει εξασφαλιστικά της απαιτήσεώς του μέτρα κατά τα ήδη εκτιθέμενα ανωτέρω.

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, η αποδιδόμενη εν προκειμένω, στην τράπεζα αμελής συμπεριφορά δεν συνίσταται στο ότι αμέλησε να επιδιώξει την είσπραξη της κύριας οφειλής της έναντι του πιστούχου καθώς δεν βραδυπόρησε στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης και εγγύησης, αλλά να διασφαλίσει την απαίτηση του δανειστή της - πιστούχου κατά τρίτου, γεγονός που προϋπέθετε την περαιτέρω εμπλοκή της σε αβέβαιους δικαστικούς αγώνες, περίπτωση κατά την οποία σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε δεν συντρέχει εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ (παρατίθεται νομολογία).

Περαιτέρω δε ως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης, το χρέος του πιστούχου έναντι της δανείστριας δεν είχε διασφαλισθεί με εμπράγματη ασφάλεια, παρεκτός της μοναδικής εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου του ανακόπτοντα-εγγυητή, περίπτωση κατά την οποία, ομοίως, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του ΑΚ 862. Σε κάθε δε περίπτωση, επισημαίνεται ότι δεν δύναται να αποδοθεί βαριά αμέλεια στα αρμόδια, εκπροσωπούντα τον καθ' ου η ανακοπή όργανα, καθώς δεν αποδεικνύεται ότι βράδυναν αδικαιολογήτως στο κλείσιμο του λογαριασμού, που επήλθε δύο μόλις μήνες μετά την κοινοποίηση της εξώδικης επιστολής του ανακόπτοντος και γνωρίζοντας ότι απαγορευόταν με προσωρινή διαταγή δικαστηρίου η διάθεση του ως άνω ακινήτου της καθ' ης μέχρι τις 23-9-2011, δεδομένου και του ότι δεν παρατίθενται στοιχεία ως προς την έως τον ανωτέρω χρόνο υπερημερία και ασυνέπεια του πιστούχου ως προς τις υποχρεώσεις του εκ της πιστώσεως ένεκα των οποίων η τράπεζα όφειλε να ενεργήσει σε πρωθύστερο χρόνο και να μην του παράσχει περαιτέρω πίστωση.

Εξάλλου, εκ μόνης της εκποιήσεως του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου, δεν αποδεικνύεται ότι κατέστη αναξιόχρεος ο οφειλέτης - πιστούχος, ο οποίος σε κάθε περίπτωση διατηρεί την εκ της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ απαίτηση συμμετοχής στα αποκτήματα της συζύγου του, η οποία είναι (κατ' αρχήν) ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (παρατίθεται νομολογία) και όχι αυτό καθ' εαυτό το κτηθέν περιουσιακό στοιχείο. Ως εκ των ανωτέρω ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ομοίως απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος περί απαλλαγής του εκ της εγγυητικής ευθύνης κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 ΑΚ, καθώς οι σχετικές διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, ο ίδιος δε με τη σύμβαση εγγύησης (όρος 4 της από 3-6-2009 της σύμβασης παροχής εγγύησης) συμφώνησε ότι θα στερείται των σχετικών δικαιωμάτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, καθώς και τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος.

6.- Ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Με το δεύτερο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 862, 867 και 868 του ΑΚ:

α) απαιτώντας, όπως εκτιμάται, περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, ενώ αρκούσαν, όπως επίσης εκτιμάται, για την κατάφαση της βαρείας αμέλειας της αναιρεσίβλητης και συνεπώς για την ελευθέρωσή του από τη σύμβαση εγγυήσεως, για την παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής, του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων, του δευτέρου λόγου της εφέσεως και την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, τα εκτιθέμενα στην ανακοπή κατά τα οποία η καθ' ης όφειλε να λάβει αμυντικά μέτρα προστασίας από την επικείμενη αφερεγγυότητα του οφειλέτη της και δη να μην έχει προβεί σε παράταση της πιστώσεως από τον Ιούλιο του 2009, οπότε άρχισαν ήδη να διαφαίνονται οι οικονομικές δυσκολίες του πιστούχου και αυτός να δείχνει ασυνέπεια, να μην πράξει τίποτε όταν πληροφορήθηκε ότι εκποιήθηκε το μοναδικό ακίνητο της συνεγγυήτριας και να μην ανοίξει στις 23.10.2010 το νέο λογαριασμό, να είχε καταδιώξει νωρίτερα τον πιστούχο, το αργότερο εντός μηνός από την επίδοση της εξωδίκου του και να καταγγείλει τη σύμβαση πιστώσεως και εγγυήσεως ταυτοχρόνως με το κλείσιμο του λογαριασμού, κρίνοντας εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεχε βαρεία αμέλεια της καθ' ης και ότι η τελευταία δεν βραδυπόρησε στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και εγγυήσεως, ενώ ο ίδιος ρητώς διαμαρτυρόταν στα δικόγραφά του ότι η τελευταία βραδυπόρησε, στερώντας, συγχρόνως, την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθώς οι δύο μήνες, με δεδομένες τις επείγουσες καταστάσεις που εξέθετε, ήταν μεγάλο διάστημα αφ' ης στιγμής οι διατάξεις των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ ορίζουν διάστημα ενός (1) μηνός για να ενεργήσει ο δανειστής, β) κρίνοντας εσφαλμένα ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δεχόμενο, επίσης εσφαλμένα, ότι με τον όρο 4 της από 03.06.2009 σύμβασης παροχής εγγυήσεως συμφώνησε να στερείται των σχετικών δικαιωμάτων του, και, επιπλέον, με την κρίση της ότι η καθ' ης θα ενεπλέκετο σε αβέβαιους δικαστικούς αγώνες έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και 2) με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 8, 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς την κρίση του δεχόμενο σχετικώς ότι εκ μόνης της εκποιήσεως του ακινήτου της συνεγγυήτριας δεν αποδεικνύεται ότι κατέστη αναξιόχρεος ο πιστούχος πρωτοφειλέτης, ο οποίος σε κάθε περίπτωση διατηρεί την εκ της διατάξεως του άρθρου 1400 του ΑΚ απαίτηση συμμετοχής στα αποκτήματα, παραλείποντας να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της συνεγγυήτριας, ενώ, αντιθέτως, έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σε σχέση με τον άνω ισχυρισμό του.

Οι λόγοι αυτοί, αληθώς εκ του αριθμού 19 (και όχι και εκ των αριθμών 1, 8 και 10) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και ορθότητα των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, βάσει των οποίων αυτό κατέλεξε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και στα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από τον ίδιο εκδοχής ότι η αδυναμία ικανοποιήσεως της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης από την περιουσία του πιστούχου-πρωτοφειλέτη οφείλεται σε βαρεία αμέλειά της, με τις αιτιάσεις όμως αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται, κατ' αποτέλεσμα, απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υποθέσεως και την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, το Εφετείο, με βάση τις προεκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, δοθέντος ότι διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των, εφαρμοστέων εν προκειμένω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 862, 867, 868, 361 και 330 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα και ιδιαίτερα ως προς την αμέλεια της αναιρεσίβλητης, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Τούτο, διότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία και θεμελιώνουν εν προκειμένω το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί διατηρήσεως της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσείοντος εγγυητή έναντι της αναιρεσίβλητης και μη απαλλαγής του εκ της εγγυήσεως και ότι δεν οφείλεται σε βαρεία αμέλεια της αναιρεσίβλητης η μη ικανοποίηση της απαιτήσεώς της κατά του πιστούχου και ότι συνεπώς η εκ του άρθρου 862 του ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος, όπως και η επικουρική, εκ των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, ένστασή του περί απαλλαγής εκ της εγγυητικής ευθύνης του που περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, είναι απορριπτέες κατ' ουσίαν, με τις ακόλουθες ειδικότερα ουσιαστικές παραδοχές της:

α) ότι η αποδιδόμενη στην καθ' ης αμελής συμπεριφορά δεν συνίσταται στο ότι αυτή αμέλησε να επιδιώξει την είσπραξη της κύριας οφειλής της έναντι του πιστούχου, αλλά, αντιθέτως, να διασφαλίσει την απαίτηση του τελευταίου ως δανειστή κατά τρίτου, ώστε να μην συντρέχει εφαρμογή της ΑΚ 862, β) ότι η καθ' ης δεν βραδυπόρησε στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και εγγυήσεως, ούτε βράδυνε αδικαιολογήτως στο κλείσιμο του ένδικου λογαριασμού, που έλαβε χώρα μόλις δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της εξώδικης επιστολής του αναιρεσείοντος και γνωρίζοντας ότι απαγορευόταν με προσωρινή διαταγή δικαστηρίου η διάθεση του ως άνω ακινήτου της συνεγγυήτριας μέχρι τις 23.09.2011, γ) με επάλληλη αιτιολογία ότι, εκ μόνης της εκποιήσεως του προαναφερθέντος περιουσιακού στοιχείου, δεν αποδεικνύεται ότι κατέστη αναξιόχρεος ο πιστούχος, ο οποίος διατηρεί -σε κάθε περίπτωση- την εκ της διατάξεως του άρθρου 1400 του ΑΚ απαίτηση συμμετοχής στα αποκτήματα της συζύγου του και συνεγγυήτριας, δ) ότι την τήρηση των όρων της συμβάσεως πιστώσεως και την πλήρη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με πρόσθετη σύμβαση παροχής εγγυήσεως, ο αναιρεσείων, παραιτηθείς της ενστάσεως διζήσεως και των υπόλοιπων ενστάσεων και δικαιωμάτων των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα, αποδεχόμενος ρητώς τους όρους και τις συμφωνίες των συμβάσεων πιστώσεως και παροχής εγγυήσεως και ε) ότι συμφωνώντας ο αναιρεσείων με την ένδικη σύμβαση εγγυήσεως, κατά τον όρο 4 αυτής, ότι θα στερείται των σχετικών δικαιωμάτων, δεν ευδοκιμεί ο σχετικός ισχυρισμός του περί απαλλαγής εκ της ευγγυητικήςς ευθύνης του κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, καθότι οι διατάξεις αυτές είναι ενδοτικού δικαίου.

Επομένως, ο ως άνω δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του, όπως και ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι (και) αβάσιμοι.

7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων εις βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την κατάρτισή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).

Πέρα από την άνω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των γενικών όρων των συναλλαγών (ΓΟΣ) λόγω διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ, θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο ως καταχρηστικών (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019). Για να υπάρξει, επομένως, καταχρηστικότητα ενός γενικού όρου συναλλαγής (ΓΟΣ) κατά το ν. 2251/1994, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή".

Στην περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε, εξ ορισμού, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 980/2025).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις α) του άρθρου 851 του ΑΚ "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, β) του άρθρου 855 του ΑΚ "ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης)" και γ) του άρθρου 857 αριθ. 1 του ΑΚ "ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1.

Αν παραιτήθηκε απ' αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ύπαρξη όρου που περιέχεται σε σύμβαση πιστώσεως, δι' ανοικτού, αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής -μη αναλαμβάνοντας μεγαλύτερη ευθύνη από εκείνη της κύριας οφειλής- δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση της διζήσεως) ευθυνόμενος ο ίδιος αλληλεγγύως και για ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο ως αυτοφειλέτης, απηχεί, ακριβώς, το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 857 του ΑΚ και, κατά συνέπεια, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 980/2025, ΑΠ 1087/2019). 8.-Με το οικείο σκέλος του δευτέρου λόγου της ανακοπής του, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής επικαλούμενος ως λόγο ακυρώσεως και ότι ο ίδιος αναγκάσθηκε και δέχθηκε δίχως διαπραγμάτευση τους υπό στοιχεία 2, 4 και 6 έγγραφους όρους στη σύμβαση εγγυήσεως με τους οποίους παραιτήθηκε όλων των ενστάσεων του εγγυητή και εγγυήθηκε ανεπιφυλάκτως την εκπλήρωση όλων των όρων της συμβάσεως απεριορίστως και ότι η παραίτηση στην οποία τον ανάγκασε μονομερώς να προχωρήσει η καθ' ης από τα ευεργετήματα και τα λοιπά δικαιώματα του εγγυητή των άρθρων 853, 855, 858, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ κατά την υπογραφή της συμβάσεως παροχής εγγυήσεως, έχοντας παντελή άγνοια για το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών και χωρίς να μπορεί να διαπραγματευθεί κανέναν όρο, είναι άκυρη ως καταχρηστική εις βάρος του -ως εγγυητή- και παράνομη, όπως άκυροι και καταχρηστικοί είναι και οι όροι 2, 4, 6 της συμβάσεως, καθώς η παραίτησή του αυτή προσκρούει ειδικώς στη γενική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 και στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 εδ.

ιγ' και κστ' του ν. 2151/1994 και γενικώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι προκαλεί διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών και είναι βλαπτική για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του, δεδομένου ότι η μονομερής επιβολή της παραιτήσεώς του με την καταιγιστική αναγραφή πλειάδας αριθμών άρθρων του ΑΚ συνιστά μία αδιαφανή διαδικασία για το μέσο άνθρωπο, όπως είναι και ο ίδιος, που έχει τελειώσει απλώς το γυμνάσιο, δεν έχει ιδιαίτερο μορφωτικό επίπεδο και στερείται γνώσεων νομικού και οικονομικού χαρακτήρα, έχοντας ασχοληθεί στην επαγγελματική ζωή του σε τεχνικά έργα και στο εμπόριο ειδών ενδύσεως, πολύ δε περισσότερο που η καθ' ης, δια των υπαλλήλων της, δεν τον ενημέρωσε για τους ως άνω προδιατυπωμένους όρους στους οποίους θα προσχωρούσε.

Το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, το επενέφερε νομίμως ο αναιρεσείων με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το απέρριψε σιωπηλά (πρβλ ΑΠ 522/2018), καταλήγοντας σε αντίθετη κρίση προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δεχόμενο κατ' ουσίαν την επίδικη απαίτηση και επικυρώνοντας την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Με το οικείο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 862, 867 και 868 του ΑΚ και του ν. 2251/1994, καθόσον οι προδιατυπωμένοι όροι περί παραιτήσεως του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως και κάθε δικαίωμα και ευεργέτημα που πηγάζουν από τα άρθρα 853, 855, 858 και 862 έως 868 του ΑΚ, είναι καταχρηστικοί, διότι προσκρούουν στις διατάξεις των παρ. 6 και 7 εδ.

ιγ' και κστ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο σκέλος του, είναι απαράδεκτος καθότι, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενό του, ο όρος περί παραιτήσεως του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως και τα λοιπά ευεργετήματα και δικαιώματα που του παρέχουν οι διατάξεις των ως άνω άρθρων του ΑΚ, εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της ένδικης συμβάσεως, δοθέντος ότι ταυτίζεται δηλαδή/ή απηχεί κατά το περιεχόμενο την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 857 του ΑΚ κατά την οποία η ένσταση διζήσεως μπορεί εγκύρως να αποκλεισθεί με παραίτηση του εγγυητή, χωρίς περαιτέρω να εισάγει απόκλιση από τη διάταξη αυτή (του άρθρου 857 του ΑΚ) και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις.

Ώστε, δεν αποτελεί ο όρος αυτός αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και προς τη ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (13η σκέψη του Προοιμίου και το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες, που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενο τους ή το πεδίο εφαρμογής τους.

9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1027/2022).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ή η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ιδίως, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν όταν οι κανόνες αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 880/2015).

Πρέπει, επίσης, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1020/2019).

10.- Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ως έγκυρη την παραίτησή του από τα άρθρα 867 και 868 του ΑΚ, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, με αποτέλεσμα να απορρίψει κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του περί απαλλαγής εκ της εγγυητικής ευθύνης του, ενώ όφειλε να κηρύξει ακυρότητα του όρου 4 της από 03.06.2009 συμβάσεως παροχής εγγυήσεως σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος συμφώνησε να στερείται των σχετικών δικαιωμάτων.

Ο λόγος αυτός, αληθώς εκ του αριθμού 1 (και όχι και 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος ένεκα της αοριστίας του περιεχομένου του, κυρίως διότι εκτός από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν (άρθρα 867 και 868 του ΑΚ) και τις νομικές απόψεις του αναιρεσείοντος για αυτές, δεν εξειδικεύεται το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα ποιό είναι το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, κατά το μέρος που απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί απαλλαγής εκ της ευθύνης του ως εγγυητή, ποιός ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου ή έστω κατά το ουσιώδες μέρος τους, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα του άνω ισχυρισμού του, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι (και) αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεχόμενο, με την εκτεθείσα ως άνω κρίση του, ότι μόνο τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις άνω ουσιαστικές παραδοχές του, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, δεν μπορούν να θεμελιώσουν πταίσμα της αναιρεσίβλητης δανείστριας, που θα επέφερε την ελευθέρωση του αναιρεσείοντος ως εγγυητή και ότι ο ίδιος με τη σύμβαση παροχής εγγυήσεως συμφώνησε να στερείται των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τα άρθρα 867 και 868 του ΑΚ, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, ως προς τις αναγκαίες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την ελευθέρωση του εγγυητή από τη σύμβαση παροχής εγγυήσεως και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και δικαιολογούσαν την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, και των αντίστοιχων λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την ορθή αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, ως εγγυητής, συμφώνησε, δια της συμβάσεως παροχής εγγυήσεως και του όρου 4 αυτής, ότι θα στερείται των σχετικών δικαιωμάτων επικλήσεως της ελευθερώσεώς του και απαλλαγής του εκ της εγγυητικής ευθύνης βάσει των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 του ΑΚ, οι οποίες είναι ενδοτικού δικαίου.

11.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 54/2017).

Κατά την τελευταία διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997) και όχι και εκείνοι οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 632 (και 933) του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής (και της επιταγής προς εκτέλεση) ή/και οποιασδήποτε άλλης πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και ο λόγος της εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου.

Για την ίδρυση δηλαδή του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως (ΑΠ 1700/2024, ΑΠ 451/2019, ΑΠ 1029/2018). Δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015), ή στην περίπτωση που τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 812/2018).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει, μεταξύ άλλων, ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις συνολικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, και ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 261/2016) και επιπλέον σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγοι αναιρέσεως σωρευτικώς ασκούμενοι, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, οι οποίοι είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αποκλείονται αμοιβαίως. Υφίσταται τέτοια αντίφαση και όταν προβάλλεται αφενός πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, και αφετέρου από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. 12.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8, 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο: 1) άφησε "αδίκαστη αίτησή του" και δεν έλαβε υπόψη επί της ουσίας λόγους της εφέσεως του με τους οποίους επανέφερε ενώπιόν του τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της ανακοπής του, υιοθετώντας επακριβώς και επί λέξει τις αιτιολογίες και το πόρισμα της εκκαλουμένης αποφάσεως και ειδικότερα ότι άφησε αδίκαστο το επιπλέον σκέλος του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων ως προς τα επιπλέον στοιχεία που εμπεριέχονταν σε αυτόν, σύμφωνα με τα οποία, όπως εξέθετε στο λόγο αυτό, η καθ' ης:

α) αμέλησε αδικαιολογήτως να επιδιώξει την είσπραξη της απαιτήσεώς της από τον πιστούχο-πρωτοφειλέτη, του οποίου, αντιθέτως, παρέτεινε την πίστωση ενώ αυτός ήταν ασυνεπής ήδη από τον Ιούλιο του 2009 και β) επέδειξε βαρέως αμελή συμπεριφορά με το να μην πράξει τίποτε και μετά το Σεπτέμβριο του έτους 2011, οπότε πληροφορήθηκε ότι είχε ήδη εκποιηθεί το μοναδικό ακίνητο της συνεγγυήτριας επί του οποίου ο πρωτοφειλέτης σύζυγός της είχε βάσιμη αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, εκτιμώντας εσφαλμένα τα στοιχεία αυτά, παρά τους παραπάνω ισχυρισμούς του, επαναλαμβάνοντας έτσι τα σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, 2) δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στις σελίδες 1, 7, 13-14, 16 και 22 της εφέσεώς του ούτε και τα πανομοιότυπα στις σελίδες 12 και 13 των προσθέτων λόγων της ανακοπής του, αλλά ούτε και τις ενώπιον αυτού προτάσεις του στις οποίες εμπεριέχονταν οι ως άνω ισχυρισμοί του, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διότι, όπως εκτιμάται, δικαιολογούσαν την απαλλαγή του εκ της εγγυητικής ευθύνης του κατά το άρθρο 862 του ΑΚ, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό απορρίπτοντας την ανακοπή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη τα παραπάνω δικόγραφά του και τα είχε εκτιμήσει ορθώς και όχι πλημμελώς, πέρα της εσφαλμένης κρίσης του, θα είχε εντοπίσει τις παραπάνω ρητές αιτιάσεις του ως προς την εντελώς αμελή συμπεριφορά της καθ' ης και 3) αποστέρησε ταυτοχρόνως την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την κρίση της να μην αποδώσει βαρεία αμέλεια στην καθ' ης σύμφωνα με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς του επαναλαμβάνοντας επακριβώς χωρίς καμία περαιτέρω αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου και των επ' αυτού προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, του δικογράφου των προσθέτων λόγων της ανακοπής του και τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και εξέτασε τον προβληθέντα ως άνω πρόσθετο λόγο της ανακοπής και τους εμπεριεχόμενους σε αυτόν ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος στο σύνολό τους και, στη συνέχεια, τον απέρριψε κατ' ουσίαν με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν, κρίνοντας, κατά τρόπο σαφή, ότι τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό δεν στοιχειοθετούν βαρεία αμέλεια των οργάνων της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο άνω -πρώτος- λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Καθ' ο μέρος ο ίδιος λόγος αναφέρεται, όπως αναγράφεται, στη μη λήψη υπόψη των σελίδων 1, 7, 13-14, 16 και 22 της εφέσεως του αναιρεσείοντος, τις σελίδες 12 και 13 των προσθέτων λόγων της ανακοπής και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, εκτιμώμενος ως λόγος εκ του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω διαδικαστικά έγγραφα της δίκης με τις επικαλούμενες σελίδες τους, δεν αποτελούν έγγραφα και δη αποδεικτικά μέσα, ώστε να στοιχειοθετείται ο συγκεκριμένος ως άνω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1203/2020, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 1007/2009).

Ενώ, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το ίδιο σκέλος, ως προς τα αναφερόμενα στα παραπάνω δικόγραφα, είναι (και) αβάσιμος διότι από τη σαφή και αδιάστικτη διατύπωση του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονταν σε αυτά.

Ο ίδιος λόγος, ως προ τις αποδιδόμενες με αυτόν εκ των αριθμών 9 (περί αιτήσεως αδίκαστης) και 19 (περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, σωρευτικώς ασκούμενες, χωρίς απλή έστω διατύπωση επικουρικότητας, είναι, κατά τα σκέλη του αυτά, προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, διότι λογικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, αφού η πλημμέλεια να αφεθεί αίτηση αδίκαστη δεν είναι συμβατή προς την πλημμέλεια να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως και αντιστρόφως.

Ακόμη, όμως, και αν θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του λόγου αυτού, ότι διατυπώνεται επικουρικότητα των ως άνω αποδιδόμενων πλημμελειών, ο λόγος αυτός, ως προς την αποδιδόμενη εκ του άρθρου 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, διότι, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι δεν ερευνήθηκαν πράγματι λόγοι εφέσεως, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο εκ της άνω διατάξεως προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι, ωσαύτως, απαράδεκτος, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του περιεχομένου του, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, η κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσα ανεπάρκεια των αιτιολογιών της ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον παραδοχές τις οποίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005) και να ερευνηθεί έτσι η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, χωρίς να αρκούν οι γενικές εκφράσεις περί "ανεπάρκειας" (ΟλΑΠ 32/1996), με το ίδιο δε σκέλος του λόγου αυτού, κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των ως άνω επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, τα οποία αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, αποκλειστικώς η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

13.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις ως άνω διατάξεις και μόνον αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αφού καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Ειδικώς επί δικαστικής ομολογίας, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε κατά νόμιμο τρόπο τη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη ο αντίδικός του και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας συγχρόνως το σχετικό δικόγραφο (πρακτικά δικαστηρίου, προτάσεις αντιδίκου του κλπ) όπου η ομολογία καταχωρίστηκε, καθώς και τις δικές του προτάσεις, με τις οποίες την επικαλέστηκε (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1299/2021, ΑΠ 365/2020, ΑΠ 702/2019).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019).

Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Υφίσταται τέτοια αντίφαση στην περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται σωρευτικώς (και όχι απλά επικουρικώς) αφενός πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και αφετέρου από τον αριθμό 11 γ' του ιδίου άρθρου, ήτοι ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ίδιο έγγραφο για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του (ΑΠ 404/2025, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 841/2021, ΑΠ 281/2017, ΑΠ 579/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του νόμου 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατά το άρθρο 116 παρ.2 εδ. β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σε αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο ενώπιον αυτού (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1851/2007).

Ο ισχυρισμός, επομένως, που στηρίζει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).

Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο εφέσεως (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 382/2020). Το καθιερούμενο απαράδεκτο, όπως περαιτέρω προκύπτει από την άνω διάταξη, αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017).

14.- Ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 11 περ. γ', 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η καθ' ης δεν βραδυπόρησε στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και εκ τούτου δεν αμέλησε να επιδιώξει την είσπραξη της κυρίας οφειλής της έναντι του πιστούχου:

α) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε έγγραφό τoυ, το οποίο αυτός νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και συγκεκριμένα το σχετικό υπό τον αριθμό (10) έγγραφο, που αντιστοιχεί, κατά τα εκτιθέμενα, στο εκτυπωθέν από 21/7/2011 ιστορικό που τηρεί η καθ' ης για τον λογαριασμό του πιστούχου-πρωτοφειλέτη, αποτελούμενο από 7 σελίδες με συνολικό υπόλοιπο αποπληρωμής ίσο με 23.516.07 ευρώ, από το σώμα του οποίου και δη από την 3η του σελίδα και μετά προέκυπτε η μη πληρωμή επιταγών από τον πρωτοφειλέτη και η σφράγισή τους ως ακάλυπτων ήδη από τον Ιούλιο του 2009, με συνέπεια από τη μη λήψη υπόψη του εν λόγω ιστορικού να οδηγηθεί σε εσφαλμένες και πλημμελώς αιτιολογημένες κρίσεις ως προς την αμελή συμπεριφορά της καθ' ης, άλλως β) δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και, επιπλέον γ) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών για το άνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 11 περ.

γ' και 19 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, χωρίς κάποια αιτιολογία, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και δη δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της καθ' ης, που εμπεριέχονταν στις ενώπιον τούτου προτάσεις της και αναφέρεται στο λόγο αυτό και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι ο ίδιος "την ενημέρωσε μέσα Ιουλίου 2011 για το φόβο του για πιθανή σύμπραξη του πρωτοφειλέτη με την συνεγγυήτρια".

Ο τρίτος ως άνω λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και δη ως προς τις αποδιδόμενες εκ των αριθμών 11 γ' (περί μη λήψεως υπόψη του αναφερόμενου εγγράφου) και 20 του ΚΠολΔ (περί παραμορφώσεως του περιεχομένου του ιδίου εγγράφου), αποδιδόμενες πλημμέλειες, σωρευτικώς ασκούμενες, είναι κατά τα σκέλη του αυτά, προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι, αναφερόμενες στο ίδιο έγγραφο και στο αυτό περιεχόμενό του, λογικά αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, δοθέντος ότι η πλημμέλεια να παραμορφωθεί το περιεχόμενο εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας είναι ασύμβατη προς την πλημμέλεια να μην έχει ληφθεί υπόψη από αυτό το ίδιο έγγραφο και αντιστρόφως.

Ακόμη, όμως και αν θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του λόγου αυτού, κατά τα ως άνω σκέλη του, ότι διατυπώνεται επικουρικότητα των παραπάνω αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικών πλημμελειών, από την περιεχόμενη σε αυτή ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδείχθηκαν, πέρα από την κατάθεση του μάρτυρος, και "από το σύνολο των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται οιοδήποτε αυτών για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς", σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία -αφού δεν υφίσταται κάποιο στοιχείο από το οποίο να δημιουργείται τέτοια- αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του απορριπτικού αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και το προαναφερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο που επικαλείται ο αναιρεσείων και, συνεπώς, και το ιστορικό του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη με την κίνησή του που τηρεί η καθ' ης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 340 του ΚΠολΔ) τη βαρύτητα ή την επιρροή του εγγράφου αυτού στα αποδεικτέα θέματα, ως προς την οποία εξάλλου η κρίση του Εφετείου τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθότι ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Η δε αιτίαση αναφορικά με την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται, κατά το αναιρετήριο, σε σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος από το Εφετείο, η οποία δεν ελέγχεται, επίσης, από τον Άρειο Πάγο αφού πρόκειται για αιτίαση σχετιζόμενη με την εκτίμηση πραγμάτων, και δεν αφορά σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, ώστε να ιδρύεται ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, υπό την επίκληση της παραβιάσεως εκ της άνω διατάξεως, πλήττει ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Επομένως, ο τρίτος ως άνω λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμος. Ο έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως πιο πάνω είναι διατυπωμένος, είναι επίσης απαράδεκτος, προεχόντως ένεκα της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει σε αυτόν ότι επικαλέσθηκε στο Εφετείο τη ρηθείσα ομολογία της καθ' ης, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι (και) αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων ουδέποτε επικαλέσθηκε έναν τέτοιο ισχυρισμό περί ομολογίας της καθ' ης, ενώ, από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο των προσκομιζόμενων από την αναιρεσίβλητη προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου ουδόλως προκύπτει ότι η τελευταία ομολόγησε τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τον δήθεν ισχυρισμό περί ομολογίας της καθ' ης. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι (τρίτος και έβδομος), κατά το τρίτο σκέλος του ο καθένας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του για τη μη λήψη υπόψη του παραπάνω εγγράφου και της δικαστικής ομολογίας της καθ' ης, που περιέχονται στα λοιπά σκέλη των λόγων αυτών, είναι, και κατά το σκέλος τους αυτό, προεχόντως απαράδεκτοι.

Αφενός λόγω της αοριστίας τους, σύμφωνα και με όσα επισημάνθηκαν ήδη στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτούς ο συγκεκριμένος κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου ώστε να ερευνηθεί από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αν υπάρχουν, αναφορικά με την εφαρμογή τους, οι κατά τον αναιρεσείοντα υφιστάμενες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα, ούτε εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον παραδοχές τις οποίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης (ΟλΑΠ 20/2005).

Και αφετέρου διότι, σε κάθε περίπτωση, οι επικαλούμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν στο σύνολό τους στην εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

15.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990).

Τούτο, διότι, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος, ενώ το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 50/2020).

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 60/2023, ΑΠ8/2018). Έτσι, η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών.

Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση του δικαιώματος και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων (ΑΠ 1246/2009). Η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 916/2004, ΑΠ 279/2004, ΑΠ 115/1994).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και για τούτο προϋποθέτει κρίση (έρευνα) επί της ουσίας της υποθέσεως.

Για να ιδρυθεί, επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση περί εκτιμήσεως των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι όμως όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αφορά στη σκέψη της προσβαλλόμενης με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, η ανακοπή ή η ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή για κάποιον άλλο τυπικό λόγο, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 323/2024, ΑΠ 1205/2020).

Τότε, το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με το λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009), εκτός αν το δικαστήριο εξέφρασε παρεμπιπτόντως κρίση επί της ουσίας, η οποία είχε έστω και έμμεση επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεώς του, οπότε εντεύθεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος από τον αριθμό 19 της ως άνω διατάξεως (ΑΠ 1490/2015).

16.- Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της ανακοπής του ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι η εις βάρος του ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ακύρως προβάλλοντας τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η καθ' ης κατά κατάχρηση δικαιώματος και αντίθετα προς τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, άσκησε την ένδικη απαίτησή της και κατ' αυτού με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενος ειδικότερα προς επιστήριξη της άνω ενστάσεώς του:

α) ότι ο ίδιος είναι συνταξιούχος και υπέργηρος, ηλικίας 76 ετών, ασθενής με πιστοποιημένη αναπηρία ποσοστού άνω του 80% λόγω καρδιαγγειακών και μυοσκελετικών παθήσεων εξαιτίας της οποίας αδυνατεί να εργασθεί, β) ότι έχει προσημειωθεί από την καθ' ης το μοναδικό ακίνητό του, όπου βρίσκεται η (κατ)οικία του και, επιπλέον γ) ότι η καθ' ης, παρά τις προφορικές και έγγραφες οχλήσεις του, ουδέν μέτρο έλαβε, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός δανειστής, προς ικανοποίηση της αξιώσεώς της εκ της περιουσίας του πρωτοφειλέτη και της συνεγγυήτριας συζύγου του και έτσι τον ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως δια των πολλαπλών παραλείψεών της.

Το λόγο αυτό του δικογράφου των προσθέτων, μετά την απόρριψή του ως μη νομίμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα ο αναιρεσείων με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τον απέρριψε ομοίως ως μη νόμιμο με τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο ανακόπτων αιτείται την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ισχυριζόμενος ότι η από μέρους της τράπεζας δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της, με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος του, υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ όρια και είναι άκυρη, καθόσον ο ίδιος είναι υπέργηρος και ασθενής, έχει δε προσημειωθεί το μοναδικό ακίνητο του που αποτελεί την κατοικία του, ενώ η τράπεζα ουδέν μέτρο έλαβε προκειμένου να ικανοποιήσει την αξίωσή της εκ της περιουσίας του πρωτοφειλέτη και της συνεγγυήτριας συζύγου του τελευταίου, παρά τις προφορικές και έγγραφες οχλήσεις του προς αυτήν.

Ωστόσο, και ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή να επιδιώξει την αξίωσή της με την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος του καθ' ου επιφέρει βλάβη στον ανακόπτοντα δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος, δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση παροχής εγγύησης, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει εν προκειμένω από τα ιστορούμενα από τον ανακόπτοντα στο δικόγραφο της ανακοπής του, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι ο ίδιος προέβη σε συναινετική εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ανωτέρω οικίας του προς διασφάλιση της ένδικης σύμβασης, η οποία αποτελεί τη μοναδική εμπράγματη ασφάλεια της πιστώτριας τράπεζας.

Επομένως, πρέπει και ο προκείμενος λόγος να απορριφθεί".

17.- Με τον έκτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις επιμέρους αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παραβίασε ευθέως, δια της μη εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες λόγω της προφανούς υπερβάσεως των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών εκ μέρους της καθ' ης, η οποία επέδειξε εφησυχασμό στην εμπράγματη ασφάλεια που της είχε παράσχει και αδιαφορία για την άσκηση των δικαιωμάτων του ως εγγυητή, επιβεβαιούμενης έτσι της βαρείας αμέλειάς της, β) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη το δικαίωμα διαχειρίσεως της περιουσίας της καθ' ης, το οποίο όμως δεν το είχε επικαλεσθεί η τελευταία, κρίνοντας καλόπιστη τη συμπεριφορά της με την ανεπαρκή αιτιολογία για το διατυπούμενο δικαίωμα της διαχειρίσεως της περιουσίας της και γ) στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό του περί της καταχρηστικής συμπεριφοράς της καθ' ης, επικαλούμενος ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της ότι δεν προκύπτουν στοιχεία υπερβάσεως των ορίων που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ και ότι δεν υφίσταται κατάχρηση στην συμπεριφορά της καθ' ης και αντίθεση της συμπεριφοράς της προς τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη, προσέτι δε έκρινε την όλη συμπεριφορά της καθ' ης καλόπιστη με την ανεπαρκή αιτιολογία για το δικαίωμα διαχειρίσεως της περιουσίας της.

Ωστόσο, έτσι όπως προβλήθηκε ο ως άνω πρόσθετος λόγος της ανακοπής ήταν πράγματι μη νόμιμος, διότι τα ιστορούμενα περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις νομικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της καθ' ης να στραφεί (και) εναντίον του με την έκδοση (και) εις βάρος του της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, στην καλή πίστη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική, ενόψει ιδίως και του ότι δεν γίνεται επίκληση οποιασδήποτε ενέργειας της αναιρεσίβλητης έως το κλείσιμο του λογαριασμού της ένδικης πιστώσεως, που να δημιούργησε στον αναιρεσείοντα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί και κατ' αυτού.

Ούτε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ακίνητο του αναιρεσείοντος συνιστά συμπεριφορά της καθ' ης αντίθετη προς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της και δη κατά προφανή υπέρβαση των επιβαλλόμενων με τις αρχές αυτές ορίων. Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως μη νόμιμη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης και ακολούθως το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως, δια της εσφαλμένης μη εφαρμογής τους, με βάση τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Τούτο, διότι τα εκτιθέμενα ως άνω ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη συμπεριφορά της καθ' ης, επί των οποίων ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει και να στηρίξει την εν λόγω ένστασή του περί καταχρηστικότητάς της, αθροιστικώς λαμβανόμενα, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν σε αυτόν ευλόγως την πεποίθηση ότι η καθ' ης δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της από τη σύμβαση εγγυήσεως και δεν καθιστούν για τον αναιρεσείοντα αδικαιολόγητη και ιδιαιτέρως επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης να ζητήσει την έκδοση (και) κατ' αυτού της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη ως μη νόμιμης της προβληθείσας, κατά τα άνω, ενστάσεως του αναιρεσείοντος που ενσωματώνεται στο δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής.

Συνακόλουθα, ο έκτος, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη το δικαίωμα διαχειρίσεως της περιουσίας της καθ' ης κρίνοντας με βάση αυτό καλόπιστη την όλη συμπεριφορά της, χωρίς η τελευταία να το έχει επικαλεσθεί, είναι αλυσιτελής, κυρίως διότι η παραδοχή επιπλέον, μη προταθέντων περιστατικών, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αιτίαση συνιστά επιχείρημα του Εφετείου, που προέκυψε στο πλαίσιο έρευνας της νομικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού/ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ακυρώσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής λόγω της επικαλούμενης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης και δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως.

Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος πλήττει σφάλμα του Εφετείου κατά το στάδιο διαπιστώσεως της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων και, συνεπώς, προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, είναι κατά το σκέλος του αυτό απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δοθέντος ότι το Εφετείο δεν εισήλθε στο στάδιο αυτό, αφού, όπως αναφέρθηκε ήδη, δεν υπεισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διερεύνησε κατ' ουσίαν το δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής.

Αντιθέτως, τον απέρριψε ως μη νόμιμο χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα με την κατάρτιση ελάσσονος προτάσεως περί εκτιμήσεως των αποδείξεων και δίχως να εκφράσει παρεμπίπτουσα έστω κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητάς του. 18.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06.05.2021 αίτηση του Ε. Χ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 97/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ