2113/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2113/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 18-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2113 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2113/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Θ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πιττερό και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2352/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 18-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.
α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.
α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο πρώτος εφεσίβλητος [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε στις 8-7-1998 από το Δασαρχείο ... με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 31-12-1998, ως δασολόγος, με αντικείμενο τη μελέτη, το σχεδιασμό και την επίβλεψη δασοκομικών εργασιών.
Έως και τις 31-3-2008 παρείχε την εργασία του υπό την ίδια ιδιότητα και τις ίδιες συνθήκες δυνάμει εννέα ακόμη έγγραφων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: Από 26-7-1999 έως 29-2-2000, από 17-7-2000 έως 28-2-2001, από 9-7-2001 έως 28-2-2002, από 12-7-2002 έως 14-2-2003, από 1-8-2003 έως 18-3-2004, από 25-8-2004 έως 11-3-2005, από 8-8-2005 έως 7-2-2006, από 6-9-2006 έως 2-4-2007 και από 20-9-2007 έως 31-3-2008.
Ο δεύτερος εφεσίβλητος [ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε από την ίδια υπηρεσία στις 4-6-1992 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 8-12-1992, ως εργάτης-επιστάτης υλοτομιών-διαθέτης. Μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής παρείχε την εργασία του δυνάμει δεκαπέντε ακόμη έγγραφων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:
Από 16-6-1993 έως 26-11-1993, από 26-5-1994 έως 10-11-1994, από 21-7-1995 έως 21-12-1995, από 14-8-1997 έως 31-12-1997, από 1-9-1998 έως 31-12-1998, από 27-7-1999 έως 24-3-2000, από 2-8-2000 έως 28-2-2001, από 12-7-2002 έως 14-2-2003, από 1-8-2003 έως 8-3-2004, από 25-8-2004 έως 11-3-2005, από 8-8-2005 έως 7-2-2006, από 6-9-2006 έως 2-4-2007, από 20-9-2007 έως 31-3-2008 και από 9-12-2008 με σύμβαση η οποία επρόκειτο να λήξει στις 8-8-2009 ...
Οι εφεσίβλητοι με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας τους, η οποία στα διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ των συμβάσεών τους υπολειτουργούσε .... Επισημαίνεται ότι οι αναγραφόμενες στα κείμενα των εν λόγω αποφάσεων [προσλήψεως των εναγόντων] εργασίες για τις οποίες αποφασιζόταν η πρόσληψή τους ήταν εργασίες αναδασώσεων, εθνικών δρυμών, αναψυχής, κρατικής εκμετάλλευσης δασών κτλ, δηλαδή ήταν οι συνήθεις εργασίες του δασαρχείου και όχι κάποιες έκτακτες για τις οποίες δεν είχε προβλεφθεί η πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού.
Επομένως οι επίμαχες συμβάσεις των εφεσιβλήτων με το εκκαλούν προσέλαβαν, ενιαία για τον καθένα από αυτούς, κατά το χρόνο που εκτείνονται οι επίδικες έννομες σχέσεις και το αντικείμενό τους, το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτές (οι επίμαχες συμβάσεις) καταρτίσθηκαν τα έτη 1998 και 1992 αντίστοιχα, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της...
Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, του π.δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 [του άρθρου 103] του Συντάγματος, συνεχίστηκαν δε, όντας ενεργές και μετά την ισχύ των ως άνω διατάξεων και από τη φύση τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εκκαλούντος, ενώ ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις που τους συνέδεαν με το εναγόμενο ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 648, 669 και 672 του Α.Κ., αφού υπό τις ως άνω παραδοχές οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσίβλητων από τη φύση τους δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών δικαιολογείται απ' αυτή (φύση τους) και δεν ετέθη προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω διατάξεις καθόσον οι ενάγοντες εργαζόμενοι δεν εργάζονταν συνεχώς στο αναιρεσείον αλλά η εργασιακή τους σχέση διακόπτετο για μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία αυτοί αποχωρούσαν από την υπηρεσία του εναγομένου και ουδεμία εργασιακή σχέση είχαν με αυτό.
Επί πλέον η προσβαλλομένη δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση της αυτή, ότι δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι η διακοπή της εργασιακής τους σχέσης εγένετο από το αναιρεσείον με σκοπό την καταστρατήγηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων.
Ούτε για το αν οι μερικότερες συμβάσεις που αυτοί κατά καιρούς συνήπταν με το αναιρεσείον επιβάλλονταν ή όχι από ειδικές συνθήκες σχετικές με τις εργασίες για τις οποίες προσλαμβάνονταν. Κατά συνέπεια όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δύο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο: α) εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 672 Α.Κ.
καθώς και εκείνη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, την οποία εφάρμοσε μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της καθόσον αρκέσθηκε, προκειμένου να προβεί στο χαρακτηρισμό της εργασιακής σχέσεως των αναιρεσιβλήτων με αυτό (το αναιρεσείον) ως ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μόνο στη συνδρομή του πραγματικού γεγονότος της καλύψεως πάγιων και διαρκών αναγκών αυτού και β) στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως για το λόγο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας τυχόν ειδικούς λόγους υπό τη συνδρομή των οποίων οι αναιρεσίβλητοι θεωρείται ότι εργάσθηκαν σ' αυτό (το αναιρεσείον) με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μολονότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα δεν εργάζονταν καν και για το λόγο ότι έπρεπε στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης να διαλαμβάνονται επί πλέον πραγματικά περιστατικά (πλην των εξυπηρετηθεισών εργασιακών αναγκών) από τα οποία να συνάγεται η προσχηματική, αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
και κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920, σύναψη των παραπάνω συμβάσεων. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή τους δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Συνεπώς έπρεπε, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί και η αναίρεση στο σύνολό της. Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους δύο πρώτους ενάγοντες, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και να απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους δύο πρώτους ενάγοντες (με την οποία αυτοί επικαλούνταν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και απασχολήθηκαν από αυτό στο Δασαρχείο ...
ο πρώτος ως δασολόγος κατά τα διαστήματα από 8-7-1998 μέχρι 31-12-1998, από 26-7-1999 έως 29-2-2000, από 17-7-2000 έως 28-2-2001, από 9-7-2001 έως 28-2-2002, από 12-7-2002 έως 14-2-2003, από 1-8-2003 έως 18-3-2004, από 25-8-2004 έως 11-3-2005, από 8-8-2005 έως 7-2-2006, από 6-9-2006 έως 2-4-2007 και από 20-9-2007 μέχρι 31-3-2008 και ο δεύτερος ως εργάτης-επιστάτης υλοτομιών-διαθέτης κατά τα διαστήματα από 4-6-1992 μέχρι 8-12-1992, από 16-6-1993 έως 26-11-1993, από 26-5-1994 έως 10-11-1994, από 21-7-1995 έως 21-12-1995, από 14-8-1997 έως 31-12-1997, από 1-9-1998 έως 31-12-1998, από 27-7-1999 έως 24-3-2000, από 2-8-2000 έως 28-2-2001, από 9-7-2001 έως 28-2-2002, από 12-7-2002 έως 14-2-2003, από 1-8-2003 έως 8-3-2004, από 25-8-2004 έως 11-3-2005, από 8-8-2005 έως 7-2-2006, από 6-9-2006 έως 2-4-2007, από 20-9-2007 έως 31-3-2008 και από 9-12-2008 έως 8-8-2009, ότι πληρούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι ο χαρακτηρισμός των ένδικων συμβάσεων ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο τους συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής) ως μη νόμιμη, αφού, αν υποτεθεί ότι είναι αληθή τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, οι επικαλούμενες συμβάσεις δεν ήταν συνεχείς (διαδοχικές).
Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2352/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 73/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά το μέρος που αφορά τους δύο πρώτους ενάγοντες.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τους δύο πρώτους ενάγοντες. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ