Legislator Case Law & Legislation
2115/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against contradictory reasoning in inheritance partition judgment regarding specific heirs.

Case Number 2115/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court judgment concerning the partition of an estate. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory regarding the inheritance shares of the deceased's co-heirs. The court found this contradiction sufficient to invalidate the legal basis of the decision for the eight named heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 562(4) of the Code of Civil Procedure; Contradictory reasoning in a judgment regarding inheritance shares renders the decision legally flawed and subject to annulment.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning inheritance partition annulment of judgment co-heirs rights legal basis defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 983 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 1710 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 32/1996
Supreme Court of Greece, 27/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2115 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2115/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος συνεχίζει τη δίκη, ως κληρονόμος της αποβιωσάσης μητέρας του Ψ, το γένος ΑΑ, 2) Ψ2, το γένος ΑΑ, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Ψ4, κατοίκου ..., 5) Ψ5, το γένος ΓΓ, κατοίκου ..., 6) Ψ6, το γένος ΓΓ, κατοίκου ..., 7) Ψ7, το γένος ΓΓ, κατοίκου ..., 8) Ψ8, το γένος ΓΓ, κατοίκου ... και 9) Ψ9, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δέλιο, πλην της 2ης και 9ου που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22423/2004 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1648/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 8-2-2007 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-9-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους οκτώ πρώτους των αναιρεσιβλήτων κατ' αποδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, πρότεινε να συμπληρωθεί.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η άνω συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η 2η και ο 9ος των αναιρεσιβλήτων. Από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η υπόθεση είχε αναβληθεί από το πινάκιο κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-3-2008 για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζει τις ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από τις οποίες αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους Ψ2 και Ψ9. Επίσης προσκομίζει τις ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή από τις οποίες προκύπτει ότι αντίγραφο της από 8-2-2007 κλήσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 19-3-2008 οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως αυτών για την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλήτευσής των και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, πρέπει παρά την απουσία τους η συζήτηση να προχωρήσει.

ΙΙ. Περαιτέρω, παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 553 ΚΠολΔ, είναι η κρινόμενη από 10-12-2004 αίτηση αναίρεσης κατά της 22423/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι αυτή ασκήθηκε μετά την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης, αφού, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... και το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του ίδιου Πρωτοδικείου που προσκομίζει η αναιρεσείουσα η μεν πιο πάνω 22423/2004 απόφαση επιδόθηκε σ' αυτήν στις 14 Οκτωβρίου 2004 χωρίς μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 518 ΚΠολΔ προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση της έφεσης που άρχισε από την εν λόγω επίδοση, να ασκηθεί κατ' αυτής το ένδικο μέσο της έφεσης, η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 10 Δεκεμβρίου 2004, ήτοι μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση της έφεσης και μέσα στη νέα προθεσμία επίσης των 30 ημερών, την προβλεπόμενη από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την άσκηση της αναίρεσης.

ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμο βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 1/1987, Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1316/1992). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ.

πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων επαρκώς ορισμένη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής είχε προταθεί νόμιμα από την αναιρεσείουσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ. 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα ως αληθινά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη τους. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 10 [και όχι όπως αναφέρει από τον αριθμό 11] του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως αληθινούς τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί κτήσεως από τους ενάγοντες της σύννομης του επιδίκου ακινήτου με κληρονομικές εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου διαδοχές από τους κληρονομηθέντες συννομείς τούτου, χωρίς να έχουν προσκομισθεί από τους ενάγοντες αποδείξεις για τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν αναφέρεται ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Μονομελές Πρωτοδικείο από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και των εγγράφων που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

V. Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του αυτού Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν αυτή την εξουσία έχει με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος (Α.Π. 1386/2002).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 983, 1051, 1846, 1872 παρ. 1, 1193, 1198 του Α.Κ, προκύπτει ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή του ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο του και χωρίς την αποδοχή από αυτόν της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης αποδοχής και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο χρησικτησίας των προκτητόρων του στο δικό του χρόνο νομής. (Α.Π. 463/2004, Α.Π. 984/2002, Α.Π. 165/2004).

Προϋπόθεση για την κατά το άνω άρθρο 983 Α.Κ. αυτοδίκαιη μεταβίβαση της νομής με κληρονομική διαδοχή είναι η κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου νομέα ύπαρξη στο πρόσωπο του διαδόχου του στη νομή της ιδιότητας του αληθινού κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης, είτε εξ αδιαθέτου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ.) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, αρκεί μόνο το πόρισμα που συνάγεται από αυτές να εκτίθεται με σαφήνεια. (Ολ. Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά:

Ο ΑΑ, κάτοικος όσο ζούσε ..., περί το έτος 1930 αγόρασε ατύπως και έκτοτε κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1360 τ.μ. κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... Ν. ... . Ο ως άνω ΑΑ απεβίωσε στις 15-3-1945 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του ΒΒ κατά ποσοστό 10/40 ή 60/240 εξ αδιαιρέτου και από τα πέντε τέκνα του, ήτοι τις δύο πρώτες ενάγουσες θυγατέρες του και τους γιους του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, κατά ποσοστό 6/40 ή 36/240 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα.

Από τους ανωτέρω κληρονόμους του ΑΑ α) η σύζυγός του, ΒΒ, που απεβίωσε στις 5-12-1974, με την υπό αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Σωτηρίου Παπαδήμα, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέλιπε το κληρονομικό της μερίδιο στο επίδικο ακίνητο (60/240) στο συγκληρονόμο γιο της ΔΔ και έτσι το ιδανικό μερίδιο του τελευταίου επί του επιδίκου ακινήτου ανήλθε σε 96/240 εξ αδιαιρέτου.

β) Ο γιος του ΓΓ απεβίωσε στις 29-8-1984 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του ΣΤ και τα έξι τέκνα τους, ήτοι τους τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη των εναγόντων. Στις 6-9-1988 απεβίωσε η ΣΤ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω έξι τέκνα της, ήτοι τους τρίτη έως και όγδοη των εναγόντων ,στους οποίους έτσι περιήλθε κατ' ίσα μέρη το επί του επιδίκου κληρονομικό μερίδιο του πατέρα τους (36/240), δηλαδή ποσοστό 6/240 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, γ) Ο γιος του ΔΔ απεβίωσε στις 13-10-1988 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ΖΖ κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, τις δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές του και τον αδελφό του ΕΕ, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, και από τους τρίτη έως και όγδοη των εναγόντων, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του ΓΓ, κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου συνολικά.

Έτσι από το ιδανικό μερίδιο του ΔΔ (96/240) επί του επιδίκου στη σύζυγό του ΖΖ περιήλθε ποσοστό 48/240 εξ αδιαιρέτου, στις δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές του και τον αδελφό του ΕΕ περιήλθε ποσοστό 12/240 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στους τρίτη έως και όγδοη των εναγόντων περιήλθε ποσοστό 12/240 εξ αδιαιρέτου συνολικά.

Η ΖΖ, που απεβίωσε στις 7-6-2001, με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Στέφανου Κουτσιμάνη και δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλιπε το κληρονομικό της μερίδιο επί του επιδίκου (48/240) στον ενδέκατο ενάγοντα, τέκνο της θυγατέρας της ΘΘ από τον πρώτο της γάμο (ήδη ένατο αναιρεσίβλητο) και δ) ο γιος του ΕΕ απεβίωσε στις 30-10-1995 χωρίς να συντάξει διαθήκη και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του ΗΗ, τις δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές του και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του ΓΓ (τρίτη έως και όγδοη ενάγοντες).

Έτσι από το ιδανικό μερίδιο του ΕΕ επί του επιδίκου ακινήτου (48/240) περιήλθε στη σύζυγο του ΗΗ ποσοστό 24/240 εξ αδιαιρέτου, σε κάθε μια από τις δύο ενάγουσες αδελφές του ποσοστό 8/240 εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του αδελφού του ΓΓ (τρίτη έως και όγδοη ενάγοντες) ποσοστό 8/240 εξ αδιαιρέτου συνολικά, Με βάση τις παραπάνω κληρονομικές διαδοχές οι ενάγοντες κατέστησαν συγκληρονόμοι και συννομείς του επιδίκου ακινήτου, η πρώτη κατά ποσοστό 56/240, η δεύτερη κατά ποσοστό 56/240, οι τρίτη, τέταρτος, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη κατά ποσοστό 56/240 συνολικά και κατ' ίσα μέρη ο καθένας και ο ενδέκατος κατά ποσοστό 48/240, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 24/240 εξ αδιαιρέτου συννομέας του επιδίκου ακινήτου ήταν η ΗΗ, στην οποία περιήλθε το ποσοστό αυτό από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του προαναφερομένου συζύγου της ΕΕ.

Το επίδικο αγροτεμάχιο καλλιεργούσε μέχρι το θάνατο του ο αρχικός δικαιοπάροχος των εναγόντων ΑΑ και μετά το θάνατο του το κατείχαν και το νέμονταν από κοινού και αδιαιρέτως, με διάνοια συγκυρίων, οι κληρονόμοι αυτού, οι οποίοι το καλλιεργούσαν εκ περιτροπής χωρίς ποτέ κανείς από αυτούς να προβάλει ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας, αφού όλοι γνώριζαν ότι αυτό ήταν κληρονομιαίο και ανήκε σε όλους κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου.

Έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία ο καθένας κατά το προαναφερόμενο ιδανικό του μερίδιο. Ουδέποτε ο εκ των κληρονόμων ΕΕ κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο αγροτεμάχιο για δικό του λογαριασμό. Μάλιστα αυτός στην από 10-10-1992 δήλωση ιδιοκτησίας που υπέβαλε για το επίδικο ακίνητο δήλωσε ότι του ανήκει κατά ποσοστό συγκυριότητας 20% και ότι συνιδιοκτήτες τούτου τυγχάνουν οι δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές του και οι κληρονόμοι των αδελφιών του ΓΓ και ΔΔ, αναγνωρίζοντας έτσι την ύπαρξη συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Παρά ταύτα ο ανωτέρω ΕΕ με την υπ'αριθμ. ... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Θεοδώρου Χάντζου και δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 117/26-1-1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέλιπε ολόκληρο το επίδικο αγροτεμάχιο στη σύζυγο του ΗΗ, η οποία και αποδέχθηκε, με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. ...

πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Νίκα, κατά την κατάρτιση της οποίας εκπροσωπήθηκε από τον αδελφό της ΚΚ, την κληρονομιά του ως άνω συζύγου της, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο αγροτεμάχιο. Ακολούθως η ΗΗ με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς του ίδιου συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατά την κατάρτιση του οποίου εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω αδερφό της ΚΚ, μεταβίβασε σ' αυτόν κατά ψιλή κυριότητα, λόγω δωρεάς, το επίδικο αγροτεμάχιο.

Στη συνέχεια ο ΚΚ με το ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το επίδικο κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στην εναγόμενη θυγατέρα του. Η τελευταία όμως δεν απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου, διότι ο μεταβιβάσας πατέρας της δεν ήταν κύριος, αφού, όπως εκτέθηκε, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ΕΕ δεν κατέστη ποτέ αποκλειστικός κύριος τούτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους τούτου κατά τα προαναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου, κατά τα οποία και διέταξε την απόδοση του σ' αυτούς από την εναγομένη.

Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, γιατί περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής στο πρόσωπο των οκτώ πρώτων εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας σε σχέση με τα ιδανικά μερίδια τα περιελθόντα σ' αυτούς από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του συννομέα ΕΕ.

Ειδικότερα το Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώ δέχεται ότι ο από τους συγκληρονόμους του αρχικού νομέα ΕΕ με δημόσια διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα, κατέλιπε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο στη σύζυγό του ΗΗ, γεγονός που αποκλείει την εξ αδιαθέτου διαδοχή αυτού ως προς το ιδανικό μερίδιο 48/240 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο αυτός ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του συννομέας του επιδίκου ακινήτου, παρά ταύτα δέχεται εν συνεχεία αντιφατικώς ότι ο εν λόγω συννομέας απεβίωσε στις 30-10-1995 χωρίς να αφήσει διαθήκη, ότι η επί του επιδίκου σύννομη του περιήλθε με διαδοχή του εξ αδιαθέτου σε ποσοστό 24/240 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του ΗΗ, σε ποσοστό 8/240 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία από τις δύο πρώτες ενάγουσες αδελφές του και σε ποσοστό 8/240 εξ αδιαιρέτου συνολικά στους τρίτη έως και όγδοη ενάγοντες (τέκνα του αδελφού του ΓΓ) και ότι οι ίδιοι ενάγοντες ασκώντας σύννομη στο επίδικο και κατά τα αδιαίρετα αυτά ποσοστά απέκτησαν την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία και κατά τα εν λόγω ποσοστά.

Λόγω των παραπάνω αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 983, 1045, 1051, 1710 του Α.Κ. που εφαρμόσθηκαν. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται από τον Εισηγητή σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως προς τον προσδιορισμό των περιεχομένων στην απόφαση αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους οκτώ πρώτους των αναιρεσιβλήτων.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ίδιο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι στερείται γενικώς ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους νόμιμη βάσης, και λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δεν προσδιορίζεται το ουσιώδες ζήτημα ως προς το οποίο υφίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών (Ολ.Α.Π. 32/1996, και 27/1998).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους οκτώ πρώτους αναιρεσίβλητους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2004 αίτηση για αναίρεση της 22423/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τον ένατο αναιρεσίβλητο Ψ9.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους υπόλοιπους οκτώ πρώτους αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστή. Και

Καταδικάζει τους οκτώ πρώτους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ