Legislator Case Law & Legislation
2115/2017 AI generated

2115/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2115/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2115/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 30-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Keywords

AI generated
airport operating company airport procedure work schedule airport noise compensation weekly commuter allowance compensation for overtime
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2115 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2115/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Τεχνική Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών Καθαρισμού, Συντήρησης και Διαχείρισης Κτιριακών Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού" και το διακριτικό τίτλο ""... Α.Ε.", με την πρώην επωνυμία "... Εγκαταστάσεων και Εξοπλισμού" και τον πρώην διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Σαραντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ... και 2) Λ. Μ. του Τ. (L. M. του T.), κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων είκοσι δύο ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2577/2008 μη οριστική, 1265/2011 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5302/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 30-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../15-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 28-5-2015 αίτησης για αναίρεση της 5302/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Αθηνών Β.

Α., ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου).

Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες και αυτοί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους.

Περαιτέρω με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την .../20-2-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: α) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και β) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχόλησης του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.

Επομένως μετά την 1-1-1984 αν ο μισθωτός δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.

Εξ άλλου με το άρθρο 4 ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε μέχρι τις 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 3385/2005) ορίστηκε ότι από την 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα.

Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι τις 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.

Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από την 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από την 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Από την ίδια ημερομηνία οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 ν. 435/1976.

Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας, δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (Α.Π. 132/2016). Στη συνέχεια με το άρθρο 1 ν. 3385/2005 (του οποίου η ισχύς κατά το άρθρο 15 του ίδιου νόμου άρχισε από την 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: "1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 5. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 6.

Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%". Ήδη με το άρθρο 74 παρ. 10 ν. 3863/2010 (του οποίου η ισχύς κατά το άρθρο 76 του ίδιου νόμου άρχισε από τις 15-7-2010) τα ποσοστά 25% της παραγράφου 1, 50% και 75% της παραγράφου 3 και 100% της παραγράφου 5 μειώθηκαν σε 20%, 40%, 60% και 80% αντίστοιχα.

Περαιτέρω κατά το άρθρο μόνο της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, μισθωτός ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργάσιμες ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού, προσαυξημένο κατά 75%, η προσαύξηση δε αυτή υπολογίζεται πάντοτε επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.

Η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κ.λπ.", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 435/1976, ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχόλησής τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη.

Ενόψει των ανωτέρω, για την παροχή υπερωριακής εργασίας κατά την Κυριακή, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο της Κυριακής, το οποίο περιέχει την προσαύξηση του 75%. Ως προς την παροχή εργασίας κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα, στην περίπτωση που εφαρμόζεται το σύστημα της 5θήμερης απασχόλησης, αυτή είναι άκυρη, ως αντικείμενη σε διατάξεις δημοσίας τάξεως, ο δε μισθωτός έχει απαίτηση για την εργασία που παρείχε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή ποσό ίσο με το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη σι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο καθίσταται ο εργοδότης πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Από δε τις πιο πάνω διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων υπουργών, του άρθρου 2 παρ. 1 ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε, προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί.

Επίσης οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (Α.Π. 1317/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... [ήδη αναιρεσείοντες] προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-4-2002 η Μ. Κ. [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη] και την 3-9-2003 ο Λ. Μ. [ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος] από την ανώνυμη εταιρεία παροχής υπηρεσιών με την επωνυμία "...", προκειμένου να απασχοληθούν ως καθαριστές στο αναληφθέν από την εν λόγω ανώνυμη εταιρεία έργο καθαρισμού του αεροδρομίου Αθηνών "...".

Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 31-12-2004 η άνω ανώνυμη εταιρεία συγχωνεύτηκε δι’ απορροφήσεως από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρεία. Οι ενάγοντες είχε συμφωνηθεί να εργάζονται 6 ημέρες την εβδομάδα, 6,20 ώρες ημερησίως και συνολικά 40 ώρες εβδομαδιαίως, που ήταν και το νόμιμο ωράριό τους, με εναλασσόμενες ομάδες εργασίας (βάρδιες) καθόλο το 24ωρο, που αντιστοιχούσαν σε τρεις ομάδες εργασίας με ωράριο από 07.00 έως 13.20, 14.00 έως 20.20 και 22.00 έως 04.20, λαμβάνοντας τις νόμιμες αποδοχές.

Απασχολούντο κάθε μήνα και δύο με τρεις Κυριακές μέσα στην εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόλησή τους και ελάμβαναν άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας... Η απασχόλησή τους την Κυριακή ήταν νόμιμη... καθόσον προσέφεραν την εργασία τους σε χώρους του αερολιμένος και η εναγομένη απασχολούσε τους εργαζόμενους όλο το 24ωρο με ομάδες εργασίας (βάρδιες) και ελάμβαναν άλλη ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας.

Ωστόσοι αυτοί από την άνω χρονολογία πρόσληψής τους μέχρι τις 30-11-2005, που η εναγομένη εφάρμοσε πενθήμερη εργασία με 40 ώρες εβδομαδιαίως... απασχολούντο με το ακόλουθο ωράριο: από 06.00 έως 14.00 ή από 14.00 έως 22.00 εκ περιτροπής κάθε εβδομάδα, αντί του προεκτεθέντος νομίμου ωραρίου, ήτοι εργάζοντο πέραν του νομίμου ωραρίου καθημερινά 1 ώρα και 40 λεπτά.

Συνολικά δε εργάζοντο 48 ώρες την εβδομάδα συνυπολογιζόμενης και της υπερωριακής απασχόλησης την Κυριακή, όταν αυτοί εργάζονταν, που συναριθμείται στη συνολική παράνομη υπερωριακή απασχόληση αφού αυτή όπως προειπώθηκε αποτελούσε την έκτη ημέρα της εβδομαδιαίας εργασίας τους. Για την ως άνω εργασία τους δε ελάμβαναν τις συμφωνημένες και νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούσαν σε 40 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως.

Για την ως άνω πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία τους που δεν λάμβαναν αμοιβή, δικαιούνται για το επίδικο χρονικό διάστημα... τις ακόλουθες αμοιβές, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 4 ν. 2874/2000 που ίσχυσε μέχρι τις 30-9-2005 και το οποίο τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής. Ήτοι οι ως άνω ενάγοντες δικαιούνται για καθεμιά από τις 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας τους την εβδομάδα (41η, 42η και 43η ώρα) το ωρομίσθιό τους προσαυξημένο κατά 50% και για τις υπόλοιπες ώρες (44η έως 48η), που αποτελούσαν παράνομες υπερωρίες γιατί η εναγόμενη δεν είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η κείμενη νομοθεσία, ήτοι επίδοση έγγραφης αναγγελίας στο αρμόδιο κατά τόπο γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας και τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών...

δικαιούνται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα. Με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 αντικαταστάθηκε από 1-10-2005 το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 και επί εξαήμερης εργασίας νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου 40 ωρών η 41η έως και 48η ώρα θεωρούνται υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%.

Το άρθρο αυτό τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής για τους επίδικους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005. Δοθέντος ότι δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη τα ποσά που οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή ως λαμβανόμενο ωρομίσθιο, αυτοί δικαιούνται τ’ ακόλουθα ποσά: Η Μ. Κ. δικαιούται για μη καταβολή 8ωρης υπερωριακής απασχόλησης (3 ώρες ιδιόρρυθμης και 5 ώρες παράνομης) από την ημερομηνία πρόσληψης 1-4-2002 έως 30-9-2005:

α) για το έτος 2002 ωρομίσθιο 3,71 ευρώ X 50% X 3 ώρες X 40 εβδομάδες = 667,80 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 3,71 ευρώ X 150% X 5 ώρες X 40 εβδομάδες = 1.855 ευρώ παράνομη υπερωρία, β) για το έτος 2003 ωρομίσθιο 4,05 X 50% X 3 X 48 = 874,80 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,05 X 150% X 5 X 48 = 2.430 ευρώ παράνομη υπερωρία, γ) για το έτος 2004 ωρομίσθιο 4,62 X 50% X 3 X 48 = 997,92 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,62 X 150% X 5 X 48 = 2.772 ευρώ παράνομη υπερωρία και δ) για το έτος 2005 από 1-1-2005 έως 30-9-2005, ωρομίσθιο 4,93 X 50% X 3 X 36 = 798,66 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,93 X 150% X 5 X 36 = 2.218,19 ευρώ παράνομη υπερωρία και για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005, που οι πέραν των 40 ωρών 8 ώρες χαρακτηρίζονται ως υπερεργασία δικαιούται 4,93 X 25% X 8 ώρες X 8 εβδομάδες = 394,40 ευρώ υπερεργασία.

Ήτοι για τις παραπάνω αιτίες και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα οφείλεται συνολικά στην ως άνω ενάγουσα το ποσό των 13.008,77 (667,80 + 1.855 + 874,80 + 2.430 + 997,92 + 2.772 + 798,66 + 2.218,19 + 394,40) ευρώ. Ο Λ. Μ. του Τ. δικαιούται για μη καταβολή 8ωρης υπερωριακής απασχόλησης (3 ώρες ιδιόρρυθμης και 5 ώρες παράνομης) από την ημερομηνία πρόσληψης 1-9-2003 έως 30-9-2005:

α) για το έτος 2003 ωρομίσθιο 4,05 ευρώ X 50% X 3 ώρες X 20 εβδομάδες = 364,50 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,05 ευρώ X 150% X 5 ώρες X 20 εβδομάδες = 1.012,50 ευρώ παράνομη υπερωρία, β) για το έτος 2004 ωρομίσθιο 4,05 X 50% X 3 X 48 = 874,80 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,05 X 150% X 5 X 48 = 2.430 ευρώ παράνομη υπερωρία, γ) για το έτος 2005 από 1-1-2005 έως 30-9-2005 ωρομίσθιο 4,56 X 50% X 3 X 36 = 738,72 ευρώ ιδιόρρυθμη υπερωρία και 4,56 X 150% X 5 X 36 = 2.052 ευρώ παράνομη υπερωρία και για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005, που οι πέραν των 40 ωρών 8 ώρες χαρακτηρίζονται ως υπερεργασία, δικαιούται 4,56 X 25% X 8 X 8 = 364,80 ευρώ υπερεργασία.

Ήτοι για τις παραπάνω αιτίες και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα οφείλεται συνολικά στον ως άνω ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.837,32 (364,50 + 1.012,50 + 874,80 + 2.430 + 738,72 + 2.052 + 364,80) ευρώ". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη Μ.

Κ. το ποσό των 13.452,14 ευρώ και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στο Λ. Μ. το ποσό των 8.247,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε επί μέρους αξίωση κατέστη απαιτητή), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τους ενάγοντες αυτούς, πλην των απορριπτικών της διατάξεων, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη Μ.

Κ. το ποσό των 13.008,77 ευρώ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στο Λ. Μ. το ποσό των 7.837,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, συνυπολογίζοντας στο συνολικό χρόνο υπερωριακής απασχόλησης των εναγόντων το χρόνο υπερωριακής απασχόλησής τους επί δύο με τρεις Κυριακές κάθε μήνα, οι οποίες σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν συναριθμούνται και δεν συνυπολογίζονται στις ώρες της παρεχόμενης κατά την ίδια εβδομάδα υπερεργασίας και υπερωρίας εφόσον δεν υπερβαίνουν το οκτάωρο ή εννεάωρο αντιστοίχως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 β.δ. 748/1966, 2 ν. 435/1976, 4 ν. 2874/2000 και της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που συνυπολόγισε στο συνολικό χρόνο υπερωριακής απασχόλησης των εναγόντων το χρόνο υπερωριακής απασχόλησής τους επί δύο με τρεις Κυριακές κάθε μήνα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5302/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέµπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ