Supreme Court dismisses insurance company's appeal on statute of limitations grounds for insurance premium refund claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The lower court ruled that the claim for a premium refund was subject to a twenty-year limitation period under Article 249 of the Civil Code, not the four or five-year periods applicable to insurance contracts. The court found the appellant's arguments regarding the applicable limitation period were baseless because no insurance contract existed between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 464 § 3, 577 § 3, 569 § 2, 106, 176, 183 § 1, 191 § 2, 249 of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; An insurance company's appeal is inadmissible if the lower court correctly applies the twenty-year limitation period for a refund claim where no insurance contract exists, rejecting the four or five-year limitation periods reserved for insurance disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2114 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2114/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της εταιρείας έχει αλλάξει από "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε." σε "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2988/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1105/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2022 αίτησή της και τους από 8-10-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6-5-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1105/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21-12-2018 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου και της υπ'αριθ. 2988/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) να καταβάλει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των 645.634,63 ευρώ νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 4-3-2022, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 11-5-2022 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552,553, 556,558, 464 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 6-5-2022 αίτησης ορίστηκε η δικάσιμος της 11-12-2023 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-11-2024). Η αναιρεσείουσα με το από 8-10-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 9-10-2024 και επέδωσε αυθημερόν στον αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ'αριθ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, άσκησε πρόσθετους λόγους, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για το ίδιο κεφάλαιο, ήτοι αυτό στο οποίο στηρίζεται η αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου.
Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ'ουσίαν. Σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Κατά τη διάταξη του άρθ. 216 § 1α ΚΠολΔ, η ιστορική βάση του αντικειμένου της δίκης ταυτίζεται σε όλη της την έκταση με την ιστορική βάση της αγωγής, διότι εντάσσεται στη λειτουργία και στις επιδιώξεις της διατάξεως. Με την ολοκληρωμένη αποτύπωση των ουσιωδών γεγονότων, διασφαλίζονται, τόσο η ευχέρεια του δικαστηρίου να διερευνήσει το νόμω βάσιμο της αγωγής και να τάξει τις αναγκαίες αποδείξεις όσο και οι αμυντικές δυνατότητες του εναγομένου.
Εξάλλου, όταν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθ. 110 § 2 ΚΠολΔ), οπότε κατά κανόνα θα συντρέχει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2011, ΑΠ 698/2005). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του περιστατικά, διαφορετικά μεν, αλλά συναφή με τα περιστατικά της αγωγής, που προέκυψαν από τις αποδείξεις (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 663/2018, ΑΠ 609/2012) ή, γενικότερα, περιστατικά που δεν περιέχονται μεν στην αγωγή, αλλά δεν συνιστούν ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της, ούτε αναιρούν την ταυτότητα του βιοτικού συμβάντος (ΑΠ 910/2017), όπως π.χ. επί αγωγής από αδικοπραξία περιστατικά υπαιτιότητας, που προκύπτουν από τις αποδείξεις και δεν προσδίδουν στην απόφαση εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής, περιστατικά προστήσεως, όταν στην αγωγή αναφέρεται μόνο η αόριστη αυτή νομική έννοια (ΑΠ 886/2017).
Με τον 2ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την από 19-6-2007 αγωγή ως απαράδεκτη λόγω απαράδεκτης μεταβολής της ιστορικής βάσης της με τις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντος, αλλά και διότι έλαβε υπόψη του αγωγικούς ισχυρισμούς που δεν περιέχονταν στην ιστορική βάση της αγωγής, που όμως συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή αυτής, κατά παράβαση του άρθ. 224 ΚΠολΔ, παράβαση που η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, τον οποίο η προσβαλλομένη απέρριψε, ενώ με τον 7ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον ίδιο αριθμό του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό της, που πρότεινε με τον 5ο λόγο εφέσεως σχετικά με την μη αναγραφή στην ιστορική βάση της αγωγής του προσώπου που εισέπραξε το αιτούμενο ποσό, και την σχέση του με την αναιρεσείουσα εταιρία.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 19-6-2007 αγωγής και των εν γένει διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι σ'αυτήν ο ενάγων/αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι το καλοκαίρι του 2001 υπέβαλε στην εναγομένη εταιρία τις αναφερόμενες δύο αιτήσεις για τη σύναψη ιδιωτικού συμφωνητικού ασφάλισης ζωής (πρόγραμμα "Αξία Ζωής") κατά τους γενικούς όρους της εναγομένης για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, αντίγραφο των οποίων του εγχείρισε, το οποίο επισυνάπτει αυτούσιο στην αγωγή.
Ότι το συνολικό ύψος των ασφαλίστρων για το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανήλθε στο ποσό των 220.000.000 δραχμών, προκαταβλητέο σε δύο ισόποσες δόσεις που όφειλε να καταβάλει μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου του 2001. Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής προκατέβαλε στην εναγομένη την 30-8-2001 και 30-9-2001 σε δύο δόσεις των 110.000.000 δραχμών εκάστη το σύνολο των ασφαλίστρων, προς απόδειξη δε της καταβολής η εναγομένη εξέδωσε στο όνομά του δύο αποδείξεις προκαταβολής ασφαλίστρων, στις οποίες περιέχονταν οι όροι της προκαταβολής, μεταξύ των οποίων και ο όρος Δ' στον οποίο αναφερόταν ότι αν η εταιρία δεν αποδεχόταν την αίτηση και δεν εξέδιδε ασφαλιστήριο εντός μηνός από την αίτηση (δηλ.
έως 30-10-2001) ή εκδώσει διαφορετικό και δεν το παραλάβει ο αιτών, η αίτηση θεωρείται ως μη γενομένη και η προκαταβολή θα επιστρέφεται όταν ο αιτών επέστρεφε την απόδειξη. Ότι η εναγομένη ουδέποτε εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παραβιάζοντας τόσον τον σχετικό όρο της συμφωνίας, όσον και την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λόγος για τον οποίο αυτός διαμαρτυρήθηκε με σχετικά εξώδικα που της επέδωσε, με το τελευταίο στις 22-7-2002, ζητώντας εν τέλει την επιστροφή του ποσού των 220.000.000 δραχμών προσφερόμενος να της επιστρέψει τις δύο αποδείξεις καταβολής των ασφαλίστρων.
Ότι η εναγομένη αρνήθηκε την συναλλαγή. Ότι η ματαίωση της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης οφειλόταν σε υπαίτια, παράνομη και αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης, που εκδηλώθηκε μέσω των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων υπαλλήλων της, η οποία έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του και με αντίστοιχη ζημία του και ότι γι'αυτό υποχρεούται να του αποδώσει τον πλουτισμό νομιμοτόκως από 30-10-2001 για αιτία που δεν επακολούθησε.
Περαιτέρω ζήτησε το ως άνω ποσό και με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (υπεξαίρεση), συνακόλουθα δε ζήτησε και την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την αδικοπραξία των οργάνων και προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης. Ως νομική βάση των αξιώσεών του προσδιόρισε αυτές από την ενδοσυμβατική ευθύνη με βάση την επικαλούμενη συμφωνία που εμπεριείχετο στον όρο Δ' των αποδείξεων προκαταβολής, σωρευτικά δε τις διατάξεις των άρθ. 197, 198 ΑΚ, 914, 922, 932 ΑΚ και τέλος, επικουρικά, τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (904 επ.
ΑΚ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ. 2988/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το πρωτoδίκως δικάσαν δικαστήριο έκρινε νόμιμη τη βάση της αγωγής από τη σύμβαση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 340,341, 345,361 ΑΚ και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατ'ουσίαν αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 645.634,63 ευρώ νομιμοτόκως από 30-7-2002 (όπως η ημερομηνία αυτή διορθώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση), απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αξίωση καθό μέρος ερείδετο στις διατάξεις των άρθ. 197, 198 ΑΚ, δεχόμενο ότι υπάρχει ενεργή τέλεια συμφωνία των διαδίκων και όχι στάδιο διαπραγματεύσεων, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθό μέρος ερείδετο στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, με το σκεπτικό ότι δεν μνημονεύεται στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά συγκεκριμένου φυσικού προσώπου, που να του προκάλεσε την ζημία και με ποια ιδιότητα ενήργησε αυτό και τέλος απέρριψε την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της επικαλούμενης συμβατικής σχέσης και του επιβοηθητικού χαρακτήρα της αξίωσης από αυτόν.
Αναφέρει μάλιστα ότι η εναγομένη με τις προτάσεις στο πλαίσιο της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής, επικαλέστηκε την ύπαρξη προσωπικών συναλλαγών του ενάγοντος με την ασφαλιστική σύμβουλο Σ. Κ.-Μ., αναφορά στην οποία, εξάλλου, προβαίνει και ο ενάγων με τις πρωτόδικες προτάσεις του. Επι ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης/αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, εκδόθηκε η προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με το εδώ ερευνώμενο αναιρετικό σφάλμα, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνιστούν, κατά την εκκαλούσα, νέα ιστορική βάση της αγωγής, καθώς και ότι παρά τον νόμο, δεν απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Ειδικότερα, η εκκαλούσα επικαλείται σαν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν αναφέρονται στην αγωγή, αλλά στις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντας, ότι δηλαδή το αιτηθέν χρηματικό ποσό των 220.000.000 δραχμών κατεβλήθη από τον ενάγοντα τμηματικά από το έτος 1999 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2001, στην εναγόμενη, μέσω διαδοχικών καταθέσεων σε λογαριασμό της ασφαλιστικής της συμβούλου Σ.
Κ.-Μ., ενώ όπως αναφέρεται στην αγωγή, το εν λόγω ποσό είχε προκαταβληθεί στην εναγόμενη, την 30-8-2001 και 30-9-2001 σε δύο ισόποσες δόσεις των 110.000.000 δραχμών εκάστη. Η διασαφήνιση όμως, αυτή ως προς τον τρόπο καταβολής του ποσού, του οποίου ζητείται η επιστροφή, δεν συνιστά υποκατάσταση της ιστορικής βάσης της αγωγής ή προσθήκη σ' αυτή ουσιωδών αυτοτελών γεγονότων που να θεμελιώνουν, από κοινού με τα ιστορούμενα ή μόνα αυτά, τις αγωγικές απαιτήσεις.
Αντίθετα, τα σχετικά περιστατικά διασαφηνίζουν το βασικό βιοτικό συμβάν του ιστορικού της αγωγής, δηλαδή της καταβολής από τον ενάγοντα του εν λόγω ποσού στην εναγόμενη, η οποία αρνείται να το επιστρέψει, και συνιστά το αντικείμενο του αγωγικού αιτήματος που κρίθηκε βάσιμο. Επομένως, δεν πρόκειται για απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, ο δε σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επίσης, απορριπτέος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, απορρίπτοντας έτσι την υποβληθείσα πρωτοδίκως σχετική ένστασή της. Ειδικότερα, η εναγόμενη-εκκαλούσα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται ποιο πρόσωπο εισέπραξε το οφειλόμενο ποσό και ποια ήταν η σχέση του προσώπου αυτού με την εναγόμενη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία.
Η αναφορά όμως, των στοιχείων αυτών δεν απαιτείται για το ορισμένο της κρινόμενης αγωγής, καθόσον σε αυτήν περιέχεται σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν το αντικείμενο της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στην εναγόμενη η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Συγκεκριμένα, εκτίθεται στην αγωγή η καταβολή από τον ενάγοντα στην εναγόμενη εταιρεία του επίμαχου ποσού, η μη επιστροφή του και η αξίωση επιστροφής της δοθείσας προκαταβολής, με βάση ρητό όρο της μεταξύ τους συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης της σύμβασης, την οποία είχαν συμφωνήσει τα μέρη να καταρτίσουν.
Επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δεν αναφέρονται και τα προαναφερόμενα στοιχεία (ήτοι ποιο πρόσωπο εισέπραξε και ποια ήταν η σχέση του με την εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρεία) συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και αποτελούν θέμα απόδειξης". Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον η διασαφήνιση του τρόπου καταβολής του ποσού με την παρεμβολή της προστηθείσας υπαλλήλου, όπως προέκυψε από τα αναφερόμενα στις πρωτόδικες προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων και τις αποδείξεις, κατά την ανέλεγκτη παραδοχή των δικαστηρίων της ουσίας, τις οποίες υιοθέτησε το Εφετείο, ουδόλως μεταβάλει την ιστορική βάση της αγωγής, η οποία εν προκειμένω, μετά την απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιορίστηκε στην μόνη ερευνηθείσα ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης/αναιρεσείουσας, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι το ιστορούμενο χρηματικό ποσό καταβλήθηκε δια της δεκτικής καταβολής ασφαλιστικής συμβούλου στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία.
Περαιτέρω, ορθά κρίθηκε ότι η αναγραφή στην αγωγή του προς ό η καταβολή προσώπου και του τρόπου εισπράξεως του κρίσιμου χρηματικού ποσού, δεν αποτελούν στοιχεία της ιστορικής βάσεως της αγωγής, η έλλειψη των οποίων θα επέφερε την ποσοτική αοριστία αυτής, δυνάμενα να συμπληρωθούν, όπως και έγινε, με τις αποδείξεις. Ορθά, συνεπώς, το Εφετείο απέρριψε τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας σχετικά με το παραδεκτό της συμπλήρωσης της ιστορικής βάσης της αγωγής και το ορισμένο αυτής ως αβάσιμους και συνεπώς οι 2ος και 7ος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθ. 559 § 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου, πρέπει, κατά το άρθρο 566 § 1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο πρωτίστως τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία φέρονται ότι παραβιάστηκαν και επιπλέον, ο κανόνας του δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν ή όχι, η έννοια την οποία προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα που εφάρμοσε και την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως εσφαλμένη και η κατά την εκδοχή του ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 2050/2022, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 1117/2012).
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 559 § 1 εδ.β'ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, όντας έμπειρος επιχειρηματίας με γνώσεις πολύπλοκων χρηματιστηριακών συναλλαγών και επενδύσεων, κατέβαλε τμηματικά κατά τις εκεί αναφερόμενες ημερομηνίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 220.000.000 δραχμών δια της ασφαλιστικής συμβούλου Σ.
Κ.-Μ. από το έτος 1999 έως το έτος 2000 προκειμένου να λάβει ενάμιση και πλέον έτος αργότερα δύο αποδείξεις προκαταβολής ασφαλίστρου, τη μια στις 30-8-2001 και τη δεύτερη στις 30-9-2001, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας συνιστάμενα στο ότι: α) ο έμπειρος επενδυτής αλλά ακόμα και ο αφελέστερος των συναλλασσομένων όταν καταβάλει ένα ποσό και μάλιστα ιδιαίτερα υψηλό, το λιγότερο το οποίο αξιώνει είναι μία απόδειξη καταβολής, β)Όταν η καταβολή του έμπειρου επενδυτή αλλά και του αφελέστερου συναλλασσόμενου στοχεύει στη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή και οποιοσδήποτε νόμιμης αιτίας, το λιγότερο το οποίο αξιώνει είναι κάποιο έγγραφο που να πιστοποιεί τη βούλησή του, έστω και ατελές, έστω και υβριδιακά και δεν αρκείται σε προφορική συμφωνία με τρίτο πρόσωπο.
γ)ένας έμπειρος επενδυτής αλλά και ο αφελέστερος των συναλλασσομένων δεν χάνει παραστατικά για καταβολή ποσού 80.000.000 δρχ. ούτε αιτήσεις ασφάλισης αν η βούλησή του είναι πράγματι η σύναψη ασφάλισης, ούτε καταβάλει χρήματα με τον τρόπο που ισχυρίζεται ότι τα κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, αλλά επιδιώκει την κατευθείαν συναλλαγή με την ασφαλιστική εταιρία και επικοινωνεί μαζί της δ)και δεν εγείρει αγωγή έξι χρόνια μετά την φερόμενη αθέτηση της συμφωνίας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παραγάγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1, 2 και 5§1 του Συντάγματος).
Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 4/1998, ΑΠ 1209/2024, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 1518/2013, ΑΠ 455/2014).
Θεμέλιο της ΑΚ 361 αποτελεί η ισορροπία δυνάμεων των συμβαλλομένων μερών. Σε αυτήν ακριβώς απέβλεπε ο νομοθέτης, διότι θεώρησε ότι με τον τρόπο αυτόν θα επιτυγχανόταν και η ουσιαστικού δικαίου ισότητα. Μέσω της συμβατικής ρύθμισης, λοιπόν, το περιεχόμενο της οποίας τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ελεύθερα να διαμορφώσουν όπως επιθυμούν, τηρώντας μόνο κάποια απώτατα όρια ως προς την τήρηση των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση αντιτιθέμενων συμφερόντων, ως αποτέλεσμα της ισορροπίας δυνάμεων των συμβαλλομένων.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 2 §§ 1, 2, 5 και 8 § 1 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: α) Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση, άρθρο 1 § 1), β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή ... (άρθρο 2 § 1), γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο (άρθρο 2 § 2), δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 § 5), ε) το δικαίωμα εναντίωσης αποσβήνεται μετά πάροδο δέκα μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου (άρθρο 2 § 6), στ) η ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον συμφωνήθηκε για ορισμένο χρόνο, λύεται με την πάροδο του χρόνου αυτού, εκτός αν έχει συμφωνηθεί σιωπηρή παράταση.
Η σιωπηρή παράταση δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους (άρθρο 8 § 1). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.
Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ` οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, με την είσπραξη του ασφαλίστρου κλπ. (ΑΠ 1522/2022, ΑΠ 242/2011, ΑΠ 1825/2008, ΑΠ 1308/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.1569/1985 "περί διαμεσολάβησης στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2496/1997 (πριν την κατάργησή τους από το άρθρο 47 Ν 4583/2018), τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.
Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ως άνω ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων", οπότε στην περίπτωση αυτή, καταβάλλει σ` αυτόν επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση, ο δε ασφαλιστικός σύμβουλος θεωρείται θεματοφύλακας των εισπραττόμενων και οφείλει να τα αποδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα.
Μολονότι, όμως, τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ασφαλιστικός σύμβουλος ευθύνεται ως θεματοφύλακας, τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ` αυτή των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου.
Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστικός σύμβουλος ενέχεται από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης, για τα ασφάλιστρα που εισέπραξε με την ιδιότητά του αυτή και δεν τα απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, στην ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν, μετά την είσπραξή τους, λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση (ΑΠ 768/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή. Κατά την έννοια του ανωτέρου άρθρου, καταβολή είναι η προσήκουσα εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής σε τρόπο που να ικανοποιείται το σχετικό συμφέρον του δανειστή, όπως αυτό προκύπτει αντικειμενικά από τη σύμβαση, δηλαδή, για να είναι προσήκουσα η καταβολή πρέπει να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβληθείσας παροχής σε τρόπο που ο δανειστής να λαμβάνει από τον οφειλέτη ό,τι δικαιούται να αξιώσει απ` αυτόν σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και δεν αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005).
Η καταβολή χρέους δεν αποτελεί δικαιοπραξία αλλά απλή εξοφλητική (υλική) πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός (ΑΠ 431/2024, ΑΠ 907/2005). Προσέτι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 417 § 1 και 424 εδ. α` ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση, για να λειτουργήσει η καταβολή ως αποσβεστικός λόγος της ενοχής, είναι, πλην άλλων, να γίνει αυτή στο δανειστή ή σε όποιον επιτρέπεται να δεχθεί την καταβολή και τέτοιος είναι:
α) είτε ο πληρεξούσιος του δανειστή, β) είτε ο εξουσιοδοτημένος από το δανειστή να λάβει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό αλλά υπό τη συγκατάθεση του δανειστή, γ) είτε ο δυνάμει συμφωνίας δανειστή και οφειλέτη διορισμένος ως δεκτικός της καταβολής, ενώ ο οφειλέτης προβαίνοντας σε καταβολή, υπό τις προαναφερθείσες αναγκαίες προϋποθέσεις της, έχει το δικαίωμα να ζητήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη, η απόδοση της οποίας από μεν ουσιαστική άποψη είναι οιονεί δικαιοπραξία, από δε δικονομική άποψη αυτή αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας, που αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οφειλέτη, μη αποκλεισμένης, όμως, της ανταποδείξεως (ΑΠ 527/2025, ΑΠ 626/2010, ΑΠ 1051/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ελέγχονται επίσης τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής (ΑΠ 1802/2014, ΑΠ 655/2010, ΑΠ 1734/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος από την επί σειρά ετών επιχειρηματική του δραστηριότητα καθώς και από την ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο είχε αποκτήσει αρκετά μεγάλα χρηματικά ποσά, από το έτος 1999 αναζητούσε επωφελή τρόπο επένδυσης αυτών, δεδομένης της καθοδικής τάσης που επικρατούσε στο Χρηματιστήριο εκείνη την εποχή, όπως, μετά λόγου γνώσης, κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος εκείνη την εποχή εργαζόταν ως χρηματιστηριακός μεσίτης σε Α.Ε.Λ.Δ.Ε. (Ανώνυμη Εταιρεία Λήψης και Διαβίβασης Εντολών).
Κατόπιν, λοιπόν, ενημέρωσης του ενάγοντος ότι η εναγόμενη διέθετε στο κοινό ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία εξασφάλιζαν κερδοφορία, επισκέφθηκε αυτός τα γραφεία της τελευταίας στο Μαρούσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη Σ. Μ.-Κ., ασφαλιστική σύμβουλο της εναγόμενης, πλην όμως με εξέχουσα θέση μέσα σε αυτήν, δεδομένου ότι αποτελούσε στενή συνεργάτιδα του μεγαλομετόχου και Προέδρου εκείνη την εποχή της εναγόμενης Δ.
Κ., και βραβευμένη από αυτόν για τις υπηρεσίες της προς την εναγόμενη. Κατόπιν επαφών με την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλο, προκειμένου να ενημερωθεί για το ανταποκρινόμενο στις ανάγκες του πρόγραμμα, ο ενάγων αποφάσισε να επενδύσει τα χρήματά του στο πρόγραμμα "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", σύμφωνα με το οποίο τμήμα του ασφαλίσματος θα επενδυόταν σε αμοιβαία κεφάλαια.
Το ποσό του ασφαλίστρου συμφωνήθηκε στο ποσό των 220.000.000 δραχμών και ο ενάγων άρχισε να καταβάλει αυτό τμηματικά σε λογαριασμό της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβούλου, με τη συμφωνία ότι, όταν θα συμπληρωνόταν το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό, τότε αυτός θα υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις προς σύναψη σύμβαση ασφάλισης με την εναγόμενη για το ανωτέρω πρόγραμμα και εν τέλει θα εκδιδόταν από την τελευταία το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Από τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο έγγραφα προέκυψε ότι αυτός: α)εξέδωσε εις διαταγήν του την υπ' αρ. ... επιταγή της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ", ποσού 30.000.000 δρχ., την οποία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στη Σ. Μ.-Κ., η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή την 1-3-1999, οπότε και εξοφλήθη (βλ. το αντίγραφο της επιταγής) , β)κατέθεσε το ποσό των 50.000.000 δρχ.
στην ίδια ως άνω τράπεζα και στον υπ'αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της ίδιας ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου Σ. Μ.-Κ. (βλ.το υπ'αρ. ...-1999 δελτίο κατάθεσης), γ)κατέθεσε το ποσό των 30.000.000 δρχ. στην ίδια ως άνω τράπεζα και στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό (βλ. το υπ'αρ. ...-1999 δελτίο κατάθεσης) και δ)κατέθεσε το ποσό των 30.000.000 δρχ.
στην ίδια ως άνω τράπεζα και στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό(βλ.το υπ'αρ. ...-2000 δελτίο κατάθεσης). Ήτοι, από τα προαναφερόμενα παραστατικά της ανωτέρω τράπεζας προκύπτει ότι ο ενάγων συνολικά κατέθεσε το ποσό των 140.000.000 δρχ. Για το υπόλοιπο ποσό του ασφαλίστρου, ύψους (220.000.000-140.000.000) 80.000.000 δρχ. ο ενάγων δεν προσκόμισε κάποιο παραστατικό, λόγω αδυναμίας του, καίτοι τα αναζήτησε από την ανωτέρω τράπεζα "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ".
Άλλωστε, δεν είχε κανένα λόγο να είχε διατηρήσει τα σχετικά παραστατικά, διότι η εναγόμενη, μέσω της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβούλου της, χορήγησε σε αυτόν σχετικές αποδείξεις προκαταβολής. Συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του έτους 2001 που το συνολικό χρηματικό ποσό είχε συμπληρωθεί, ο ενάγων υπέβαλε στην εναγόμενη, με τη διαμεσολάβηση της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβούλου, δύο αιτήσεις για την έκδοση του προγράμματος "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", τη μία την 30.8.2001 με αριθμό 807.819 και τη δεύτερη την 30.9.2011 με αριθμό 807.818.
Κατόπιν δε, τούτου η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλος εξέδωσε δύο έντυπες αποδείξεις προκαταβολής της εναγόμενης, η καθεμία για ποσό 110.000.000 δραχμές, στις οποίες αναγράφονται οι ανωτέρω αριθμοί των αιτήσεων και οι οποίες φέρουν το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της εναγόμενης και είναι συμπληρωμένες χειρόγραφα μόνο ως προς το όνομα του ενάγοντος, ως προς το ποσό, αριθμητικά και ολογράφως, την ημερομηνία και το όνομα της εισπράξασας Σ.
Μ.- Κ. φέρουν δε και την υπογραφή της τελευταίας. Στο οπίσθιο τμήμα των ανωτέρω αποδείξεων αναγράφονται οι όροι της προκαταβολής, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και ο υπό στοιχείο Δ' όρος, στον οποίο ορίζονται επί λέξει τα εξής: "Αν η Εταιρία δεν αποδεχθεί την αίτηση και δεν εκδώσει ασφαλιστήριο ή πρόσθετη πράξη μέσα σε ένα μήνα από την ''χρονολογία της αίτησης" ή εκδώσει διαφορετικό από ότι ζητήθηκε και δεν το παραλάβει ο συμβαλλόμενος, η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε και η προκαταβολή επιστρέφεται μόλις ο συμβαλλόμενος επιστρέψει την απόδειξη αυτή στην Εταιρία, εκτός αν σε περίπτωση αίτησης μόνο για αρχική ασφάλιση ή επαναφορά σε ισχύ ακυρωθείσας ο ασφαλιζόμενος είχε ασφάλιση για τον κίνδυνο θανάτου με βάση τις προϋποθέσεις 1 έως 3 του άρθρου Β οπότε η προκαταβολή δεν επιστρέφεται".
Αντίγραφα των αιτήσεων δεν χορηγήθηκαν στον ενάγοντα γι'αυτό και δεν τα προσκόμισε στο Δικαστήριο, αλλά και ούτε προσκομίστηκαν αυτά από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Αντίθετα, χορηγήθηκε στον ενάγοντα μόνο αντίγραφο των Γενικών Ορων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που θα κατάρτιζαν μεταξύ τους τα διάδικα μέρη.
Μετά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων και τη λήψη των αποδείξεων, ο ενάγων ανέμενε την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πλην όμως παρήλθε άπρακτη η συμφωνηθείσα προθεσμία του ενός μηνός από την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων, εντός της οποίας η εναγόμενη όφειλε να εκδώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Θορυβημένος ο ενάγων απευθύνθηκε στα γραφεία αυτής, όπου, κατόπιν συνεχών συναντήσεων με τους υπευθύνους της εναγόμενης, μεταξύ των οποίων ήταν και η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλος, έλαβε διαβεβαιώσεις ότι το ζήτημα που είχε δημιουργηθεί, θα λυνόταν με την επιστροφή σε αυτόν του ανωτέρω ποσού, που είχε ήδη καταβάλει για την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ως προς το θέμα αυτό βλ.
άπαντες τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν ότι συνόδευσαν τον ενάγοντα σε μερικές από αυτές τις συναντήσεις). Πλην όμως, επειδή η εναγόμενη καθυστερούσε την επιστροφή του ποσού, ο ενάγων με την από 18.7.2002 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση μετά διαμαρτυρίας, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη την 22.7.2002 (βλ.
τη με αριθμό ....2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Ξ.), εκθέτοντας το σύνολο των ανωτέρω, κάλεσε την εναγόμενη, εντός επτά ημερών από την επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής του, είτε να εκδώσει το συμφωνηθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο είτε να του επιστρέψει το ποσό των 220.000.000 δραχμών.
Σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, η εναγόμενη επέδωσε σε αυτόν την 6.8.2002 την από 25.7.2002 εξώδικη απάντησή της, στην οποία ανέφερε αυτολεξεί μεταξύ άλλων ότι : "Όπως ήδη σας έχουμε αναφέρει ουδεμία συναλλαγή αναγνωρίζεται, ιδίως στο ύψος των ποσών που αναφέρετε, εάν δεν αποδεικνύεται στην ολότητά της η καταβολή και ο τρόπος καταβολής των ποσών".
Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγόμενη αν και έλαβε το ανωτέρω συνολικό χρηματικό ποσό, προκειμένου να εκδώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", εντούτοις αυτή ουδέποτε το εξέδωσε, αρνούμενη παράλληλα να επιστρέψει το καταβληθέν ως ασφάλιστρο, ποσό των 220.000.000 δρχ., κατά παράβαση του ανωτέρω αναφερόμενου όρου της προκαταβολής, περί επιστροφής του εν λόγω ποσού σε περίπτωση μη έκδοσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, υπό την προϋπόθεση προσκομιδής από τον ενάγοντα των προαναφερόμενων αποδείξεων προκαταβολής, τις οποίες ο ενάγων προσκόμισε στην εναγόμενη.
Η τελευταία συνομολογεί ότι η Σ. Κ.-Μ. ήταν ασφαλιστική σύμβουλος, με την οποία συνεργαζόταν για την προώθηση των ασφαλιστικών προγραμμάτων της, στην οποία είχε αναθέσει και την είσπραξη των ασφαλίστρων, δεδομένου ότι με τις προτάσεις της αναφέρει ότι η ανωτέρω σύμβουλος είχε στα χέρια της αιτήσεις ασφάλισης και αποδείξεις προκαταβολής ασφαλίστρων της ιδίας.
Ως εκ τούτου, η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλος, τόσο κατά την είσπραξη του συνολικού ασφαλίστρου από τον ενάγοντα, όπως η δυνατότητα αυτή ρητά προβλέπεται στη διάταξη του 16 παρ. 4 του Ν. 1569/1985 "Διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης, σύσταση σώματος ειδικών πραγματογνωμόνων τροχαίων ατυχημάτων, λειτουργία γραφείου διεθνούς ασφάλισης και άλλες διατάξεις", όσο και κατά την έκδοση των προαναφερόμενων αποδείξεων προκαταβολής, τις οποίες είχε το δικαίωμα να εκδώσει, δεδομένου ότι ήταν εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη για την είσπραξη του ασφαλίστρου, λειτουργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης, δεσμεύοντας αυτή και με τον προαναφερόμενο υπό στοιχείο Δ' όρο των αποδείξεων, το κύρος του οποίου η εναγόμενη δεν αμφισβητεί.
Ωστόσο, η τελευταία, χωρίς να προσβάλλει τις εν λόγω αποδείξεις ως πλαστές, είτε ως προς το γεγονός ότι είναι συνταγμένες σε έντυπά της είτε ως προς το ότι το πρόσωπο που τις υπογράφει είναι η συγκεκριμένη επί σειρά ετών συνεργάτιδά της, ασφαλιστική σύμβουλος, που ήταν εξουσιοδοτημένη από αυτήν να εισπράττει ασφάλιστρα και να εκδίδει τις αντίστοιχες αποδείξεις, εντούτοις ισχυρίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις ανωτέρω αποδείξεις προκαταβολής ουδόλως συνδέονται με πραγματική καταβολή αυτών και συγκεκριμένα για την έκδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το πρόγραμμα "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", αλλά, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι εκδόθηκαν από τη Σ.
Κ.- Μ. προς εξασφάλιση απαίτησης που ο ενάγων διατηρούσε κατά της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙNTERAMERICAN ASSURANCE INTERNATIONAL LIMITED", με έδρα το Χάμιλτον των Βερμούδων, με την οποία η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλός της συνεργαζόταν επίσης με την ίδια ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου, από ήδη συναφθείσα μεταξύ του ενάγοντας και της αλλοδαπής εταιρείας σύμβαση ασφάλισης, η οποία αφορούσε σε επένδυση εκ μέρους του ενάγοντας, μέσω προγράμματος της τελευταίας, ποσού 500.000 δολαρίων Η.Π.Α..
με απόδοση μέχρι και 67.054 δολαρίων Η.Π.Α., ενώ από την τελευταία ως άνω ασφαλιστική σύμβαση ο ενάγων έχει ήδη εισπράξει το έτος 2002 από εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το ποσό των 518.449 δολαρίων Η.Π.Α. Πράγματι, μεταξύ του ενάγοντας και της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας είχε συναφθεί το με αριθμό ...-2000 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με ημερομηνία ισχύος την 1-3-2000, στα πλαίσια του οποίου ο ενάγων κατέβαλε ως ασφάλιστρο το ποσό των 500.000 δολαρίων Η.Π.Α..
με τη συμφωνία να λάβει μετά από δέκα έτη, δηλαδή την 1.3.2010, ως κεφάλαιο και απόδοση, το ποσό των 567.054 δολαρίων Η.Π.Α. Το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ο ενάγων το εξαγόρασε, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης του στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία, την 20.3.2002, δηλαδή μετά την πάροδο δύο ετών από τη σύναψη της σχετικής σύμβασης ασφάλισης, λαμβάνοντας το ποσό των 518.449 δολαρίων Η.Π.Α, όπως προβλεπόταν σχετικά στη σελίδα δύο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Πλην όμως, ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε συσχέτιση του ποσού των 220.000.000 δραχμών, που ο ενάγων είχε καταβάλει στην εναγόμενη για την έκδοση ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το πρόγραμμα "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", με το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας, ούτε και ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η έκδοση των αποδείξεων προκαταβολής έλαβε χώρα ως εγγύηση της απόδοσης του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, η εγγύηση αυτή να έχει αποσβεστεί, λόγω της εξόφλησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Εξάλλου, αν οι επίμαχες αποδείξεις προκαταβολής είχαν δοθεί ως εγγύηση της απόδοσης του με αριθμό ...-2000 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μετά την εξαγορά του συμβολαίου αυτού, η εναγόμενη είχε δικαίωμα να τις αναζητήσει, ενέργεια στην οποία όμως δεν προέβη, αλλά ο εν λόγω ισχυρισμός περί έκδοσης των επίμαχων αποδείξεων ως εγγύηση της απόδοσης του ανωτέρω ασφαλιστηρίου προβάλλεται όψιμα από την εναγόμενη προφανώς στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει την άρνηση επιστροφής της εισπραχθείσας προκαταβολής. Επιπλέον, τα ποσά από τις δύο αυτές ασφαλιστικές συμβάσεις δεν ταυτίζονται, ήτοι το με αριθμό ...-2000 ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξαγοράστηκε την 20.3.2002 στο ποσό των 518.449 δολαρίων, ενώ η ασφαλιστική σύμβαση που επρόκειτο να καταρτίσουν οι διάδικοι. αφορούσε 220.000.000 δραχμές, ήτοι 645.634,63 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της ισοτιμίας δραχμής- δολαρίου κατά την επίμαχη χρονική περίοδο.
Άλλωστε, παρά τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγόμενης ότι η Σ. Μ.- Κ. είχε προσωπικές δοσοληψίες τόσο με τον ενάγοντα όσο και με άλλους πελάτες της, τους οποίους η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία - η οποία, κατά τον χρόνο που αφορά η ένδικη διαφορά, ήταν μεν διαφορετικό από την εναγόμενη νομικό πρόσωπο, πλην όμως κοινών συμφερόντων με αυτή, καθόσον είχαν κοινό μέτοχο τον Δ.
Κ.. αμφότερες δε ήταν του ιδίου ομίλου- αναγκάστηκε να αποζημιώσει εξαιτίας της ιδιοποίησης των χρημάτων τους από την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτή (εναγόμενη) στράφηκε εναντίον της ασφαλιστικής συμβούλου για εκ μέρους αυτής τέλεση σε βάρος της αξιόποινων πράξεων με τη μεθόδευση της έκδοσης αποδείξεων προκαταβολής, οι οποίες δημιουργούσαν υποχρεώσεις σε βάρος της, όπως ισχυρίζεται ότι έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση με την έκδοση των οπό 30.8.2001 και 30.9.2011 αποδείξεων προκαταβολής που κατέχει ο ενάγων.
Σε όμοια κρίση κατέληξε και το Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων με την 4.964/2013 απόφασή του, με την οποία αθώωσε την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλο για το έγκλημα της υπεξαίρεσης άνω των 5.000.000 ευρώ, κατόπιν υποβολής εγκλήσεων πελατών της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ASSURANCE INTERNATIONAL LIMITED", ότι παρακράτησε τα ποσά που της έδωσαν, προκειμένου να τα επενδύσει σε ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με ενσωμάτωση επενδυτικού προγράμματος.
Συγκεκριμένα, το ανωτέρω ποινικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εν λόγω υπάλληλος ενεργούσε ως ασφαλίστρια των εταιρειών του Ομίλου Ιντεραμέρικαν, ενώ η διοίκηση των εταιρειών (άρα και της εναγόμενης) δεν υπέβαλε μήνυση ούτε αγωγή εναντίον της. Εξάλλου, ο εν λόγω ισχυρισμός ότι η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλος είχε προσωπικές δοσοληψίες με τον ενάγοντα, δεν υποδεικνύεται ούτε καν από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει με επίκληση η εναγόμενη, με τις οποίες οι υπάλληλοι αυτής βεβαιώνουν, κατόπιν ενημέρωσής τους από την εναγόμενη για την ένδικη υπόθεση και χωρίς οι ίδιοι να έχουν ιδία αντίληψη, ότι οι εκδοθείσες αποδείξεις προκαταβολής εκδόθηκαν προς εξασφάλιση ατομικών συναλλαγών του ενάγοντος με τη Σ.
Μ.- Κ., πλην όμως δεν αναφέρουν πιο συγκεκριμένα στοιχεία. Άλλωστε, ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων κατήρτισε την 1-3-2001 με την εναγόμενη ασφαλιστήριο ζωής με νοσοκομειακή περίθαλψη, με τη διαμεσολάβηση άλλου ασφαλιστή, ήτοι του Π. Λ., καταβάλλοντας το ποσό των 350.000 δραχμών στο ταμείο της εναγόμενης εταιρείας, μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα ότι οι επίμαχες αποδείξεις αφορούσαν ιδιωτικές συναλλαγές ανάμεσα στον ενάγοντα και στην ασφαλιστική σύμβουλο Σ.
Μ.-Κ. Ειδικότερα, επρόκειτο για δυο διαφορετικά συμβόλαια, το μεν από 1-3-2001 ασφαλιστήριο ζωής με νοσοκομειακή περίθαλψη αποτελούσε ένα βασικό προϊόν της εναγόμενης, ενώ το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το πρόγραμμα "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", που συμφώνησαν, αλλά τελικά δεν κατάρτισαν οι διάδικοι, αποτελούσε ένα ειδικό προϊόν της εναγόμενης, με το οποίο ασχολούνταν σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα η Σ.
Μ. - Κ. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 645.634.63 ευρώ (ισόποσο των 220.000.000 δραχμών), με τον νόμιμο τόκο από την 30.7.2002". Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 21-12-2018 έφεση της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) Ο ενάγων-επιχειρηματίας, που από το έτος 1999 αναζητούσε επωφελή τρόπο επένδυσης των χρημάτων του, επισκέφθηκε τα γραφεία της εναγομένης στο Μαρούσι, όπου ήλθε σε επαφή με τη Σ. Μ.-Κ., ασφαλιστική σύμβουλο της εναγόμενης και με εξέχουσα θέση μέσα σε αυτήν, καθότι αποτελούσε στενή συνεργάτιδα του μεγαλομετόχου και προέδρου εκείνη την εποχή της εναγόμενης Δ.
Κ., και ήταν βραβευμένη από αυτόν για τις υπηρεσίες της προς την εναγόμενη, β) κατόπιν επαφών με την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλο, προκειμένου να ενημερωθεί για το ανταποκρινόμενο στις ανάγκες του πρόγραμμα, ο ενάγων αποφάσισε να επενδύσει τα χρήματά του στο πρόγραμμα "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", σύμφωνα με το οποίο τμήμα του ασφαλίσματος θα επενδυόταν σε αμοιβαία κεφάλαια, γ)το ποσό του ασφαλίστρου συμφωνήθηκε στο ποσό των 220.000.000 δραχμών και ο ενάγων άρχισε να καταβάλει αυτό τμηματικά σε λογαριασμό της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβούλου, με τη συμφωνία ότι, όταν θα συμπληρωνόταν το συμφωνηθέν χρηματικό ποσό, τότε αυτός θα υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις προς σύναψη σύμβαση ασφάλισης με την εναγόμενη για το ανωτέρω πρόγραμμα και εν τέλει θα εκδιδόταν από την τελευταία το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δ) στο πλαίσιο αυτό καταβλήθηκαν στην ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο, η οποία ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, τα ποσά που λεπτομερώς αναφέρονται, ε) το καλοκαίρι του έτους 2001 που το συνολικό χρηματικό ποσό των 220.000.000 δραχμών είχε συμπληρωθεί, ο ενάγων υπέβαλε στην εναγόμενη, κατά τη συμφωνία, με τη διαμεσολάβηση της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβούλου, δύο αιτήσεις για την έκδοση του προγράμματος "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", τη μία την 30.8.2001 με αριθμό 807.819 και τη δεύτερη την 30.9.2001 με αριθμό 807.818 και ότι η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβουλος εξέδωσε δύο έντυπες αποδείξεις προκαταβολής της εναγόμενης, η καθεμία για ποσό 110.000.000 δραχμές, στις οποίες αναγράφονται οι ανωτέρω αριθμοί των αιτήσεων και οι οποίες φέρουν το λογότυπο και τα λοιπά στοιχεία της εναγόμενης και είναι συμπληρωμένες χειρόγραφα μόνο ως προς το όνομα του ενάγοντος, ως προς το ποσό, αριθμητικά και ολογράφως, την ημερομηνία και το όνομα της εισπράξασας Σ.
Μ.- Κ. φέρουν δε και την υπογραφή της τελευταίας, στ)μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας συνήφθη ανώνυμη σύμβαση κατ'άρθ. 361 ΑΚ, άσχετη από την επικείμενη ασφαλιστική, που εμπεριείχετο στις δύο δοθείσες αποδείξεις προκαταβολής (όρος Δ'), δυνάμει της οποίας η δεύτερη, εκπροσωπούμενη από την ασφαλιστική της σύμβουλο Σ.Κ., ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει τον ενάγοντα προεισπράττοντας δια της ως άνω ασφαλιστικής της συμβούλου το σύνολο των ασφαλίστρων που ανέρχονταν στο ποσό των 220.000.000 δραχμών, συμφωνώντας ότι αν η ασφαλιστική εταιρία δεν αποδεχθεί την αίτηση και δεν εκδώσει ασφαλιστήριο ή πρόσθετη πράξη μέσα σε ένα μήνα από την ''χρονολογία της αίτησης" ή εκδώσει διαφορετικό από ότι ζητήθηκε και δεν το παραλάβει ο συμβαλλόμενος, η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε και η προκαταβολή επιστρέφεται μόλις ο συμβαλλόμενος επιστρέψει την απόδειξη αυτή στην Εταιρία, ζ)η εναγόμενη αν και έλαβε με τον προπεριγραφέντα τρόπο το ανωτέρω συνολικό χρηματικό ποσό, προκειμένου να εκδώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο "ΑΞΙΑ ΖΩΗΣ", εντούτοις αυτή ουδέποτε το εξέδωσε, αρνούμενη παράλληλα να επιστρέψει το προκαταβληθέν για το σκοπό αυτό ποσό των 220.000.000 δρχ., κατά παράβαση του σχετικού όρου της προκαταβολής, περί επιστροφής του εν λόγω ποσού σε περίπτωση μη έκδοσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, υπό την προϋπόθεση προσκομιδής από τον ενάγοντα των προαναφερόμενων αποδείξεων προκαταβολής, τις οποίες ο ενάγων προσκόμισε στην εναγόμενη, περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατά την υπαγωγή των ως αποδειχθέντων γενομένων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα του άρθ. 361 ΑΚ, καθόσον δέχεται ότι η Σ.
Κ. ενεργώντας για λογαριασμό της εναγομένης είχε προεισπράξει από το 1999 το σύνολο του συμφωνηθέντος να αποτελέσει ασφάλιστρα ποσού για να το καταβάλλει στην εναγομένη, η οποία, κατά τις παραδοχές ουδόλως εστράφη εναντίον της για οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια πράξη προκειμένου να αναζητήσει το υπό της υπ' αυτής εισπραχθέν ποσό, αν θεωρούσε ότι αυτό ουδέποτε της αποδόθηκε.
Μετά ταύτα ορθά η προσβαλλομένη υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθ. 361 ΑΚ δεχθείσα ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης συνήφθη αυτοτελής και αυθύπαρκτη σύμβαση προ της ασφαλιστικής συμβάσεως και επί τη προσδοκία αυτής, στα πλαίσια της οποίας προκαταβλήθηκε στην ασφαλιστική σύμβουλο Κ.
ενεργούσα επ'ονόματι και για λογαριασμό της εναγομένης, το σύνολο των ασφαλίστρων αυτής. Ότι μη συναφθείσης της ασφαλιστικής συμβάσεως, εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, η εναγομένη υποχρεούται να επιστρέψει στον ενάγοντα το εις αυτήν προκαταβληθέν ποσό. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και ο πρώτος πρόσθετος (κατά τα τρία πρώτα αυτού σκέλη) εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Τέλος, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον 6ο λόγο έφεσης με τον οποίο η εναγομένη/εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο για το ότι απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ένσταση συνυπαιτιότητος που υπέβαλε, αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον προϋπόθεση έρευνας κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014), όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021).
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 87/2013, ΑΠ1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 550/2025, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ1935/2014).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι τα ποσά που ισχυρίστηκε ο αναιρεσίβλητος ότι κατέβαλε στην ασφαλιστική σύμβουλο Σ.Κ.-Μ. περιήλθαν πράγματι στην αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι δι' αυτού επιχειρείται να ελεγχθεί η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το Εφετείο κατέληξε.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ουδέποτε περιήλθαν σ'αυτήν τα χρήματα που ο εναγόμενος/αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στην ασφαλιστική σύμβουλο Σ.Μ.-Κ., ενώ δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ι.
Μ. που προσκομίστηκε νομίμως τόσον ενώπιον του πρωτοδικείου όσον και ενώπιον του Εφετείου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη, μεταξύ άλλων και η ως άνω κρίσιμη ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε και το εν λόγω έγγραφο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ προβαίνει και σε ειδική αναφορά και αξιολόγηση των προσκομισθέντων υπό της εναγομένης/εκκαλούσας ενόρκων βεβαιώσεων.
Οσον αφορά δε το δια του αριθ. 8 αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη σφάλμα ότι δηλ. το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της εκκαλούσας/αναιρεσείουσας ότι ουδέποτε περιήλθαν σ'αυτήν τα χρήματα που ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στην ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο για λογαριασμό της εναγομένης, αυτός είναι απαράδεκτος αφού δι'αυτού επιχειρείται να ελεγχθεί η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το Εφετείο κατέληξε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 237 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, όταν η διαδικασία εκδίκασης της διαφοράς είναι προφορική και γραπτή, για την παραδεκτή προβολή αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να περιέχονται και στις προτάσεις, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, υπό την έννοια αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, αν αποδεικνύονται εγγράφως, χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα, την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου (ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 841/2017).
Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015).
Την συνδρομή δε εξαιρετικής περίπτωσης (ή και περισσότερων) από τις παραπάνω για την επιτρεπτή προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών για πρώτη φορά στο εφετείο, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 243/2015), ο οποίος πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, και από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).
Η σχετική παράβαση του δικαστηρίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό, κατά παράβαση της οικείας δικονομικής διάταξης των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, καθώς και με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, εφόσον ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός και όλα τα θεμελιωτικά του στοιχεία προβλήθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στο δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 961/2019, ΑΠ 538/2009).
Με τον 6ο λόγο αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον δεύτερο λόγο εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ'αυτής προβληθείσα παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης και με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ότι σε κάθε περίπτωση η παραγραφή υπαγόταν στη διάταξη του άρθ. 249 ΑΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της προβάλλει την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την υποβληθείσα με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της ένσταση παραγραφής όλων των αγωγικών βάσεων, άρα και της ένδικης συμβατικής αξίωσης, με χρόνο έναρξης της παραγραφής τον Οκτώβριο του έτους 2001.
Η προβολή όμως, της ένστασης παραγραφής για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων της εναγόμενης-εκκαλούσας, μετά την πρωτόδικη συζήτηση, ήταν απαράδεκτη και ορθά απορρίφθηκε σιγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ'εφαρμογή άρ. 237 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4.335/2015, ενώ δεν αποτελεί δικονομικά προνομιακά ισχυρισμό που μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, κατ'άρ. 527 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε περίπτωση η ένδικη αξίωση δεν υπόκειται στην τετραετή και πενταετή παραγραφή που προβλέπεται στο άρ. 10 Ν.2496/1997, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με το εφετήριό της η εκκαλούσα, διότι η ανωτέρω διάταξη αφορά αξίωση από ασφαλιστική σύμβαση με επιμέρους διακρίσεις σε ασφαλίσεις ζημιών και προσώπων, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην αγωγή και ομολογείται από την εναγόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της δεν έχει καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση, γι'αυτό η ένδικη αξίωση αφορά την επιστροφή της δοθείσας προκαταβολής, λόγω μη κατάρτισης της σύμβασης.
Η αξίωση δε αυτή υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρ. 249 Α.Κ., διότι δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο...". Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 21-1-2010 προτάσεων που η εναγομένη/εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συνεδρίασε δημόσια στις 8-6-2017 για να συζητήσει την από 19-6-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, η οποία κατατέθηκε στις 17-7-2007, προκύπτει ότι η εναγομένη κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις 10-1-2008 στη σελ. 2 των οποίων πρότεινε την ένσταση παραγραφής για τις σωρευόμενες στο αγωγικό δικόγραφο αξιώσεις από την αδικοπραξία και μόνον, που εφέρετο ότι τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος/αναιρεσιβλήτου.
Την προβολή της σχετικής ενστάσεως κατά της ιδίας αξιώσεως προέβαλε και στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της 8ης-6-2017 του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Ορθά συνεπώς το Εφετείο απέρριψε τον 2ο λόγο έφεσης με τον οποίο η εναγομένη/εκκαλούσα παραπονείτο για την απόρριψη ως απαράδεκτης της ενστάσεως παραγραφής.
Περαιτέρω, το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, δέχθηκε, ορθά ερμηνεύοντας το νόμο με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ότι "Σε κάθε περίπτωση η ένδικη αξίωση δεν υπόκειται στην τετραετή και πενταετή παραγραφή που προβλέπεται στο άρ. 10 Ν.2496/1997, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με το εφετήριό της η εκκαλούσα, διότι η ανωτέρω διάταξη αφορά αξίωση από ασφαλιστική σύμβαση με επιμέρους διακρίσεις σε ασφαλίσεις ζημιών και προσώπων, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην αγωγή και ομολογείται από την εναγόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της, δεν έχει καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση, γι'αυτό η ένδικη αξίωση αφορά την επιστροφή της δοθείσας προκαταβολής, λόγω μη κατάρτισης της σύμβασης.
Η αξίωση δε αυτή υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρ. 249 Α.Κ...", και επομένως ο 6ος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό βάσιμο αίτημα (άρθ. 106, 176, 183 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2022 αίτηση και τους από 8-10-2024 πρόσθετους αυτής λόγους της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για την αναίρεση της υπ' αριθ. 1105/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ