Legislator Case Law & Legislation
2113/2025 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against final compensation valuation in expropriation case.

Case Number 2113/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal challenging the final compensation valuation for expropriated properties. The State argued for a lower valuation, but the Court found the lower court's reasoning sufficient and free from legal error regarding the property's remaining value. Consequently, the appeal was dismissed, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 21(3) of Law 797/1971; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal against a final expropriation compensation decision if the lower court provided sufficient, clear, and consistent reasoning that does not violate substantive law provisions.

Keywords

AI generated
expropriation compensation final valuation decision appeal admissibility State liability legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 21(3) of Law 797/1971
Art. 11 of the 1944 Code of Laws on State Litigation
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 315 et seq. of the Code of Civil Procedure
Art. 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2113 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2113/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ερασμία Λιούλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την 254/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο, Μαρία Τατσέλου και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Χ., συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., 2) Χ. Σ. του Χ., συζ. Σ. Π., κατοίκου ... και 3) Β. Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-9-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-1999 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 408/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-5-1999 αίτηση των 1ης και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Ν. συζ. Α. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 2798/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2000 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αριστέα Τσαμαδιά διάβασε την από 4-2-2022 έκθεση της Αρεοπαγίτου Μαρίας Βάρκα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 10-11-2000 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2798/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 3 εδ. τρίτο του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", εάν δεν επιδόθηκε η υποκείμενη σε αναίρεση απόφαση, η προς άσκηση του σχετικού ενδίκου μέσου προθεσμία είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης. Η προθεσμία αυτή ισχύει και για το Ελληνικό Δημόσιο με τη διαφορά ότι ως προς αυτό αναστέλλεται η διαδρομή κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1η Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου (άρθρο 11 παρ. 2 ν. 1756/1988), σύμφωνα με το άρθρο 11 του Καν. Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 744/1982), με συνέπεια η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το Δημόσιο κατά σχετικής με απαλλοτρίωση απόφασης που δημοσιεύθηκε πριν από τις δικαστικές διακοπές να ανέρχεται συνολικά σε 8 μήνες και 15 ημέρες, ήτοι 6 μήνες + 2 μήνες και 15 ημέρες, μετά την πάροδο των οποίων η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα (ΑΠ 1253/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 10-11-2000 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1268/14-11-2000 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2798/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, μεταξύ άλλων αυτοτελών αιτήσεων του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και τρίτων μη διαδίκων στην προκειμένη δίκη, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, η από 14-5-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 786/1999 αίτηση των αιτουσών και ήδη 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων, περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω σημαντικής μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων ακινήτου.

Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ως προς την 1η και τη 2η των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον στρέφεται κατά απόφασης που υπόκειται σε αναίρεση και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 14-11-2000, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 31-3-2000 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ, 21 παρ. 3 εδ.

τρίτο του ν.δ. 797/1971, 11 του Καν. Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), συνοδεύεται δε και από την υπ` αριθμ. 906/29-11-2000 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί του παραδεκτού της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν, η μεν πρώτη με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998, η δε δεύτερη με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 3790/2009 με έναρξη ισχύος 7-8-2009 και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Αντιθέτως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την 3η αναιρεσίβλητη, καθόσον δεν ήταν διάδικος στην από 14-5-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 786/1999 αίτηση (άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης και συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1772/2024).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρο 315 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό (ΟλΑΠ 29/2004, ΟλΑΠ 30/2004).

Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΟλΑΠ 17/2017).

Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης ή την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενο της απόφασης.

Τα σφάλματα αυτά διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 17/2017, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 266/2019, ΑΠ 682/2011). Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 68, 556 και 559 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, ούτε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από σφάλμα απόφασης δεκτικό διόρθωσης κατά τα προεκτεθέντα (ΑΠ 1772/2024, ΑΠ 473/2024, ΑΠ 1066/2021).

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των 3.482,19 τ.μ. ακινήτου ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων.

Το Εφετείο, με την προσβαλλoμένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η ιδιοκτησία των 2ης και 3ης με αριθμ. 245 είχε αρχική επιφάνεια εμβαδού 5.576,92 μ2 και μετά την απαλλοτρίωση απομένουν δύο τμήματα του ενός με εμβαδόν 376,88 μ2 και του άλλου με εμβαδόν 3.482,19 μ2, αφού ο υπό διαπλάτυνση δρόμος καταλαμβάνει 1.717,85 μ2.

Στο πρώτο από τα απομένοντα τμήματα η γεωργική εκμετάλλευση, ενόψει των σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας που εφαρμόζονται (μηχανικά μέσα κλπ) καθίσταται λίαν δυσχερής λόγω της μικρής επιφάνειας τούτου και του τριγωνικού του σχήματος και για το λόγο αυτό η αξία του τμήματος αυτού μειώνεται σημαντικά κατά ποσοστό 40%.

Πρέπει λοιπόν να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα αυτό των 376,88 μ2 ανάλογη σε ποσοστό 40% με την αποζημίωση που καθορίζεται οριστικά για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα αυτής της κατηγορίας. Αντιθέτως, το δεύτερο τμήμα των 3.482,19 μ2 εξακολουθεί και μετά την απαλλοτρίωση να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, και ως εκ τούτου δεν υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του και για το λόγο αυτό δεν συντρέχει λόγος ιδιαίτερης αποζημιώσεως, όπως αβάσιμα ζητούν οι αιτούντες....".

Στο διατακτικό της απόφασης και στην περί του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ακινήτων ειδικότερη διάταξη, ως προς την με αριθμό 245 ιδιοκτησία, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αναφέρει και τα δύο τμήματα των 376,88 και 3.482,19 τ.μ.. Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κρίσιμο ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το οποίο πλήττεται με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη μη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των 3.482,19 τ.μ.

του ακινήτου ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, για το οποίο απεφάνθη ότι δεν υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του και δεν συντρέχει, επομένως, λόγος ιδιαίτερης αποζημίωσης. Για τη διόρθωση του εκ προφανούς παραδρομής λάθους μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το Δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, και εκείνων που έχουν κατά τα προεκτεθέντα διατυπωθεί στο διατακτικό της προβλέπεται η διαδικασία των άρθρων 315 επ.

ΚΠολΔ.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2000 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1268/14-11-2000 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2798/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ