2114/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated2114/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες απ' αυτούς, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.
Full text
Απόφαση 2114 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2114/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) ..., 2) ....και 3) ...., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 3107/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21.3.2006 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 356/17.8.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ τις 1) 32/21-3-05, 2) 33/21-3-05 και 3) 34/21-3-05 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ... , 2) ..., και 3) ...., αντίστοιχα, κατά του 3107/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτών και των συγκατηγορουμένων τους 4)...5) ...., 6) ..., και 7) .... , κατά του 2281/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών, επικύρωσε τούτο και τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τούτους, και δη τους μεν τέσσερις πρώτους για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία, τους δε τρεις τελευταίους, για ιδιαίτερα διακεκριμένη άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ.1, 98 και 386 παρ. 1α, 3β ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2-Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από τη .... , ειδική πληρεξούσιο των κατηγορουμένων, στους οποίους ο νόμος δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το βούλευμα τους παραπέμπει για κακούργημα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε στον μεν πρώτο προσωπικά με θυροκόλληση στις 9-5-05 και στον αντίκλητό του στις 6-4-05, στον δεύτερο προσωπικά με θυροκόλληση στις 9-3-05 και στον αντίκλητό του στις 6-4-05, και στον τρίτο προσωπικά με θυροκόλληση στις 9-4-05 και στον αντίκλητό του στις 6-4-05, [βλ. σχετικές εκθέσεις των δικ. επιμελητών, Μιλτ. Παπακυργιάκη προς τους ίδιους του και Ιω. Τσέλιου προς τους αντικλήτους τους]. Οι εκθέσεις συντάχθηκαν από το γραμματέα ... με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχουν το λόγο για τον οποίο ασκούνται, ο οποίος συνίσταται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα [άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και δικαιωματικά ασκηθείσες απ' αυτούς, οπότε πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς τη βασιμότητά τους.
3-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ. 19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, ΠΧΡ. 02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693].
Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Η αόριστη, όμως, αναφορά στο σύνολο της ανάκρισης, χωρίς προσδιορισμό του είδους των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του συμβουλίου, πολύ δε περισσότερη η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς σ' αυτά συνιστά έλλειψη αιτιολογία που παρέχει τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως κατά του βουλεύματος.
4-Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού γι' αυτούς βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, στηρίζοντας την κρίση του αυτήν στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποίας εξολοκλήρου αναφέρεται. Πλην όμως, τόσο στο σκεπτικό του βουλεύματος, όσο και στην εισαγγελική πρόταση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά (ούτε, έστω, γενική) στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του συμβουλίου, ενώ εξάλλου δεν γίνεται καμία συμπληρωματική αναφορά στις σκέψεις του εκκαλούμενου βουλεύματος, το οποίο έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τον προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το δικαστικό συμβούλιο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν γίνεται σ' αυτό οποιαδήποτε αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την απόδειξη και αξιολόγηση των πραγματικών εκείνων περιστατικών που θεμελιώνουν την παραπεμπτική για τους κατηγορουμένους κρίση του, οπότε κρίνεται βάσιμος ο απορρέων από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ λόγος αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος, το δε να παραπέμψει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο συμβούλιο εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνουν δεκτές οι 1) 32/21-3-05, 2) 33/21-3-05 και 3) 34/21-3-05 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) ..., 2) ...., και 3) ..., αντίστοιχα, κατά του 3107/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που το εξέδωσαν.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και την αναφορά κατά το είδος τους των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Συμβούλιο σχημάτισε την παραπεμπτική του κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 3107/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ' αριθ. 2281/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι α).... , β) .... να δικαστούν για την πράξη της διακεκριμένης κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, φερόμενη ως υπ' αυτών τελεσθείσα στην Αθήνα στις 8.12.2000. Τόσο όμως στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος όσο και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στις σκέψεις της οποίας τούτο παραδεκτά εξ ολοκλήρου αναφέρεται, δεν γίνεται καθόλου αναφορά των αποδεικτικών μέσων, κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κλπ), αλλ' ούτε και συμπληρωματική αναφορά στις σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος, στο οποίο υπάρχει ειδική αναφορά στα αποδεικτικά μέσα στα οποία το τελευταίο στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η φράση "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση" χωρίς τις επιμέρους κατά τα ανωτέρω αναφορές των αποδεικτικών μέσων δεν καλύπτουν την απαιτούμενη από το Σύνταγμα ειδική αιτιολογία.
Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, λόγος των υπ' αριθ. 32/21.3.2005, 33/21.3.2005 και 34/21.3.2005, αιτήσεων αναιρέσεως των ανωτέρω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και, πρέπει, οι αιτήσεις αναιρέσεως να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠοινΔ, για νέα συζήτηση στο δικαστικό συμβούλιο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 3107/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ